Legislator Case Law & Legislation
1132/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive challenge to evidence evaluation.

Case Number 1132/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision. The appellant argued that the court failed to consider all evidence, but the court held that assessing the weight of conflicting medical reports is an uncontrollable appellate review. Consequently, the appeal was rejected as substantively unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot re-evaluate evidence or substitute its own assessment of conflicting medical reports, limiting its review to procedural legality and the absence of new facts.

Keywords

AI generated
uncontrollable appellate review evaluation of evidence medical reports credibility procedural dismissal legal costs allocation substantive unfounded appeal medical expert opinions

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 242/2015
Supreme Court Case 546/2015
Supreme Court Case 1726/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1132 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1132/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μερόπης Παπαθανασίου του Βασιλείου, συζ. Γεωργίου, κατοίκου Πολίχνης Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χορόζογλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βακουφάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6754/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1246/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-3-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι η κρινόμενη από 21-3-2017 (αρ.

κατ. 52/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1246/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από την υπ' αρ. 2099/12-12-2017 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Γ.

Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 130 παρ. 1 ΚΠολΔ), στον 1ο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 1ος αναιρεσίβλητος, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και το 2ο αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ.

Επομένως, αφού ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτού.

Η κρινόμενη από 21-3-2017 (αρ. κατ. 52/2017) αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 1246/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Η διάταξη του άρθρ. 930 παρ. 3 του ΑΚ ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, σύμφωνα με την οποία η αξίωση για αποζημίωση, που έχει ο παθών εναντίον εκείνου που τον ζημίωσε, δεν πρέπει να αποκλείεται, όταν η ζημία του καλύφθηκε από άλλον, αφού κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβαίνει προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός, ότι ήδη άλλος κάλυψε για οποιονδήποτε λόγο τη ζημία του παθόντος, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο νόμο, όπως συμβαίνει με το άρθρ. 18 του Ν. 1654/1986, κατά το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του.

Έτσι, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, ο υπαίτιος για τον τραυματισμό άλλου, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος για υπηρεσίες τρίτων προς αυτόν, που κάλυψαν ανάγκες απότοκες του τραυματισμού του, έστω και αν δεν κατέβαλε αμοιβή για τις υπηρεσίες αυτές, δηλαδή πρόκειται για αφιλοκερδείς υπηρεσίες, αφού ο υπαίτιος του τραυματισμού δεν επιτρέπεται και πάλι να ωφεληθεί και να μην καταβάλει τελικώς στον παθόντα ως αποζημίωση το ποσό, στο οποίο αποτιμώνται οι υπηρεσίες τρίτων, που του παρασχέθηκαν μεν δωρεάν, δεν θα είχε όμως αναγκασθεί να τις χρησιμοποιήσει, αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του ζημιώσαντος (ΑΠ 1723/2014, ΑΠ 132/2010).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων.

Έτσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι' αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014).

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που αυτή είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και ειδικότερα, την από 27-3-2014 ιατρική βεβαίωση και την από 5-10-2015 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου, Α. Δ., που προσκομίστηκαν παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου ως οψιγενή αποδεικτικά μέσα κατ' άρθρ. 529 παρ. 1 ΚΠολΔ και ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης, διότι αποδεικνύουν, ότι η ψυχοδιανοητική διαταραχή από την οποία πάσχει είναι απότοκος του τραυματισμού της και καθιστά αναγκαία την παρουσία συμπαραστάτη επί εικοσιτετραώρου βάσης για την αποφυγή κινδύνου αυτοτραυματισμού και αυτοκτονίας της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα, ως επιβάτης του λεωφορείου που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος και ανήκε στην ιδιοκτησία του 2ου αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, τραυματίστηκε σοβαρά σε τροχαίο ατύχημα, που συνέβη στις 5-6-2005 στη Θεσσαλονίκη, ότι με την υπ' αριθμ. 40101/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί επί προγενέστερης αγωγής της παθούσας, έχει κριθεί με ισχύ δεδικασμένου αποκλειστικά υπαίτιος για τον τραυματισμό της ο 1ος αναιρεσίβλητος, ότι η παθούσα άσκησε επίσης κατά των αναιρεσιβλήτων την ένδικη από 27-12-2013 (αρ.

