Supreme Court dismisses appeal against seizure execution ruling due to lack of legal grounds and factual errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a seizure execution. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence regarding a debt owed to a company and incorrectly assessed the company's losses. The court rejected these claims, stating that the appellant's arguments were merely factual disputes subject to the lower court's discretion and that the reasoning regarding the company's capital reduction was based on a sworn statement. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 985, 986, 988, 990, 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a seizure execution ruling is inadmissible if the appellant fails to establish a legal ground for annulment, as factual disputes regarding debt existence or company losses fall within the lower court's authority to evaluate evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1132 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1132/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ν. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-5-2011 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2336/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4032/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-1-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθού η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής.
Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.
Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος.
Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 480/2012, 256/2011).
Εξάλλου, το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαιτήσεως, για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση, και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017). Σε περίπτωση, όμως, που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξή της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 480/2012).
Τρίτος, φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται κατάσχεση κατά τις διατάξεις των άρθρων 982 επ ΚΠολΔ, είναι εκείνος o οποίος ως προς την κατασχετέα περιουσία επέχει θέση οφειλέτη έναντι του προσώπου κατά του οποίου ενεργείται η κατάσχεση, δηλαδή αυτός, ο οποίος δυνάμει ίδιας εξουσίας είναι κάτοχος ξένης περιουσίας και ο οποίος σε σχέση προς το κατεχόμενο από αυτόν πράγμα δεν ταυτίζεται με τον οφειλέτη, αλλά έχει νομική αυτοτέλεια και κατέχει συνήθως βάσει ορισμένης έννομης σχέσης (π.χ.
μίσθωση πράγματος, έργου, παρακαταθήκη κ.τ.λ.). Έτσι τρίτος είναι ο εντολοδόχος, ο πληρεξούσιος του οφειλέτη, ο θεματοφύλακας, o μεσεγγυούχος, ο συμβολαιογράφος ως θεματοφύλακας, ο μεταφορέας, ο παραγγελιοδόχος, ο λήπτης χρησιδανείου, o πράκτορας και γενικώς αυτός που αναλαμβάνει τη διεκπεραίωση ξένων υποθέσεων, εκτός αν είναι υπάλληλος του οφειλέτη.
Αντίθετα, δεν είναι τρίτος ο νόμιμος αντιπρόσωπος του οφειλέτη (πχ. o ασκών τη γονική μέριμνα), που ταυτίζεται νομικώς με τον οφειλέτη τον οποίο εκπροσωπεί, καθώς και αυτός που κατέχει και ενεργεί, όχι εξ ιδίου δικαίου και βάσει ορισμένης σχέσεως ή αυτοτελούς εξουσίας, αλλά ως όργανο του οφειλέτη (π.χ. υπάλληλος, ταμίας, εισπράκτορας επιχείρησης, επιστάτης κ.τ.λ.), οπότε η εκτέλεση πρέπει να γίνει κατ' άρθρο 953 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, η εντολή είναι σύμβαση, η οποία μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς (άρθρο 158 ΑΚ) και με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της, ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης ή τη φύση του αντικειμένου, επομένως και χρήματα.
Στην περίπτωση αυτή, η δυνατότητα, ο τρόπος και η διαδικασία επιβολής κατάσχεσης, είτε από τους δανειστές του εντολοδόχου είτε από τους δανειστές του εντολέα, προσδιορίζεται από το περιεχόμενο της σύμβασης και από τον τρόπο ενέργειας του εντολοδόχου. Έτσι, αν ο εντολοδόχος ενεργεί στο δικό του όνομα και για ίδιο λογαριασμό, τα αποκτώμενα από αυτόν περιέρχονται στην κυριότητα και τη νομή του, οπότε υπόκεινται στους δανειστές αυτού.
Αν, όμως, ο εντολοδόχος εισπράττει χρήματα για λογαριασμό του εντολέα, η απαίτηση του εντολέα προς απόδοση σ' αυτόν των εισπραχθέντων κατάσχεται στα χέρια του εντολοδόχου ως τρίτου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, 7/2006).
Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Η παράλειψη δηλαδή του δικαστηρίου να παραθέσει στην απόφασή του τις διατάξεις, στις οποίες στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά αναιρετέα την απόφασή του, αρκεί να υφίστανται τέτοιες διατάξεις, που να στηρίζουν την αγωγή και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της απόφασης, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρ. 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 199/2018).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 822/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε α) ότι έχοντας απαίτηση συνολικού ποσού 60.383,57 ευρώ κατά της οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που της επιδικάστηκε, εντόκως, με την κηρυχθείσα προσωρινώς εκτελεστή 2238/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κοινοποίησε σε αυτή πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω απόφασης, επιτάσσοντας να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 75.331,97 ευρώ, πλην όμως, λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατή η εκτέλεση κατά της ως άνω εταιρίας, επέβαλε κατάσχεση, δυνάμει του από 4-4-2011, κατασχετηρίου, στα χέρια της καθής η ανακοπή (αναιρεσείουσας) ως τρίτης, κατάσχοντας μέχρι του συνολικού ποσού των 75.331,97 ευρώ χρηματική απαίτηση της ανωτέρω οφειλέτριας εταιρίας κατά της καθής, προερχόμενη από τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην ανακοπή χρηματικά ποσά, τα οποία αυτή (ανακόπτουσα) κατέθεσε κατά το χρονικό διάστημα 2004-2008 σε τραπεζικό λογαριασμό της καθής, προκειμένου να αποδοθούν από αυτή στην ως άνω οφειλέτρια εταιρία, και τα οποία, όμως, η καθής δεν απέδωσε και β) ότι η καθής προέβη στην από 12-4-2011 αρνητική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αχαρνών, αναφέροντας ότι όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο ποσά έχουν αποδοθεί στην οφειλέτρια, πλην, όμως, η ως άνω δήλωση είναι ανειλικρινής, αφού η καθής δεν έχει αποδώσει τα ποσά αυτά στην ως άνω εταιρία, η οποία έχει αντίστοιχη απαίτηση κατ' αυτής.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, η ανακόπτουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης της καθής, να αναγνωρισθεί, επίσης, ότι η καθής οφείλει την κατασχεθείσα απαίτηση και να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το ποσό (όπως αυτό διορθώθηκε-περιορίστηκε με τις προτάσεις της ανακόπτουσας) των 35.081,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 4.4.2011 οπότε επιδόθηκε το ως άνω κατασχετήριο σε αυτήν άλλως από την επίδοση της ανακοπής.
Από την εκτίμηση του ως άνω περιεχομένου της ανακοπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα θεμελίωσε την απαίτηση της οφειλέτριας εταιρίας κατά της καθής σε υπάρχουσα μεταξύ τους σύμβαση εντολής, στο πλαίσιο της οποίας η καθής είχε την υποχρέωση, να αναλαμβάνει από τον τραπεζικό λογαριασμό της τα εκάστοτε κατατιθέμενα σε αυτόν από την ανακόπτουσα χρηματικά ποσά, και να τα αποδίδει στην εταιρία.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της... 2238/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η... ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." υποχρεώθηκε να καταβάλει στην... ανακόπτουσα - εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη)...
το ποσό των 60.383,57 ευρώ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. ... Η... απόφαση... έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη... Στις 13-1-2011 η ανακόπτουσα... (αναιρεσίβλητη) επέδωσε στην ως άνω... Ε.Π.Ε.... ακριβές αντιπεφωνημένο και νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της πιο πάνω...
υπ' αριθμ. 2238/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά της παρά πόδας αυτής από 10-1-2011 επιταγής προς πληρωμή, ζητώντας να της καταβληθεί υπό της επιτασσόμενης το συνολικό ποσό των... 75.331,97 ευρώ..., με τους νόμιμους τόκους,... από την επίδοση της ως άνω επιταγής της μέχρι την εξόφληση... Στη συνέχεια με το...
από 4-4-2011 κατασχετήριο, που νομοτύπως επιδόθηκε αντιστοίχως στη μεν υπό εκκαθάριση τελούσα οφειλέτρια ΕΠΕ την 8-4-2011, στη δε τρίτη - καθής (...εφεσίβλητη) την 4-4-2011..., η... ανακόπτουσα... κατέσχεσε αναγκαστικά στα χέρια της καθής... ως τρίτης μέχρι του ποσού των 75.331,97 ευρώ, ... κάθε απαίτηση, την οποία η... καθής η ανακοπή...
