1132/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1132/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης και, σε αντίθετη περίπτωση, υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας. Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1132 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1132/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο-Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Ν. Δ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Μ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ.6901/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Δεκεμβρίου 2014, επιδοθείσα στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 19 Δεκεμβρίου 2014, δύο (2) χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 52/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε: α) να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκειμένες αιτήσεις αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση: 1) κατά το μέρος που απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2α’ και ε’ Π.Κ και 2) κατά το μέρος του αιτιολογικού της ποινής ως προς την πράξη του αυθαιρέτου κτίσματος και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της και β) να απορριφθούν κατά τα λοιπά οι προκειμένες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 19-12-2014, αυτοτελείς αιτήσεις - δηλώσεις αναίρεσης του Ν. Δ. του Ι. και της Μ. Δ. του Ν. κατά της απόφασης 6901/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες επιδόθηκαν την ίδια ημεροχρονολογία στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, με την οποία καταδικάστηκε καθένας από αυτούς σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) μηνών και σε χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για τις πράξεις της κατ’ εξακολούθηση εκτέλεσης εργασιών δόμησης μέσα σε αρχαιολογικό χώρο χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής (διακεκριμένης μορφής) και της κατ’ εξακολούθηση παράβασης του άρθρου 66 ν. 3028/2002 με εργασίες, επεμβάσεις και αλλαγή χρήσης μέσα σε αρχαιολογικό χώρο, χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού.
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 παρ. 1 και 4 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικαστεί με επίδοση σ’ αυτόν εγγράφου (κλητηρίου θεσπίσματος), το οποίο πρέπει, με ποινή ακυρότητας, να περιέχει, μεταξύ άλλων, ακριβή καθορισμό της πράξης, για την οποία κατηγορείται και μνεία του άρθρου του ποινικού νόμου που την προβλέπει.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως άρθρο του ποινικού νόμου που πρέπει να αναφέρεται, με ποινή ακυρότητας, στο κλητήριο θέσπισμα νοείται μόνο η διάταξη που προβλέπει την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, δηλαδή η ειδική ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το συγκεκριμένο έγκλημα και καθορίζει αφηρημένα, ως άμεση και κύρια έννομη συνέπεια της συνδρομής των όρων του πραγματικού της, την ποινή που επισύρει η τέλεση της πράξης, σε απλή ή διακεκριμένη μορφή, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα η ταυτότητα και η νομική φύση και διαβάθμισή της (ως πλημμεληματικής ή κακουργηματικής με τις τυχόν επιβαρυντικές περιστάσεις τέλεσής της) και να παρέχεται έτσι η δυνατότητα και η ευχέρεια στον κατηγορούμενο να λάβει ακριβή γνώση της σε βάρος του κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Αντίθετα, δεν επιβάλλεται να αναφέρονται, με ποινή ακυρότητας, στο κλητήριο θέσπισμα άλλες ποινικές διατάξεις που περιέχουν απλώς γενικούς ορισμούς ή προβλέπουν παρεπόμενες ποινές, υποχρεωτικά ή δυνητικά επιβλητέες, αφού δεν πρόκειται για διατάξεις που προβλέπουν την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και δεν εμπίπτουν ούτε στη σχετική (ρητή και περιοριστική) φραστική διατύπωση της προαναφερόμενης διάταξης (αρθ. 321 παρ. 1 ΚΠΔ), ούτε στον σκοπό θέσπισής της.
Ανάλογη πρόβλεψη υπάρχει: 1) Στο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α’ και β’ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και αποτελεί εσωτερικό δίκαιο με υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 Σ.), το οποίο ορίζει ότι κάθε κατηγορούμενος έχει δικαίωμα α) να πληροφορηθεί μέσα στη συντομότερη προθεσμία, στη γλώσσα που κατανοεί και με κάθε λεπτομέρεια, τη φύση και τον λόγο της σε βάρος του κατηγορίας και β) να διαθέτει τον χρόνο και τις αναγκαίες ευκολίες, για να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Και 2) Στο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α’ και β’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, το οποίο περιέχει παρόμοια ρύθμιση με εκείνη του άρθρου 6 παρ. 3 περ. α’ και β’ της ΕΣΔΑ. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠΔ, είναι άκυρο και οι σχετικές ελλείψεις αποδεικνύονται από το αντίτυπο που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο ή από το αντίτυπο που επισυνάπτεται στη δικογραφία και, σε περίπτωση έλλειψής τους, από το αποδεικτικό επίδοσης.
