Legislator Case Law & Legislation
1132/2017 AI generated

1132/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1132/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1132/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε τις από 17-5-2016 και 9-11-2016 εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των από 4-7-2016 προσθέτων λόγων αναίρεσης της 67/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1132 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1132/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Δωρόθεο Παπαρρηγόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Λ. Ι. Θ. (το γένος Μ.) του Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρουσώ Παυλάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 19-1-2011 και 25-1-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 3/2013 και 90/2014 μη οριστικές και 67/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-10-2015 αίτησή του και τους από 4-7-2016 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε τις από 17-5-2016 και 9-11-2016 εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των από 4-7-2016 προσθέτων λόγων αναίρεσης της 67/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του από το άρθρο 3 του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.

Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από, για οποιονδήποτε λόγο, ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ’ άρθ. 575 ΚΠολΔ και επομένως η άσκηση των προσθέτων λόγων μετά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο των προσθέτων λόγων. (ΟλΑΠ 654/1984, ΑΠ 939/2011, ΑΠ890/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, η από 19 Οκτωβρίου 2015 αίτηση του Κ. Λ. για αναίρεση της 67/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, προσδιορίσθηκε αρμοδίως να συζητηθεί αρχικά στη δικάσιμο της 30-5-2016 και μετ’ αναβολή στη δικάσιμο της 17-10- 2016. Ο αναιρεσείων, με το από 4-7-2016 αυτοτελές δικόγραφο, άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης.

Το δικόγραφο όμως αυτό των προσθέτων λόγων, είναι ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, απαράδεκτο, αφού δεν ασκήθηκε μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών, πριν από την πρώτη χρονολογικώς προσδιορισμένη δικάσιμο της αίτησης αναίρεσης (30-5-2016) αλλά πολύ μετά από αυτήν και συγκεκριμένα, στις 5-7-2016 και για το λόγο αυτό, είναι απορριπτέο και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.

Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.

Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς του.

Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.

Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Τέλος, το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου, προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.

Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως.

Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.

Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρά την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων.

Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής.

Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ’ άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 317/2015).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 17.6.2005, στα Χανιά, όπου και εγκαταστάθηκαν. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα τέκνο, το Φ. Λ., που γεννήθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2007. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά τον Οκτώβριο του 2009, όταν ο ενάγων-εναγόμενος αποχώρησε από την οικογενειακή εστία και μετοίκησε σε διαμέρισμα που μίσθωσε για το σκοπό αυτό, η δε ενάγουσα- εναγόμενη παρέμεινε στην οικογενειακή κατοικία, στον ..., μαζί με τον ανήλικο και τη ρουμανικής καταγωγής Φ.

Φ., η οποία ανέλαβε τη φροντίδα του ανήλικου αμέσως μετά τη γέννηση του. Στη συνέχεια ξέσπασε μεταξύ των διαδίκων ένας αδιάκοπος δικαστικός αγώνας με πλήθος αγωγών, αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, μηνύσεων κλπ με αντικείμενο διαμάχης το ανήλικο τέκνο τους. Ειδικότερα αναφορικά με την επιμέλεια του ανήλικου, εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 339/31.12.2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), με την οποία ανατέθηκε προσωρινά στη μητέρα η επιμέλεια του ανήλικου και ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με δύο διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με το αν το τέκνο θα διέμενε στα Χανιά ή στην Τιμισοάρα της Ρουμανίας, εφόσον η μητέρα που είναι ρουμανικής καταγωγής, είχε ήδη εκδηλώσει την πρόθεση της να αναχωρήσει για μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα αυτή.

Για την περίπτωση, συγκεκριμένα που αυτό θα διέμενε στα Χανιά, ορίστηκε επικοινωνία, εκτός της οικίας της μητέρας, κάθε Τρίτη ημέρα της εβδομάδας, καθώς και κάθε πρώτο και τρίτο Σαββατοκύριακο του μήνα. Για την περίπτωση που αυτό θα διέμενε στη Ρουμανία, καθορίστηκε επικοινωνία κατά τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων και επί ένα μήνα το καλοκαίρι.

Η επικοινωνία αυτή ορίστηκε να γίνεται στην Ελλάδα, όπου και θα μετέφερε ο πατέρας το ανήλικο ενταύθα το επέστρεφε στην οικία της μητέρας μετά το τέλος της επικοινωνίας. Ακολούθησε, μετά από αίτηση του ενάγοντα, η με αριθ. 93/29.3.2011 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, το οποίο δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων μεταρρύθμισε την με αριθ.339/2010 απόφαση, ως προς το σκέλος που αφορούσε στη ρύθμιση της προσωπικής επικοινωνίας του πατέρα με το ανήλικο κατά το χρονικό διάστημα που αυτό θα διέμενε με τη μητέρα του στη Ρουμανία και όρισε ότι αυτή πλέον θα γίνεται στην Ελλάδα 1) κατά το μήνα Δεκέμβριο εκάστου έτους από ώρα 10.00’ της 14ης Δεκεμβρίου έως 27 Δεκεμβρίου, 2) κατά το μήνα Απρίλιο από ώρα 10.00 της 16ης Απριλίου έως 29 Απριλίου και 3) κατά τη θερινή περίοδο, από ώρα 10.00 της 15ης Ιουλίου έως 31 Αυγούστου.