τρίτη όφειλε να αποδώσει στην προαναφερθείσα οφειλέτρια της εκκαλούσας ΕΠΕ, η οποία (απαίτηση...) προερχόταν από τις... αποδοτέες στην... ΕΠΕ... χρηματικές καταθέσεις, που είχαν γίνει..., υπό της ως άνω κατασχούσας, στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της καθής..., με μοναδικό σκοπό και αιτία η... καθής - τρίτη να παραδώσει στην...
οφειλέτρια ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." τα... χρηματικά ποσά που είχαν κατατεθεί στον προσωπικό της λογαριασμό, υπό της... εκκαλούσας, (αναιρεσίβλητης) με τελικό αποδέκτη την ΕΠΕ... Ανέφερε συγκεκριμένα η ως άνω κατασχούσα... ανακόπτουσα.... στο ως άνω από 4-4-2011 κατασχετήριο εις χείρας της καθής... ως τρίτης ότι "Α.
Η καθής (εταιρία... με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.") έχει δικαίωμα να λάβει από την Α. Σ. Κ. (τρίτη, στα χέρια της οποίας επιβάλλεται η παρούσα κατάσχεση), μεταξύ άλλων, και τα πιο κάτω ποσά, τα οποία έχω καταθέσει σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της, που τηρούσε στην ..., προκειμένου αυτή (Α. Κ.) να τα παραδώσει στην καθής εταιρία.
Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, έχω καταθέσει (και) τα πιο κάτω ποσά στον υπ' αριθμ. ...4045 λογαριασμό..., που η τρίτη (Α. Κ.) τηρούσε στην ... για την προαναφερόμενη αιτία (δηλ. για να τα παραδώσει την καθής εταιρία) κατά τις αντίστοιχες παρακάτω ημερομηνίες:... Τα πιο πάνω ποσά στο σύνολό τους υπερβαίνουν τα 250.000 ευρώ και υπερκαλύπτουν τις κατασχόμενες με το παρόν απαιτήσεις μου εναντίον της καθής"....
Επέτασσε δε η ως άνω κατασχούσα (...ανακόπτουσα) την καθής ως τρίτη, ... να μην εξοφλήσει το υπ' αυτής οφειλόμενο και... αναγκαστικά κατασχόμενο εις χείρας της ως τρίτης ποσό των 75.331,97 ευρώ στην ΕΠΕ..., αλλά να το αποδώσει στην... ανακόπτουσα, προς εξόφληση των προαναφερθεισών απαιτήσεών της σε βάρος της ως άνω...
ΕΠΕ.... Η καθής... προέβη εμπροθέσμως σε δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στο οποίο ισχυριζόταν, σε σχέση με την κατασχεθείσα εις χείρας της ως τρίτης απαίτηση, τα εξής ".....ΔΗΛΩΝΩ ότι άπασες οι αναφερόμενες στο ως άνω κατασχετήριο "απαιτήσεις" της ως άνω καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ, για τους ακόλουθους λόγους: 1.
Διότι άπαντα τα ως άνω αναφερόμενα στο ως άνω κατασχετήριο ποσά έχουν αποδοθεί από εμένα προς την καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία, κατά το χρόνο που αυτή υφίστατο, αμέσως μετά την κατάθεσή τους στον ως άνω τραπεζικό μου λογαριασμό από την κατασχούσα. Πλέον συγκεκριμένα, τα ποσά αυτά κατατίθεντο στον λογαριασμό μου από την κατασχούσα, με μόνο σκοπό την εκ μέρους μου ανάληψη και απόδοσή τους στο ταμείο της ως άνω εταιρείας, χωρίς εγώ ποτέ να ελέγξω την αιτία και την ακρίβεια του ποσού που μου κατέθετε εκάστοτε η κατασχούσα, ενώ μόνη αυτή ήταν υπεύθυνη για την ακρίβεια του υπολογισμού - εκκαθαρίσεώς του. 2.
Διότι εις άπασες τις ανωτέρω περιπτώσεις, λειτουργούσα ως "μεταφορέας" των χρημάτων που μου κατέθετε εκάστοτε η κατασχούσα στον ως άνω λογαριασμό μου προς το ταμείο της εταιρείας, προς διευκόλυνση της αναλήψεως των χρημάτων και προς αποφυγή της συνεχούς μεταβάσεως του τότε διαχειριστού της καθ' ης η εκτέλεση εταιρείας, Σ.