Η ακυρότητα αυτή του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία αφορά πράξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας στο ακροατήριο και είναι σχετική, πρέπει, κατά το άρθρο 173 παρ. 1 ΚΠΔ, να προταθεί μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για την κατηγορία σε τελευταίο βαθμό, πριν αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν από την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή από την όρκιση του πρώτου μάρτυρα, αλλιώς καλύπτεται, κατά το άρθρο 174 παρ. 1 ΚΠΔ.
Ενώ, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος καλύπτεται, αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στη δίκη και δεν προβάλει εναντίωση στην πρόοδό της, προτείνοντας την ακυρότητα. Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαίως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί (άρθρο 175 ΚΠΔ), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης κατά της σχετικής εκκλητής απόφασης.
Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην εφετειακή δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο έφεσης (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β’ περ. β’ ΚΠΔ). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 ΚΠΔ, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης και, σε αντίθετη περίπτωση, υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας. Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης και το δικαστήριο δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Β’ ΚΠΔ για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν απορρίψει αναιτιολόγητα τη σχετική ένσταση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος, αν ο ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος για έλλειψη ακρόασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, που επισκοπούνται παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με την 4088/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες για τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις σε συνολική ποινή φυλάκισης δύο ετών και επτά μηνών και σε χρηματική ποινή 15.000 ευρώ ο καθένας, αφού προηγουμένως απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδόθηκε σ’ αυτούς, η οποία προβλήθηκε πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους σε γραπτό κείμενο, που αναπτύχτηκε προφορικά και καταχωρίστηκε στα πρακτικά.
Ειδικότερα ως λόγους ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν ότι δεν καθορίζονται ακριβώς οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται, ότι προσδιορίζεται ασαφώς ο χρόνος τέλεσής τους, ότι δεν αναφέρονται οι πράξεις ή αποφάσεις, με τις οποίες η σχετική περιοχή έχει ενταχθεί στη ζώνη αιγιαλού και έχει καθοριστεί ως αρχαιολογικός χώρος, ότι δεν αναφέρονται τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση διακεκριμένης περίπτωσης αυθαίρετης δόμησης (αξία αυθαιρέτου και βαθμός υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος) και ότι δεν αναφέρεται η ιδιότητα με την οποία οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις, ούτε οι διατάξεις των άρθρων 49, 61 και 64 ΠΚ, που συνάπτονται με τη σχετική ιδιότητα και με τις προβλεπόμενες παρεπόμενες ποινές.
Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσείων Ν. Δ. άσκησε την 444/30-1-2014 έφεση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα, με ειδικό λόγο της οποίας πλήττει την πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που επιδόθηκε σ’ αυτόν, επικαλούμενος τους ίδιους λόγους που είχε προβάλει και κατά την πρωτοβάθμια δίκη.
Κατά την εκδίκαση της έφεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, ο αναιρεσείων Ν. Δ., μέσω των συνηγόρων του, επανέφερε τον ίδιο αυτοτελή ισχυρισμό ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, διατυπωμένο σε γραπτό κείμενο, που αναπτύχτηκε προφορικά και καταχωρίστηκε στα πρακτικά.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο με το εξής αιτιολογικό : "Από τις διατάξεις των άρθρων 173 παρ. 1, 174 παρ. 2, 320 παρ. 321 παρ. 1 αριθμ. 1 στοιχ. δ’ , ε’ και 4 ΚΠΔ, προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα συντάσσεται σε δύο αντίτυπα από τα οποία το ένα επιδίδεται στον κατηγορούμενο και καλείται με αυτό στο ακροατήριο και το άλλο επισυνάπτεται στη δικογραφία κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, πρέπει δε να περιέχει μεταξύ των άλλων στοιχείων τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία των άρθρων του ποινικού νόμου που την προβλέπει.
Διαφορετικά υπάρχει σχετική ακυρότητα, η οποία καλύπτεται, αν, εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδό της. Αν δεν καλυφθεί η ακυρότητα αυτή ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ Κ.Ποιν.Δικ. Ειδικότερα από τις διατάξεις του άρθρου 321 παρ.1 και 4 Κ.Ποιν.Δικ.