κατ. 99/2014) αγωγή,που αφορά το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα της διετίας 2013-2014, με την οποία ζητούσε αποζημίωση για διαφυγόντα εισοδήματα και πλασματική αμοιβή θεραπενίδος - οικιακής βοηθού για την ανωτέρω διετία, επικαλούμενη ότι εξαιτίας του ατυχήματος πάσχει επί πλέον και από ψυχική νόσο, η οποία, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, καθιστά αναγκαία την παρουσία τρίτου προσώπου ως βοηθού συμπαραστάτη αυτής και ότι τις υπηρεσίες αυτές της πρόσφεραν, κατά την ανωτέρω διετία, οι τρεις θυγατέρες της, καθόλο το εικοσιτετράωρο, για οκτώ ώρες ημερησίως, εναλλάξ, καθεμιά.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6754/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το κονδύλιο περί διαφυγόντων εισοδημάτων, αλλά απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο περί πλασματικής αμοιβής θεραπενίδας κρίνοντας ότι αποδείχθηκε ότι η παθούσα - ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μπορεί να αυτοεξυπηρετείται και ότι στα σωματικά και ψυχολογικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει, την συνεπικουρούν ο σύζυγος και ο γιός της (που είναι νοσοκόμος) και διαμένουν μαζί της (βλ.

σελ. 4α απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που επιτρεπτά επίσης επισκοπείται ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης). Κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι ήδη αναιρεσίβλητοι - υπόχρεοι προς αποζημίωση, άσκησαν την από 15-9-2015 (αρ. κατ. 3089/2015) έφεση, με την οποία έπλητταν το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων (που είχε γίνει δεκτό κατ' ουσίαν) και η ενάγουσα παθούσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την αντίθετη από 20-10-2015 (αρ.

κατ. 3590/2015) έφεσή της, με την οποία έπληττε το απορριφθέν κονδύλιο περί πλασματικής αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδας, για την ουσιαστική παραδοχή του οποίου είχε προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου, παραδεκτά κατ' άρθρ. 529 αρ. 1 ΚΠολΔ, την από 27-3-2014 ιατρική βεβαίωση του ψυχίατρου, Α. Δ. και την από 5-10-2015 ιατρική γνωμάτευση του ιδίου ως άνω ψυχίατρου - τεχνικού συμβούλου αυτής, τα οποία ήσαν οψιγενή αποδεικτικά μέσα, διότι συντάχθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (στις 13-2-2014).

Επί των ως άνω αντιθέτων εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων, το οποίο περιόρισε από το ποσό των 700 ευρώ μηνιαία, που είχε επιδικαστεί πρωτόδικα, σε 500 ευρώ μηνιαία για την επίδικη διετία και τελικά επιδίκασε στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα το συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ ως διαφυγόντα εισοδήματα από την εργασία της τραπεζοκόμου-καθαρίστριας.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την κατάσταση της υγείας της αναιρεσείουσας, που ασκεί ουσιώδη επίδραση για την επιδίκαση του κονδυλίου περί πλασματικής αμοιβής οικιακής βοηθού - θεραπενίδας, που αφορά τον μοναδικό ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 529 παρ. 1α' του ΚΠολΔ), για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρ. 395, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου (άρθρ. 681Α, 671 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ), καθώς και από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. 463/12-2-2014 και 1836/20-10-2016, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, του Γ. Ρ., έπειτα από νόμιμη κλήτευση των εφεσιβλήτων (βλ. υπ' αριθ. 1996ΣΤ/8-1-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Β.