Κ., στην τράπεζα για την ανάληψη των ποσών αυτών από εταιρικό λογαριασμό. 3. Διότι η καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία έχει λυθεί και εκκαθαριστεί, ώστε κατά συνέπεια, καμία απαίτησή της εναντίον μου ή εναντίον οποιουδήποτε τρίτου δεν υφίσταται πλέον, ελλείψει υποκειμένου. Για τους ανωτέρω λόγους ΔΗΛΩΝΩ ότι ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΙ ΚΑΤΑΣΧΕΘΕΙΣΕΣ "ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ"...". ...Με τη δήλωσή της αυτή η καθής η ανακοπή δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της απαίτησης της καθής η εκτέλεση εναντίον της, και ειδικότερα δεν αμφισβήτησε αφενός ότι η κατασχούσα - ...
ανακόπτουσα... κατέθεσε πράγματι στον προσωπικό λογαριασμό αυτής... τα αναλυτικά προσδιοριζόμενα [στο... από 4-4-2011 κατασχετήριο] χρηματικά ποσά, στις αναφερόμενες στο ως άνω κατασχετήριο ημερομηνίες, αφετέρου... ότι τα χρηματικά ποσά αυτά είχαν κατατεθεί στον προσωπικό της λογαριασμό υπό της κατασχούσας - ...
ανακόπτουσας... με μοναδικό σκοπό να αποδοθούν υπό της καθής η κατάσχεση ως τρίτης... στην... οφειλέτρια της κατασχούσας ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.".... Επίσης ουδόλως αμφισβήτησε με την προαναφερόμενη δήλωσή της ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών... την απαίτηση της ανακόπτουσας εναντίον της καθής η εκτέλεση. ...
Αποδείχτηκε... ότι πράγματι υφίστατο, σε βάρος της τώρα εφεσιβλήτου, απαίτηση της ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", συνολικού ποσού υπερβαίνοντος τα 250.000 ευρώ, προερχόμενη από τις πράγματι γενόμενες για λογαριασμό της ως άνω ΕΠΕ υπό της... ανακόπτουσας... καταθέσεις στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της...
εφεσιβλήτου. Συγκεκριμένα... είχαν κατατεθεί υπό της... ανακόπτουσας... στον ......4045 προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό που η τρίτη (... εφεσίβλητη) τηρούσε επ' ονόματί της στην ......, τα εξής ποσά στις ακόλουθες ημερομηνίες, με μοναδικό σκοπό αυτή (εφεσίβλητη) να τα αποδώσει στην ΕΠΕ...". Το Εφετείο παραθέτει ακολούθως τα κατατεθέντα χρηματικά ποσά στις αντίστοιχα αναγραφόμενες ημερηρομηνίες και στη συνέχεια δέχθηκε τα εξής: "Και είναι γεγονός ότι...
η... καθής ... ισχυρίστηκε, με την ως άνω δήλωσή της ως τρίτης ενώπιον του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ότι έχει ήδη αποδώσει τα προαναφερθέντα και κατασχεθέντα εις χείρας της ως τρίτης ποσά στην προαναφερθείσα ΕΠΕ..., προβαίνοντας έτσι σε αρνητική δήλωση ως προς την εις χείρας της ως τρίτης κατασχεθείσα απαίτηση.
Με την ένδικη ανακοπή της όμως η ανακόπτουσα... ανέκοψε..., εμπρόθεσμα ... την προαναφερόμενη ρητή αρνητική δήλωση της καθής, επικαλούμενη ανακρίβεια αυτής, και ειδικότερα αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, ότι δηλαδή η τρίτη - καθής... είχε αποδώσει πράγματι τα... κατασχεθέντα εις χείρας της ως τρίτης χρηματικά ποσά στην υπέρ ής οι ως άνω χρηματικές καταθέσεις ΕΠΕ....
Η καθής... στην προαναφερθείσα από 12/4/2011 αρνητική δήλωσή της ως τρίτης, αλλά και με τις ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της ισχυρίστηκε μεν κατ' ορθήν εκτίμηση των εκεί ισχυρισμών της ότι η εις χείρας της (ως τρίτης) κατασχεθείσα απαίτηση που είχε σε βάρος της η ως άνω οφειλέτρια της κατασχούσας έχει αποσβεσθεί με καταβολή (εξόφληση) στην ως άνω ΕΠΕ, δεν απέδειξε όμως....