Ορίστηκε ακόμη ο τρόπος παραλαβής και απόδοσης του ανήλικου στη μητέρα του, μετά τη λήξη του χρόνου της επικοινωνίας. Αιτία για τη μεταρρύθμιση του τρόπου της επικοινωνίας υπήρξε η αναχώρηση της εναγόμενης με το ανήλικο, στις 4.11.2011, για μόνιμη πλέον εγκατάσταση στη Ρουμανία και οι δυσκολίες που ανέκυψαν στο θέμα της επικοινωνίας με το ανήλικο.

Ωστόσο, με την αναχώρηση της εναγόμενης από την Ελλάδα, εντάθηκαν οι μεταξύ τους έριδες και διαφωνίες, καθώς ο εναγών επικαλείται απεγνωσμένες προσπάθειες τηλεφωνικής του επικοινωνίας με το ανήλικο και παραβίαση από μέρους της εναγόμενης της ορισθείσας για τη 16Π Απριλίου 2011 προσωπικής του επικοινωνίας με αυτό (αλλά και μεταγενεστέρων), η δε εναγόμενη επικαλείται άρνηση του πρώτου για συνεργασία του μαζί της στο θέμα της επικοινωνίας.

Στις 15.7.2011 που ο ενάγων μετέβη εκ νέου στην Τιμισοάρα, για να παραλάβει το ανήλικο για επικοινωνία στα πλαίσια της 93/2011 απόφασης, αφού επικοινώνησε προσωπικά με αυτό στην οικία του, του κοινοποιήθηκε η από 7.7.2011 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου της Τιμισοάρας Ρουμανίας, το οποίο, δεχόμενο δικαιοδοσία και αρμοδιότητα για λήψη προσωρινών μέτρων βάσει των άρθρων 20 παρ.1 και 8 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003, δικάζοντας χωρίς την κλήτευση του ενάγοντα λόγω του κατεπείγοντος που δέχθηκε ότι συνέτρεχε, μεταρρύθμισε την 93/2011 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και όρισε ότι ο πατέρας του δικαιούται να επισκέπτεται το ανήλικο στην κατοικία της καθής στη Ρουμανία μία φορά το μήνα, το πρώτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα, μεταξύ των ωρών 9.00 και 13.00 καθώς και μεταξύ των ωρών 17.00 και 20.00..προσωρινά έως τη λήψη άλλων μέτρων από το αρμόδιο για τη λύση της ουσίας της υπόθεσης δικαστήριο.

Περαιτέρω ο ενάγων συναντήθηκε με το ανήλικο στις 26.4.2012 στο κτίριο του Πρωτοδικείου Χανίων, όπου το τελευταίο μετέβη, συνοδευόμενο από τη μητέρα του για την επικοινωνία του Δικαστή με αυτό, ενόψει της τακτικής δίκης που διεξαγόταν.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η με αριθμ. 122/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων (εκκαλούμενη), η οποία ανέθεσε την επιμέλεια του ανήλικου στη μητέρα του και ρύθμισε την επικοινωνία με τον πατέρα του ως εξής: "Α) Κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο κάθε μήνα, ήτοι το Σάββατο από τις 10.00 έως 20.00 και την Κυριακή από 10.00 έως 20.00.

Η επικοινωνία του ενάγοντας με το τέκνο του δεν περιορίζεται στην οικία της εναγόμενης, ούτε με την παρουσία της, ωστόσο το ανήλικο τέκνο θα παραλαμβάνεται από τον πατέρα του από την οικία της εναγομένης και θα παραδίδεται από αυτόν, μετά το τέλος της επικοινωνίας, στην οικία της εναγομένης, Β) Κάθε καλοκαίρι και συγκεκριμένα από ώρα 10.00 της 15ης Ιουλίου μέχρι ώρα 20.00 της 31Πς Αυγούστου.

Κατά τις εορτές του Πάσχα από το Σάββατο του Λαζάρου και ώρα 10.00 ως και τη Δευτέρα του Πάσχα και ώρα 20.00 τον πρώτο χρόνο και από τη Δευτέρα του Πάσχα και ώρα 10.00 ως την Κυριακή του Θωμά και ώρα 20.00 το δεύτερο έτος, εναλλάξ κάθε έτος. Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων από 23 Δεκεμβρίου και ώρα 10.00 ως 30 Δεκεμβρίου και ώρα 20.00 εκάστου έτους και από 30 Δεκεμβρίου και ώρα 10.00 ως και 7 Ιανουάριου και ώρα 20.00, εναλλάξ κάθε έτος.

Το ανήλικο θα παραλαμβάνεται από την οικία της μητέρας του στη Ρουμανία, που υποχρεώνεται να το παραδίδει στον πατέρα του μαζί με το διαβατήριο του, ενώ η μητέρα του θα παραλαμβάνει το τέκνο μαζί με το διαβατήριο του από την Ελλάδα, από την οικία του πατέρα του, κατά τα οριζόμενα ανωτέρω καταληκτικά χρονικά σημεία".