Κ. και 11069Γ' και 11070Γ'/17-10-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Ε. Σ., αντίστοιχα), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Με την υπ' αριθμ. 40101/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας κατά των εναγομένων, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος που συνέβη στις 05-06-2005 στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 1ος εναγόμενος, οδηγός του αστικού λεωφορείου του 2ου εναγομένου ΝΠΙΔ, προστηθείς στην οδήγησή του από το τελευταίο.

Η ενάγουσα, η οποία ήταν επιβάτης του λεωφορείου, λόγω του συγκεκριμένου ατυχήματος τραυματίσθηκε σοβαρά και υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και κάκωση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και ειδικότερα, αναστροφή της λόρδωσης της σπονδυλικής στήλης και προβολές των μεσοσπονδύλιων δίσκων Α3-Α4, Α4-Α5 και Α3-Α6, που προκλήθηκαν από την κάκωση του αυχένα της ενάγουσας.

Με τη με αριθ. 526/2009 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευροχειρουργού ιατρού Α. Σ., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας με την υπ' αριθ. 31387/2009 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια προγενέστερης δίκης μεταξύ των διαδίκων, ο πραγματογνώμονας διεπίστωσε ότι η ενάγουσα υποφέρει από επεναλαμβανόμενες κρίσεις αυχεναλγίας, ινιακής κεφαλαλγίας, ζάλη, αιμωδίες άνω άκρων και αστάθεια στάσης (σημείο Romberg+) και βάδισης και κρίνοντας από τον κλινικό και νευροαπεικονιστικό έλεγχο (αναστροφή της λόρδωσης της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης σε έδαφος χρονίων εκφυλιστικών αλλοιώσεων) και την εγκατάσταση μόνιμης συμπτωματολογίας μετά το ατύχημα, ο πραγματογνώμονας δεν αποκλείει την πιθανότητα να επιδεινώθηκε η ήδη υπάρχουσα βλάβη της υγείας της ενάγουσας.

Από την

ανωτέρω ιατρική πραγματογνωμοσύνη προκύπτει ότι η ενάγουσα είχε ένα έδαφος χρονίων εκφυλιστικών αλλοιώσεων στον αυχένα της, αλλά η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά το ατύχημα, οπότε και εγκαταστάθηκε η μόνιμη συμπτωματολογία (αυχεναλγία, κεφαλαλγία, ζάλη, αιμωδίες, αστάθεια). Επίσης, η ψυχική νόσος, από την οποία πάσχει η ενάγουσα, είναι απότοκος του ένδικου τραυματισμού της (βλ.

κατωτέρω γνωμοδότηση ψυχιάτρου, που διορίσθηκε από την ως άνω δικαστική απόφαση... Πριν το ατύχημα η ενάγουσα εργαζόταν ως καθαρίστρια-τραπεζοκόμος στην βιοτεχνία κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων με την επωνυμία "... ΑΕ" και λόγω του τραυματισμού της κατέστη ανίκανη για παροχή πλήρους εργασίας. Από την 01-01-2006 έως 20-9-2007 εργάσθηκε επί τρίωρο ημερησίως στον Δήμο Πανοράματος.

Μετά από αυτό το διάστημα δεν ξαναεργάσθηκε, διότι εκτός από τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες αποδείχθηκε πως πάσχει και από καταθλιπτικό επεισόδιο με σωματικό σύνδρομο, που είναι απότοκο του ένδικου τραυματισμού της και την εμποδίζει στην άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος (βλ. την από 5-11-2009 γνωμοδότηση του ψυχιάτρου ιατρού Α.

Δ.... Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα χρήζει τη βοήθεια και τη φροντίδα συνεχώς κάποιου τρίτου προσώπου-βοηθού συμπαραστάτη. Συγκεκριμένα, όπως κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η μάρτυρας-κόρη της ενάγουσας, η τελευταία αντιμετωπίζει μεν τα προαναφερθέντα σωματικά και ψυχολογικά προβλήματα, όμως μπορεί και "εξυπηρετείται μόνη της".