την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της αυτού και ειδικότερα δεν απέδειξε ότι είχε όντως εξοφλήσει πράγματι με καταβολές συγκεκριμένων χρηματικών ποσών σε συγκεκριμένες (για κάθε καταβολή) ημερομηνίες και σε κάθε περίπτωση με καταβολές γενόμενες πριν την [από 4-4-2011] επίδοση σε αυτήν του προαναφερόμετου κατασχετήριου εις χείρας της ως τρίτης, την εις χείρας της (ως τρίτης) κατασχεθείσα, μέχρι του ποσού των 75.331,97, απαίτηση που είχε σε βάρος της η ως άνω ΕΠΕ οφειλέτρια της κατασχούσας. ...
Εν όψει όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο ... ισχυρισμός αυτής (καθής - ... ως τρίτης) ότι η προαναφερόμενη και κατασχεθείσα εις χείρας της (ως τρίτης) μέχρι του ποσού των 75.331,97, απαίτηση που είχε σε βάρος της η ως άνω ΕΠΕ... είχε αποσβεσθεί με καταβολή (εξόφληση) γενόμενη υπ' αυτής στην ως άνω ΕΠΕ, πριν την [από 4-4-2011] επίδοση σε αυτήν του προαναφερόμενου κατασχετήριου εις χείρας της ως τρίτης...
Ενόψει όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, και ιδία εν όψει της παράστασης της ως άνω ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", ως υπό εκκαθάριση τελούσας (ακόμη) κατά την δικάσιμο της 17-3-2015 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών,... αποδείχθηκε ότι η εκκαθάριση της (οφειλέτριας...) ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", δεν είχε περατωθεί στις 4-4-2011, [οπότε επιδόθηκε στην καθής ...
το από 4-4-2011 κατασχετήριο για την προαναφερθείσα [ευρισκόμενη εις χείρας της ως τρίτης, ...] απαίτησή της σε βάρος της καθής...], ούτε στις 12-4-2011 οπότε υπέβαλε η... καθής... ως τρίτη την ανακοπτόμενη... ....57/12-4-2011 δήλωσή της. Συνακόλουθα,... απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ...τυγχάνει και ο (περιεχόμενος στην ως άνω δήλωσή της ως τρίτης) ισχυρισμός της...
εφεσίβλητης ότι αφού "η καθ' ης η εκτέλεση εταιρεία έχει λυθεί και εκκαθαριστεί, κατά συνέπεια, καμία απαίτησή της εναντίον μου ή εναντίον οποιουδήποτε τρίτου δεν υφίσταται πλέον, ελλείψει υποκειμένου". Ειδικότερα, ... αφενός η λύση του νομικού προσώπου της ΕΠΕ δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη μετά τη λύση της εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθαρίσεως, αποδείχθηκε δε,...
ότι η εκκαθάριση της προαναφερθείσας ΕΠΕ... (άρα και η νομική της προσωπικότητα ) δεν είχε λήξει κατά τον χρόνο επιβολής της ένδικης από 4.4.2011 κατάσχεσης εις χείρας της καθής ... ως τρίτης ... ούτε στις 12-4-2011 οπότε υπέβαλε η ... καθής... ως τρίτη την ανακοπτόμενη υπ' αρ. ....57/12-4-2011 δήλωσή της. Άλλωστε [και ανεξαρτήτως ότι, εν προκειμένω, ...
δεν είχε λήξει η εκκαθάριση της προαναφερθείσας ΕΠΕ... (άρα και η νομική της προσωπικότητα)..., ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, [όπως εν προκειμένω... αποδείχτηκε ότι υπήρχαν... οι (αναγκαστικά κατασχεθείσες εις χείρας της.. καθής... ως τρίτης ), ...
ανείσπρακτες απαιτήσεις της ως άνω εταιρείας σε βάρος της... καθής ...] επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της [φερόμενης ως λυθείσης] εταιρείας από τους εκκαθαριστές, ώστε η νομική προσωπικότητα της... εταιρείας θεωρείται ότι εξακολουθεί να υφίσταται μέχρις ότου πληρωθούν οι υποχρεώσεις και εισπραχθούν οι τυχόν απαιτήσεις που έχουν αναφανεί.
Επομένως,... Α] αποδείχτηκε... ότι στις 4.4.2011 (δηλαδή κατά τον χρόνο επιβολής της ένδικης από 4.4.2011 κατάσχεσης εις χείρας της καθής ... ως τρίτης) πράγματι υφίσταντο σε βάρος της τώρα καθής - εφεσιβλήτου οι προαναφερόμενες απαιτήσεις της ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", συνολικού ποσού υπερβαίνοντος τα 250.000 ευρώ, προερχόμενες από τις πράγματι γενόμενες για λογαριασμό αυτής (ως άνω ΕΠΕ) υπό της...