Στη συνέχεια οι διάδικοι άσκησαν τις κρινόμενες εφέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθμ.3/2013 και 37/2013 (διορθωτική) αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, με τις οποίες αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επ’ αυτών και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης μέχρι την υποβολή στο Δικαστήριο αναλυτικής έκθεσης της Κοινωνικής Υπηρεσίας Χανίων συνοδευόμενη από παιδοψυχιατρική έκθεση σχετική με την ψυχική υγεία του ανήλικου Φ.

και την εμφάνιση ή μη ψυχικών προβλημάτων από την απομάκρυνσή του από τη μητέρα του, σε περίπτωση που ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στον εκκαλούντα πατέρα του και από την επικοινωνία του με τον εκκαλούντα- εφεσίβλητο πατέρα του, σε περίπτωση που ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου του στην εφεσίβλητη-εκκαλούσα μητέρα του.

Εξάλλου με την αριθμ.38/2013 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (ασφαλιστικά μέτρα), η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντα, μεταρρυθμίστηκε η με χρονολογία 7-7-2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου της Τιμισοάρας Ρουμανίας και ρυθμίστηκε προσωρινά το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του τελευταίου με το ανήλικο ως ακολούθως:

α) κατά το μήνα Ιούλιο 2013 το Σάββατο 20 Ιουλίου και την Κυριακή 21 Ιουλίου, κατά τις ώρες 9.00 μέχρι 13.00 και 17.00 μέχρι 20.00, β) κατά το μήνα Αύγουστο 2013, το δεύτερο Σαββατοκύριακο του μήνα, κατά τις ώρες 9.00 μέχρι 13.00 και 17.00 μέχρι 20.00 του Σαββάτου και της Κυριακής. Η ανωτέρω, υπό στοιχ. α’ και β’ επικοινωνία, θα γίνεται στην κατοικία της εναγόμενης στη Ρουμανία, γ) Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2013, το πρώτο Σαββατοκύριακο του μήνα, κατά τις ώρες 10.00 έως 20.00του Σαββάτου και της Κυριακής.

Η επικοινωνία του ενάγοντα με το τέκνο του δεν περιορίζεται στην οικία της εναγόμενης, ούτε με την παρουσία της, το δε ανήλικο θα παραλαμβάνεται από τον πατέρα του από την οικία της μητέρας και θα παραδίδεται από αυτόν στην ίδια, στην οικία της, μετά το τέλος της επικοινωνίας, δ) κατά τους μήνες από Νοέμβριο 2013 και μετέπειτα, το πρώτο Σαββατοκύριακο του μήνα, από ώρα 10.00 του Σαββάτου μέχρι ώρα 20.00 της Κυριακής.

Η επικοινωνία του πατέρα με το τέκνο του δεν περιορίζεται στην οικία της μητέρας, ούτε με την παρουσία της, το δε ανήλικο θα παραλαμβάνεται από τον πατέρα του από την οικία της τελευταίας και θα παραδίδεται από αυτόν στην ίδια, στην οικία της, μετά το τέλος της επικοινωνίας, ε) κάθε καλοκαίρι, πλην του θέρους 2013, από ώρα 10.00 της 15ης Ιουλίου μέχρι ώρα 20.00 της 10ης Αυγούστου, στ) κατά τις εορτές του Πάσχα, από το Σάββατο του Λαζάρου και ώρα 10.00 μέχρι και τη Δευτέρα του Πάσχα και ώρα 20.00 τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό και από τη Δευτέρα του Πάσχα και ώρα 10.00 μέχρι και την Κυριακή του Θωμά και ώρα 20.00 τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό και ζ) κατά τις εορτές των Χριστουγέννων από 23 Δεκεμβρίου και ώρα 10.00 έως και 30 Δεκεμβρίου και ώρα 20.00 τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό και από 30 Δεκεμβρίου και ώρα 10.00 μέχρι και 7 Ιανουάριου και ώρα 20.00’ τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό.

Στις υπό στοιχ. ε’ στ’ και ζ’ άνω περιπτώσεις, το ανήλικο τέκνο θα παραλαμβάνεται από τον πατέρα του από την οικία της μητέρας του στη Ρουμανία, που θα υποχρεώνεται να το παραδίδει στον πατέρα του μαζί με το διαβατήριο του, ενώ η μητέρα του θα παραλαμβάνει το τέκνο μαζί με το διαβατήριο του από την Ελλάδα, από την οικία του πατέρα του, μετά τη λήξη του χρόνου της επικοινωνίας.

Στη συνέχεια από τα ίδια αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ενάγουσα, από τη διάσταση των διαδίκων μέχρι σήμερα, ασκεί προσωρινά την επιμέλεια του ανήλικου, το οποίο διαμένει μαζί της στην οικία της στην Τιμισοάρα της Ρουμανίας, όπου έχει εγκατασταθεί πλέον μόνιμα και έχει εξασφαλίσει ένα ασφαλές και ήρεμο περιβάλλον, στο οποίο το παιδί μεγαλώνει.