Συνεπώς, το αγωγικό αίτημα προς αποζημίωση για την απασχόληση των τριών θυγατέρων της ως βοηθών - συμπαραστατών πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο...". Με τις ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, προκύπτει, ότι στα εκτιμηθέντα αποδεικτικά μέσα ρητά αναφέρει στη σελίδα 9 αυτού, ότι έλαβε υπόψη του "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου...", όπως, δηλαδή και τα δύο έγγραφα (ιατρική βεβαίωση και ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου, Α.

Δ.), για τα οποία αιτιάται η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και τα οποία είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με αριθμό σχετικού Ε3 και Ε8 αντίστοιχα (βλ. σελ. 3 και 4 των από 8-11-2016 κατ' έφεση προτάσεών της). Τα ως άνω δύο έγγραφα, που συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση της αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα και εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, η επιλεκτική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 10 αυτής) στην υπ' αρ 526/ 2009 ιατρική δικαστική πραγματογνωμοσύνη του νευροχειρουργού, Α. Σ. και στην από 5-11-2009 γνωμοδότηση του ως άνω ψυχίατρου, ως δικαστικού πραγματογνώμονα (βλ. σελ. 12 και 13 της προσβαλλόμενης), που άλλωστε αποτελούσαν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα (δικαστικές πραγματογνωμοσύνες) και συνεπώς το Εφετείο όφειλε να τις μνημονεύσει ειδικά, δεν σημαίνει, ότι τα μη ιδιαιτέρως κατονομαζόμενα δύο ως άνω έγγραφα (ιατρική βεβαίωση και ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Α.

Δ.), τα οποία αποτελούσαν γνωμοδοτήσεις τεχνικού συμβούλου, δεν λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο, καθόσον η απόδοση μεγαλύτερης ή μικρότερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα επίμαχα, για τα οποία παραπονείται η αναιρεσείουσα, ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Τα επίμαχα έγγραφα συνιστούσαν γνωμοδοτήσεις του άρθρου 390 ΚΠολΔ και συνεπώς η μνεία της απόφασης, ότι έλαβε υπόψη της όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, περιλαμβάνει και αυτά, όπως άλλωστε τούτο προκύπτει χωρίς αμφιβολία, άλλως είναι αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης. Μάλιστα, στην από 27-3-2014 ιατρική βεβαίωση ο ως άνω ψυχίατρος βεβαιώνει, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή, ότι "...η σημερινή κλινική εικόνα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά από την εξέταση που έγινε το 2009...", ενώ στην από 5-10-2015 ιατρική του γνωμάτευση βεβαιώνει ,επίσης κατ' άκριβή αντιγραφή, ότι η αναιρεσείουσα "συνεχίζει και πάσχει από ψυχικό νόσημα και συγκεκριμένα από μετρίας έως σοβαράς βαρύτητας υποτροπιάζοντα καταθλιπτικά επεισόδια με σωματικό σύνδρομο...".

Από την ανωτέρω βεβαίωση του θεράποντος ιατρού της αναιρεσείουσας προκύπτει, ότι η κλινική εικόνα αυτής δεν είχε διαφοροποιηθεί ουσιωδώς και συνεπώς, ο ισχυρισμός της, ότι εάν το Δικαστήριο εκτιμούσε διαφορετικά τα δύο επίμαχα έγγραφα θα οδηγούσε την κρίση του σε διαφορετικό πόρισμα από το εξαχθέν, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η σχετική αιτίαση είναι και απαράδεκτη, διότι οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, συνακόλουθα, σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή σε αποτέλεσμα, που έρχεται σε αντίθεση με την θεμελιώδη επιταγή της διάταξης του άρθρου 561 αρ. 1 ΚΠολΔ περί του ανελέγκτου αναιρετικά του αποδεικτικού υλικού.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ αντίθετα, δεν θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουοας δικαστικά έξοδα υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2017 (αρ. κατ. 52/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1246/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του 2ου αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