ανακόπτουσας... - εκκαλούσας χρηματικές καταθέσεις στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της... εφεσιβλήτου και συγκεκριμένα αφού αποδείχτηκε ότι είχαν κατατεθεί υπό της... ανακόπτουσας κατ' εντολή και για λογαριασμό της ως άνω εργοδότριάς της ΕΠΕ στον υπ' αριθμ. ...4045 προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της...
εφεσιβλήτου..., που η τρίτη (εφεσίβλητη) τηρούσε στην ...... τα ανωτέρω αναφερθέντα χρηματικά ποσά, συνολικού ύψους 250.00 ευρώ, με μοναδικό σκοπό αυτή (εφεσίβλητη) να τα αποδώσει στην ΕΠΕ με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.",... Β] δεν αποδείχτηκε... η ουσιαστική βασιμότητα και η ακρίβεια του περιεχόμενου στην ανακοπτόμενη υπ' αρ. ...57/12-4-2011 αρνητική δήλωση της καθής και ήδη εφεσίβλητης ως τρίτης ισχυρισμού, δηλαδή δεν αποδείχτηκε..
ότι η εις χείρας της (ως τρίτης) κατασχεθείσα αναγκαστικά απαίτηση που είχε σε βάρος της η ως άνω ΕΠΕ..., οφειλέτρια της κατασχούσας, έχει αποσβεσθεί με καταβολή (εξόφληση) πριν την ως άνω αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της εφεσίβλητης ως τρίτης, καθόσον η καθής - εφεσίβλητη - τρίτη δεν απέδειξε ότι είχε όντως εξοφλήσει με καταβολές συγκεκριμένων χρηματικών ποσών σε συγκεκριμένες...
ημερομηνίες και σε κάθε περίπτωση με καταβολές γενόμενες πριν την [από 4-4-2011] επίδοση σε αυτήν του προαναφερόμενου κατασχετήριου..., την εις χειρας της (ως τρίτης) κατασχεθείσα, μέχρι του ποσού των 75.331,97, απαίτηση που είχε σε βάρος της η ως άνω ΕΠΕ οφειλέτρια της κατασχούσας [για την οποία ΕΠΕ... αποδείχτηκε πως αυτή βρισκόταν ακόμη υπό εκκαθάριση κατά τον χρόνο της ως άνω από 4.4.2011 κατάσχεσης εις χείρας της καθής εφεσίβλητης ως τρίτης και της υποβολής υπ' αυτής....
της ένδικης ανακοπτόμενης δήλωσης, συνακόλουθα υφίστατο η νομική της προσωπικότητα αφού δεν είχε περατωθεί ακόμη η εκκαθάρισή της...]..., αφού, ...αποδείχτηκε ότι η έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο ανακοπτόμενη υπ' αρ. ....57/12-4-2011 αρνητική δήλωσης της καθής και ήδη εφεσίβλητης ως τρίτης στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών είναι ανακριβής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ότι η ανακοπτόμενη αρνητική δήλωση της αναιρεσείουσας ως τρίτης είναι ανακριβής και επίσης ότι η αναιρεσείουσα (καθής η ανακοπή) οφείλει στην αναιρεσίβλητη (ανακόπτουσα) την κατασχεθείσα αναγκαστικά εις χείρας της ως τρίτης απαίτηση και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το κατασχεθέν αναγκαστικά εις χείρας της ως τρίτης συνολικό ποσό των 75.331,97 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας από την επίδοση της υπό κρίση ανακοπής, αν και η τελευταία με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε περιορίσει το αιτούμενο ποσόν σε 35.081,97 ευρώ, χωρίς ωστόσο ως προς το ζήτημα τούτο να προβάλλεται λόγος αναιρέσεως.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 713, 719 ΑΚ, 985, 986 και 988 ΚΠολΔ, τις οποίες εφάρμοσε, έστω και αν οι διατάξεις των άρθρων 713 και 719 ΑΚ δεν μνημονεύονται ρητά στην απόφαση, ως προς τις οποίες, ωστόσο, αυτή παραδεκτά συμπληρώνεται από το παρόν Δικαστήριο κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες στηρίζουν το αίτημα της ανακοπής και δικαιολογούν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, αφενός μεν η συνδέουσα την ανωτέρω οφειλέτρια εταιρία με την επωνυμία "...