Η ίδια είναι ιατρός ενδοκρινολόγος και εργάζεται τα πρωινά και λίγες ώρες με προγραμματισμένα ραντεβού τα απογεύματα, ενώ παράλληλα συνεργάζεται ως υποεξερευνήτρια σε δύο κλινικές μελέτες μόνο πρωινές ώρες, που ο ανήλικος απουσιάζει στο σχολείο. Τα απογεύματα αφιερώνει σημαντικό χρόνο στην ανατροφή και επίβλεψη του τέκνου της.

Ο ανήλικος ηλικίας 4,5 ετών (κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής) είναι παιδί με ιδιαίτερη ευφυΐα. Είναι εγγεγραμμένος στο σχολείο και κάνει πρόσθετα μαθήματα αγγλικών και χορού. Είναι επικοινωνιακός και φιλικός και έχει καλές σχέσεις με τους συμμαθητές του. Αγαπά τη μητέρα του και νοιώθει ιδιαίτερα ασφαλής μαζί της.

Εξάλλου λόγω της μικρής ηλικίας του έχει ανάγκη των φροντίδων και των περιποιήσεών της. Επίσης έχει αναπτύξει δυνατούς δεσμούς με το συγγενικό περιβάλλον της μητέρας και τα πρόσωπα εν γένει του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Ο ενάγων-εναγόμενος πατέρας του ανήλικου είναι νευρολόγος στο επάγγελμα, διατηρεί ιατρείο στην πόλη των Χανίων και από το έτος 1999 προσφέρει παράλληλα τις ιατρικές του υπηρεσίες στην Ελληνική εταιρεία Προστασίας και Αποκατάστασης Αναπήρων Παίδων Χανίων, η δε συνεργασία του με το προσωπικό και τη διοίκηση υπήρξε άψογη και η επαφή του με τους γονείς και τα παιδιά υποδειγματική, σε επαγγελματικό και ανθρώπινο επίπεδο.

Είναι επίσης άτομο με συναισθηματική ωριμότητα και ισόρροπη ψυχική κατάσταση. Αγαπά πολύ, το παιδί του και επιθυμεί να το έχει περισσότερο χρόνο κοντά του. Εξάλλου αποδείχτηκε ότι ο πατέρας του ανήλικου κατά το χρονικό διάστημα από 4.1.2011, που ο τελευταίος αναχώρησε με τη μητέρα του για τη Ρουμανία έως και τη συζήτηση της έφεσης έχει επικοινωνήσει με αυτό λίγες φορές μεταβαίνοντας ο ίδιος στην Τιμισοάρα στα πλαίσια της επικοινωνίας που όρισαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις των δικαστηρίων.

Ειδικότερα επικοινώνησε με τον ανήλικο στις 15.7.2011, 7.8.1.2012, 24.6.2012 (στο Δικαστήριο Πρωτοδικείο Χανίων, που είχε κληθεί ο ανήλικος για ελάχιστο χρόνο), 21.7.2013, 10..7.2013, 7.9.2013, 2.11.2013, 1.2.2014, 12.4.2014 και 15.7.2014,πάντοτε με την παρουσία διερμηνέα καθώς και της μητέρας του ανήλικου ή της νταντάς του. Επίσης είχαν ελάχιστες τηλεφωνικές συνομιλίες μεταξύ τους, αφού όπως είναι φυσικό η επικοινωνία είναι πολύ δύσκολη, καθώς δε μιλούν κοινή γλώσσα.

Η ενάγουσα-εναγόμενη ισχυρίζεται ότι είναι ακατάλληλος πατέρας όσον αφορά όχι μόνο στην επιμέλεια, αλλά και στο θέμα της επικοινωνίας, αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, που συνοδεύονται από πληθώρα γνωματεύσεων, ο ανήλικος πάσχει από επεισόδια πανικού, μετά από επικοινωνία του με τον πατέρα, εμφανίζει άλγος μετά από κακοποίηση, διαταραχές ύπνου λόγω άγχους, αισθήματα κατάθλιψης και υπαιτιότητας κλπ.

Μεταξύ άλλων προσκομίζει 1) την από 24.8.2010 ιατρική γνωμάτευση της παιδοψυχιάτρου του Ιατρείου Παίδων και Εφήβων του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Χανίων Β. Σ., σύμφωνα με την οποία ο ανήλικος "...πάσχει από επεισόδια πανικού με ουρλιαχτά και λυγμούς όταν η διάρκεια της επίσκεψης του πατέρα (μακριά από τη μητέρα) ξεπερνά τη μιάμιση ώρα περίπου...", 2) την από 11.4.2011 "Σύσταση" της ψυχολόγου A.

D. από την Τιμισοάρα Ρουμανίας, σύμφωνα με την οποία "...ο ανήλικος διαπερνάει αισθήματα κατάθλιψης και υπαιτιότητας... είναι τεταμένος και συνεσπασμένος, έχει και ένα σύνδρομο κατωτερότητας που βασίζεται σε έλλειψη εμπιστοσύνης στις δικές του δυνάμεις. Όλα αυτά τα αποτελέσματα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη του ανήλικου Φ.

Λ. έχει επηρεαστεί ψυχολογικά από τις επισκέψεις στον πατέρα του. Είναι δυνατόν αυτές οι αντιδράσεις του τέκνου να προκύψουν ως αποτέλεσμα συναισθηματικής κακοποίησης εκ μέρους του πατέρα του", 3) την από 10.2.2012 "Σύσταση" της ψυχολόγου Τιμισοάρας T. M., η οποία δέχεται και αυτή την ύπαρξη "αισθημάτων κατάθλιψης και υπαιτιότητας", "αυξημένο άγχος και συναισθηματική πάθηση που του προκάλεσαν σοβαρές διαταραχές" και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ανάπτυξη του ανηλίκου έχει επηρεαστεί ψυχολογικά από τις επισκέψεις στον πατέρα του, συστήνοντας εν τέλει το να μην υποχρεωθεί ο Φ.

Λ. να επισκεφθεί τον πατέρα του παρά τη θέληση του. Στη δε με αριθμ.πρωτ....11.2012 βεβαίωση της αναφέρει επιπρόσθετα ότι ο ανήλικος Φ. Λ. "...έχει διαγνωστεί με άγχος αποχωρισμού και ειδικές φοβίες. Συστάσεις : αποφυγή των συγκρούσεων και του αποχωρισμού από τη μητέρα και τη νταντά", 4) το από 15.4.2011 "περιληπτικό δελτίο" της νευρολόγου-ψυχολόγου για παιδιά S. V.

O. από την Τιμισοάρα στο οποίο αναφέρει ότι, "σύμφωνα με την ανάμνηση (ο ανήλικος) έζησε επεισόδια άγχους του χωρισμού από τη μητέρα με χρήση ενός μεταβατικού αντικειμένου (ένα μαξιλάρι που φέρει μαζί του στο ιατρείο) και ότι ήταν αναγκαία η ψυχολογική του εξέταση κατά την περίοδο του νηπιαγωγείου, "αφού παρουσίασε επεισόδια pavor nocturns νυχτερινού άγχους".

Τα έγγραφα αυτά δε μπορούν να αποτελέσουν ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για την ύπαρξη ψυχοπαθολογικών παθήσεων στο ανήλικο, πολύ δε περισσότερο για το ότι αίτιο πρόκλησης τους υπήρξε ο πατέρας του. Ειδικότερα όσον αφορά στην ιατρική γνωμάτευση της παιδοψυχιάτρου Σ., προέκυψε ότι μετά από αναφορές- καταγγελίες του αλλά και του Ι.

Κ. για αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της αναφορικά με το χειρισμό των υποθέσεων των τέκνων των καταγγελόντων, το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου Χανίων μετά από έρευνα και ΕΔΕ την οποία διέταξε, διαπίστωσε ότι η προαναφερόμενη παιδοψυχίατρος κατέληξε στο παραπάνω συμπέρασμα χωρίς την τήρηση της δέουσας διαδικασίας, για το λόγο αυτό με την ...2015 απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου του Ιατρικού Συλλόγου Χανίων, της επιβλήθηκε η ποινή της προσωρινής παύσης εξασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος.

Αναφορικά με τις λοιπές γνωματεύσεις πρέπει να σημειωθεί ότι προέρχονται από γενικούς ψυχολόγους, νευρολόγους ψυχολόγους χωρίς ιδιαίτερη εξειδίκευση στην παιδοψυχολογία, παιδοπαθοψυχολογία κλπ, για να μπορούν να πείσουν το δικαστήριο για την αλήθεια των συμπερασμάτων τους. Από κανένα άλλωστε αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος πατέρας συμπεριφέρθηκε προς το ανήλικο, κατά το χρόνο επικοινωνίας του με αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε να του δημιουργήσει ψυχολογικά προβλήματα.

Ακόμα και η ίδια η ενάγουσα- εναγόμενη δεν επικαλείται κανένα βίαιο περιστατικό εις βάρος του ανήλικου ή της ίδιας. Δύο περιστατικά τα οποία επικαλείται ειδικότερα για να τεκμηριώσει την αλήθεια των ισχυρισμών της, ότι στις 16.5.2010 το παιδί επέστρεψε στην οικία του, μετά από την προσωπική του επικοινωνία με τον πατέρα, με τραυματική κάκωση των δύο προσθίων οδόντων, το οποίο έλαβε χώρα με αφορμή πτώση του στο έδαφος και ακόμα ότι στις 24.8.2010, το παιδί επέστρεψε στην οικία του μετά την επικοινωνία και εμφάνισε πυρετό, που μπορεί να είχε και κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας είναι περιστατικά συνηθισμένα, που είναι δυνατό να ανακύψουν σε οποιοδήποτε παιδί και θα μπορούσαν να είχαν συμβεί ακόμα και αν έμενε με τη μητέρα του, δεν σχετίζονται δε σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής λογικής και εμπειρίας με παραμέληση εποπτείας από μέρους του προσώπου που το φροντίζει.

Ενόψει των ανωτέρω, το αληθινό συμφέρον του ανήλικου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες του, υπαγορεύει τη μη απόσπαση από τη μητέρα του, εφόσον δεν συντρέχει κάποιος ιδιαίτερα σοβαρός λόγος για αντίθετη ρύθμιση και η ανάθεση της επιμέλειας του σ’ αυτήν. Ο ίδιος ανήλικος κατά την προσωπική επικοινωνία του με το Δικαστή του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εξέφρασε την επιθυμία, η οποία δε μπορεί ν’ αγνοηθεί από το Δικαστήριο, να διαμένει με τη μητέρα του στην Τιμισοάρα.