Ε.Π.Ε." και την αναιρεσείουσα έννομη σχέση, δυνάμει της οποίας η τελευταία είχε μοναδική υποχρέωση να της αποδίδει τα κατατιθέμενα στο λογαριασμό της από την αναιρεσίβλητη χρηματικά ποσά, ήταν αυτή της εντολής και, συνεπώς, ήταν αυτή (αναιρεσείουσα) τρίτο πρόσωπο, αφετέρου δε, δεν απέδωσε, όπως όφειλε, τα αναφερόμενα ποσά στην εταιρεία, με αποτέλεσμα να υφίσταται κατ' αυτής, κατά το χρόνο της κατάσχεσης, η ένδικη χρηματική απαίτηση της οφειλέτριας εταιρίας από τη συγκεκριμένη σχέση εντολής και, ως εκ τούτου, η αρνητική δήλωση της αναιρεσείουσας ως τρίτης στο Ειρηνοδικείο Αχαρνών είναι ανακριβής.
Επί πλέον, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλομένη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, αφού η, κατά τρόπο συνεπτυγμένο, αλλά σαφή παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης ότι υφίστατο σχέση εντολής μεταξύ οφειλέτριας εταιρείας και αναιρεσείουσας, δεν αναιρεί την επικαλούμενη από την τελευταία ιδιότητα αυτής ως βοηθού εκπληρώσεως της εταιρείας (ΑΠ 1717/2012), πέραν του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης της εταιρείας με τη χρησιμοποίηση βοηθού εκπληρώσεως, αλλά για απαίτηση αυτής προς είσπραξη των ένδικων χρηματικών ποσών.
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ της προσβαλλόμενης απόφασης, και συγκεκριμένα αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της οφειλής αυτής προς την οφειλέτρια εταιρεία με την επωνυμία "...
Ε.Π.Ε.", καθόσον, ενώ δέχεται ότι η ανωτέρω εταιρεία έχει απαίτηση κατ' αυτής, συνολικού ποσού υπερβαίνοντος τα 250.000 ευρώ, προερχόμενη από τις πράγματι γενόμενες από την αναιρεσίβλητη χρηματικές καταθέσεις στον προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό της, στη συνέχεια, δέχεται ότι η ως άνω ΕΠΕ είχε συσσωρευθείσες ζημίες ανερχόμενες στο ποσόν των 639.990 ευρώ για τα οικονομικά έτη 2005 και 2006, για τις οποίες η ως άνω ΕΠΕ έκρινε σκόπιμο, αντί να τις διεκδικήσει με κάθε νόμιμο τρόπο, να προβεί σε συμψηφισμό και διαγραφή τους με αντίστοιχη μείωση του εταιρικού κεφαλαίου κατά το ποσό των 639.990 ευρώ, θεωρώντας έτσι ότι στις ζημιές των οικονομικών ετών 2005-2006, που διεγράφησαν κατά τη λύση της εταιρίας, περιλαμβάνονταν και απαιτήσεις της οφειλέτριας εταιρείας εναντίον της, καίτοι οι απαιτήσεις αφενός και οι ζημιές αφετέρου αποτελούν όλως διαφορετικά και μη υποκείμενα σε σύγκριση μεγέθη και η τυχόν μη απόδοση από αυτή των χρημάτων στην εταιρεία δεν μπορούσε να συνιστά ζημία.
Ωστόσο, οι ανωτέρω αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα, αποτελούν απλά πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, ειδικότερα δε η σχετική αναφορά του Εφετείου σχετικά με τη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας κατά το ποσό των 639.990 ευρώ, με συμψηφισμό και διαγραφή ισόποσων συσσωρευθεισών ζημιών οικονομικών ετών 2005 και 2006, έγινε κατά την αξιολόγηση της ένορκης βεβαίωσης του εκκαθαριστή της εταιρείας Χ.
Μ. και της περιεχόμενης σε αυτή κατάθεσής του ότι η οφειλέτρια εταιρία δεν είχε απαίτηση κατά της αναιρεσείουσας από την ως άνω αιτία. Επομένως, είναι αβάσιμος και ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αυτής παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2018 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της 4032/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