Μία μετακίνηση του στην Ελλάδα, για μόνιμη εγκατάσταση και διαβίωση με τον πατέρα του και προσπάθεια προσαρμογής σε άγνωστο γι’ αυτόν περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι δεν μιλάει την ελληνική γλώσσα, μόνο αρνητικά αποτελέσματα θα μπορούσε να προκαλέσει στον ψυχισμό του, αφού θα του δημιουργήσει αισθήματα ανασφάλειας (βλ.

τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα- εναγόμενη με χρονολογία 14.4.2011 και 22.10.2012 ιατρικά πιστοποιητικά του L. C., διδάκτορα ιατρικών επιστημών, αρχιάτρου εφηβικής παιδικής ψυχιατρικής του Ιατρικού Κέντρου ... της Τιμισοάρα, βεβαιώνεται στο πρώτο ότι ο ανήλικος έχει διαγνωστεί με άγχος μετά κακοποίηση και εμφανίζει διαταραχές ύπνου λόγω του άγχους και συστήνεται η αποφυγή των συγκρούσεων και του χωρισμού από τη μητέρα και τη νταντά, στο δεύτερο ότι ο ανήλικος πάσχει από "υπολειμματική αγχώδη διαταραχή".

Διατηρείται το άγχος χωρισμού από τη μητέρα ταυτόχρονα με την ανάμνηση της επιθετικότητας του πατέρα). Οι καταστάσεις που σύμφωνα με όσα παραπάνω προέκυψαν, οφείλονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στα αρνητικά βιώματα του ανήλικου, από το χωρισμό των γονέων του, τις οξύτατες αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, που μέχρι σήμερα συνεχίζονται ενώπιον του και σε κάθε συνάντηση των διαδίκων και του ίδιου.

Το αίτημα για διενέργεια μίας νέας παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, το οποίο έχει υποβάλλει ο ενάγων, πέραν του γεγονότος ότι από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει άποψη, θα δημιουργούσε περισσότερα προβλήματα στη σχέση και στην επικοινωνία του ενάγοντα με τον ανήλικο, αφού θα καθυστερούσε ακόμα περισσότερο την οριστική λύση της επιμέλειας και της επικοινωνίας του ανήλικου και των διαδίκων, μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τη μεταξύ τους απόσταση, και επομένως πρέπει ν’ απορριφθεί.

Τέλος ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η εναγόμενη ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επιμέλειας παρεμποδίζοντας την επικοινωνία του με τον ανήλικο, βαπτίζοντάς τον εν αγνοία του, εκδίδοντας ψευδείς ιατρικές γνωματεύσεις, παραβιάζοντας δικαστικές αποφάσεις, πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς θέμα κατάχρησης θα ανέκυπτε μόνο αν η παράβαση των καθηκόντων της έθετε σε κίνδυνο τη σωματική ή ψυχική ανάπτυξη του τέκνου, τα οποία δεν αποδείχθηκε στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο όμοια έκρινε και ανέθεσε την επιμέλεια του ανήλικου στην ενάγουσα μητέρα του, δεν έσφαλε και συνεπώς ο σχετικός λόγος της α1 έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ωστόσο όμως ένα παιδί σ’ αυτήν την ηλικία έχει ανάγκη από την αγάπη, τη στοργή και την παρουσία τόσο της μητέρας του όσο και του πατέρα του.

Είναι απαραίτητη η παρουσία του πατέρα του και η συχνή επικοινωνία του με αυτό. Το παιδί, πρέπει να προσαρμοστεί και στο περιβάλλον του πατέρα του, στον τόπο γέννησης και καταγωγής του και να μάθει να χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα, ώστε να επικοινωνεί το ίδιο και χωρίς να έχει ανάγκη μεταφραστών, γεγονός που δημιουργεί απόσταση με το γονέα, αφού δε μπορεί να εκφράσει άμεσα αυτά που νοιώθει (φόβο, χαρά, απορία, αγωνία κλπ).

Το ίδιο δείχνει να έχει αισθήματα αγάπης προς τον πατέρα του, τον οποίο όμως έχει συνδέσει με την αποκοπή από το οικείο περιβάλλον και τη μητέρα του, συναισθήματα και σκέψεις που η τελευταία έχει εμφυσήσει σ’ αυτό, λόγω των κακών σχέσεων με τον πατέρα του και στην προσπάθεια και των δύο ποιος θα επιβληθεί στον άλλο με κύριο έπαθλο το παιδί.

Για να ξεπεραστούν όμως τα θέματα αυτά και να γεφυρωθεί το χάσμα που υπάρχει στη σχέση με τον πατέρα του είναι αναγκαία η συχνότερη και ουσιαστική επικοινωνία με του ανήλικου με τον τελευταίο, η οποία θα λαμβάνει χώρα στη Ρουμανία αλλά αναπόφευκτα και στην Ελλάδα, ώστε ο ανήλικος να εξοικειώνεται και με την πατρίδα που γεννήθηκε, τον τόπο που κατοικεί ο πατέρας του και η ευρύτερη οικογένειά του, ώστε να αποκτήσει ψυχικούς και συναισθηματικούς δεσμούς και με αυτούς, οι οποίοι θα τον βοηθήσουν στην ισορροπημένη ψυχολογική του ανάπτυξη.

Από τα παραπάνω προκύπτει η αναγκαιότητα του να μάθει ο ανήλικος την ελληνική γλώσσα και ο πατέρας του στοιχειώδεις λέξεις ρουμανικής, ώστε να επικοινωνούν άμεσα. Επίσης καθοριστικός παράγων θα είναι να αναπτύξει το παιδί προσωπική σχέση με τον πατέρα του, χωρίς την συνεχή παρουσία άλλων προσώπων όπως της μητέρας του|, των επισκεπτών της οικίας τους κλπ, κατά την ώρα που τους επισκέπτεται ο πατέρας οι οποίοι το επηρεάζουν συναισθηματικά και δεν το αφήνουν να εκφράσει τα πραγματικά του αισθήματα.

Στην προσπάθεια αυτή θα παίξει ρόλο η μητέρα του ανήλικου, η οποία θα ασκεί την επιμέλεια του και θα είναι επιφορτισμένη να φροντίσει για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας σ’ αυτόν, γλώσσα την οποία άλλωστε και η ίδια γνωρίζει πολύ καλά, αφού σπούδασε και έζησε στην Ελλάδα περίπου είκοσι χρόνια. Επίσης θα πρέπει να κατανοήσει ότι ο μικρός Φ.

έχει ανάγκη και τον πατέρα του και να φροντίσει η ίδια να τον ενθαρρύνει στην επικοινωνία μαζί του και όχι να δημιουργεί τεχνητές δυσκολίες και προσκόμματα και να μεταφέρει στον ανήλικο δικές της σκέψεις, αρνητικά συναισθήματα ή αντιδικίες της με τον ενάγοντα-πατέρα του. Άλλωστε, με τους ατελείωτους δικαστικούς αγώνες μεταξύ των διαδίκων, την προσπάθεια του ενάγοντα να συναντήσει το παιδί και να το φέρει μαζί του στην Ελλάδα, της ενάγουσας να τον εμποδίσει να απομακρύνει τον ανήλικο από κοντά της, πέρασαν ήδη τέσσερα ολόκληρα χρόνια, με αποτέλεσμα ο Φ.

να έχει ήδη διανύσει την ευαίσθητη ηλικία των 3-6 ετών, που κάθε πιθανή απομάκρυνση από την οικία του, τη μητέρα του, τη νταντά του κλπ θα του προκαλούσε σοβαρά ψυχικά τραύματα, άγχη, διαταραχές κλπ. Είναι ήδη οκτώ περίπου, ετών, μπορεί να κατανοήσει την αγάπη και των δύο γονιών του προς αυτόν, έχει ανάγκη τη φροντίδα και των δύο, η δε απομάκρυνση από τη μητέρα του, μέσα σε πλαίσια συνεννόησης με τον πατέρα, αν ξεπεραστεί και το εμπόδιο της γλώσσας, δε θα του δημιουργήσουν πλέον αισθήματα ανασφάλειας και άγχους.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του ανήλικου μετά την οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσης επιδεικνύει ενδιαφέρον για το ανήλικο τέκνο του και αυτονόητο μετά ταύτα, τυγχάνει το δικαίωμα του για προσωπική επικοινωνία με αυτά. Εξάλλου, η επικοινωνία αυτού με το ανήλικο τέκνο του επιβάλλεται και είναι βέβαιο ότι θα συμβάλλει στη δημιουργία μεταξύ τους ψυχικού και συναισθηματικού δεσμού και στην ορθή διαπαιδαγώγηση.

Η επικοινωνία όμως του πατέρα με το τέκνο του πρέπει να ρυθμιστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να προσαρμοστεί αυτό ομαλά στις νέες συνθήκες επικοινωνίας. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο, με αποκλειστικό γνώμονα το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανήλικου, άγεται στην κρίση ότι το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του πατέρα με το ανήλικο τέκνο του πρέπει να ρυθμιστεί ως ακολούθως :

Α) για το πρώτο έτος από τη δημοσίευση της απόφασης (δηλαδή από Ιούλιο 2015 έως 30.6.2016) κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 9.00 του Σαββάτου έως 20.00 της Κυριακής. Η επικοινωνία θα γίνεται στη Ρουμανία στον τόπο κατοικία της μητέρας. Δεν θα περιορίζεται όμως στην οικία της, ούτε με την παρουσία της.

Ο ανήλικος θα μπορεί να διανυκτερεύει με τον πατέρα του. Θα παραλαμβάνεται από αυτόν από την κατοικία της μητέρας και θα παραδίδεται από αυτόν στον ίδιο τόπο κατά τις καθορισμένες ημέρες και ώρες. Β) Για τα επόμενα χρόνια (από Ιούλιο 2016 και στο εξής): α) κάθε καλοκαίρι από 15 Ιουλίου και ώρα 9.00 έως 15 Αυγούστου και ώρα 20.00, β) Κατά τις εορτές των Χριστουγέννων από 23 Δεκεμβρίου και ώρα 9.00 έως 30 Δεκεμβρίου και ώρα 20.00 τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό και από 30 Δεκεμβρίου και ώρα 9.00 έως 7 Ιανουάριου και ώρα 20.00 τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό, γ) κατά τις εορτές του Πάσχα, από το Σάββατο του Λαζάρου και ώρα 9.00 μέχρι τη Δευτέρα του Πάσχα και ώρα 20.00 τα έτη που λήγουν σε μονό αριθμό και από Δευτέρα του Πάσχα και ώρα 9.00 έως Κυριακή του Θωμά και ώρα 20.00 τα έτη που λήγουν σε ζυγό αριθμό.

Ο πατέρας στις παραπάνω α, β, γ, περιπτώσεις θα παραλαμβάνει τον ανήλικο από την κατοικία της μητέρας του, η οποία είναι υποχρεωμένη να παραδίδει στον πατέρα και το διαβατήριο του ανήλικου, και θα παραδίδεται από τον πατέρα στον ίδιο τόπο κατά τον καθορισμένο χρόνο, δ) τους υπόλοιπους μήνες του έτους κάθε δεύτερο και τέταρτο Σαββατοκύριακο του μήνα από ώρα 9.00 του Σαββάτου έως 20.00 της Κυριακής.

Η επικοινωνία θα γίνεται στη Ρουμανία στον τόπο κατοικία της μητέρας. Δεν θα περιορίζεται όμως στην οικία της, ούτε με την παρουσία της. Ο ανήλικος θα μπορεί να διανυκτερεύει με τον πατέρα του. Θα παραλαμβάνεται από αυτόν από την κατοικία της μητέρας και θα παραδίδεται από αυτόν στον ίδιο τόπο κατά τις καθορισμένες ημέρες και ώρες".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1510-1514, 1516 και 1520 ΑΚ, 2, 7 παρ. 1, 8, 9 παρ. 3, 12, 18 παρ. 1 εδ. α’ της Διεθνούς Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Παιδιού (ν. 2101/1992), 24 παρ. 3 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και 8 και 14 της ΕΣΔΑ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι ορθώς και χωρίς παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπήγαγε σε αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα περιστατικά και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμη βάσης, αφού από το αιτιολογικό της απόφασής του προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του (δικαστηρίου), στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την κρίση του ότι το αληθινό συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει να έχει την επιμέλεια αυτού αποκλειστικά η αναιρεσίβλητη μητέρα του και ο πατέρας του να επικοινωνεί με αυτό κατά τον τρόπο που ανωτέρω αναφέρεται.

Το δικαστήριο της ουσίας προς διαπίστωσή του (αληθινού) συμφέροντος του τέκνου έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα τα προαναφερθέντα επωφελή (για το ανήλικο) στοιχεία και περιστάσεις και δεν επέδρασε στη λήψη της απόφασης αυτοτελώς κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι η κοινωνική προέλευση η περιουσιακή κατάσταση και οι επαγγελματικές δραστηριότητές τους.

Επομένως, οι σχετικοί, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος τους, είναι αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, ο ως άνω δεύτερος λόγος, με τους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ως προς το συμφέρον, κατά τις απόψεις του, του ανήλικου τέκνου του, για την ανάθεση της επιμέλειας αυτού και σ’ αυτόν ή αποκλειστικά σ’ αυτόν, είναι απαράδεκτος, διότι ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Σημειώνεται ότι η αιτίαση, που διατυπώνεται με τον πρώτο λόγο, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1532ΑΚ είναι αβάσιμη, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η, σύμφωνα με τις προρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ, ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου σε ένα από τους γονείς του, που βρίσκονται σε διάσταση, και όχι η βάση της εν λόγω διάταξης του άρθρου 1532 ΑΚ ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας αυτού.

Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον ανωτέρω δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 περ.

β’ και 9 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, δεν απάντησε στους προβληθέντες από αυτόν ισχυρισμούς "ότι δικαίωμα του τέκνου είναι η κοινή επιμέλεια, ότι η ανάθεση της επιμέλειας στην αντίδικο αποτελεί γονεϊκή ανισότητα, ότι η ίδια η αντίδικος υπέγραψε ιδιωτικό συμφωνητικό σχετικά με την τοποθεσία της οικογενειακής εστίας και ότι παραβιάζονται θεμελιώδη δικαιώματα του ίδιου και του τέκνου από τις ενέργειες της αντιδίκου".

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις αμέσως πιο πάνω νομικές σκέψεις δεν ιδρύονται οι επικαλλούμενοι (από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγοι, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα-αιτήσεις κατά την προαναφερθείσα έννοια, (αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος), οι οποίοι πάντως, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος (με την κρίση ότι το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου επιβάλλει την ανάθεση της επιμέλειάς του αποκλειστικά στη μητέρα του).

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αίτηση και πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ’ αριθ. 67/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2015 αίτηση και τους από 4 Ιουλίου 2016 πρόσθετους λόγους του Κ. Λ. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 67/2015 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιραισείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