προκύπτει ότι το κλητήριο θέσπισμα πρέπει επί ποινή ακυρότητας να περιέχει : α)τα ονοματεπώνυμα και, εάν παρίσταται ανάγκη και άλλα στοιχεία που καθορίζουν την ταυτότητα του κατηγορουμένου, β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου αυτός καλείται, γ)τη χρονολογία, ημέρα της εβδομάδας και ώρα της εμφανίσεως αυτού, δ) τον ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία του προβλέποντος αυτήν άρθρου του ποινικού νόμου και ε) τον αριθμό του, την επίσημη σφραγίδα και την υπογραφή του εισαγγελέα ή του δημόσιου κατηγόρου ή του πταισματοδίκου κατά το άρθρο 27 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ. (Α.Π. 461/2004 Πραξ.Λογ.Ποιν.Δικ. 2004, 238 κ.α).
Τα ανωτέρω στοιχεία που πρέπει, επί ποινή ακυρότητας, να περιέχει το κλητήριο θέσπισμα ορίζονται περιοριστικά στο νόμο. Ως άρθρο του ποινικού νόμου νοείται κάθε διάταξη που τυποποιεί το έγκλημα και προβλέπει την απειλούμενη ποινή (κύρια και τυχόν παρεπόμενη), ενώ δεν απαιτείται να περιέχονται οι διατάξεις που περιέχουν γενικούς ορισμούς, όπως αυτές των άρθρων 6 και 8 του Π.Κ.
που προβλέπουν περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζονται οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι ή αυτή του άρθρου 63 του Π.Κ. που αναφέρεται στα αποτελέσματα αποστέρησης των πολιτικών δικαιωμάτων και δεν προβλέπει η ίδια την παρεπόμενη ποινή της αποστέρησης (βλ.Α.Π. 1151/2011, Α.Π. 1262/2011 Δημοσίευση τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ".
Όπως προαναφέρθηκε, στο κλητήριο θέσπισμα δεν είναι αναγκαίο να περιέχονται, με ποινή ακυρότητας αυτού, διατάξεις που προβλέπουν την παρεπόμενη ποινή της αποστερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων (αρθρ.61 και 63 Π.Κ.) επί καταδίκης σε φυλάκιση, αφού οι διατάξεις αυτές δεν προσδιορίζουν την πράξη και η επιβολή της παρεπόμενης ποινής είναι θέμα ουσίας (ΑΠ 678/2007 Δημοσίευση τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ").
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του κατηγορητηρίου, το οποίο περιέχεται στα κλητήρια θεσπίσματα των κατηγορουμένων, αυτό περιέχει ακριβή καθορισμό των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται, τα δε υποστηριζόμενα από τον πρώτο και δεύτερη των κατηγορουμένων, δηλ. ότι δεν καθορίζεται επακριβώς η πράξη, σύμφωνα με τα ως άνω αναφέρουν, δεν καθιστούν το κατηγορητήριο ασαφές και άκυρο, αφού τα λοιπά στοιχεία που αναφέρουν είναι το ζητούμενο των αποδείξεων.
Εξάλλου αναφέρονται και τα άρθρα του ποινικού νόμου που τυποποιούν τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται, καθώς χωρίς με βάση τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να απαιτείται και η μνεία των λοιπών άρθρων που ισχυρίζονται. Ούτε δε έπρεπε να αναφέρεται η διάταξη του άρθρου 49 ΠΚ, καθώς, οι κατηγορούμενοι φέρονται ως νόμιμοι εκπρόσωποι της αναφερομένης ανώνυμης εταιρείας.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που υπέβαλαν οι ως άνω κατηγορούμενοι.".
Από την επισκόπηση του αντιτύπου του Θ 2011/16802/3-2-2012 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα Ν. Δ. και προσβάλλεται για ακυρότητα, προκύπτει ότι αυτός και οι λοιποί συγκατηγορούμενοί του καλούνται να δικαστούν ως υπαίτιοι του ότι : "Στο ... ΑΤΤΙΚΗΣ, κατά το χρονικό διάστημα από 2/2007 μέχρι 10/2008 ενεργώντας ως νόμιμοι εκπρόσωποι και δη ως μέλη του Δ.Σ.
της εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον δ.τ. "....", η οποία εκμεταλλεύεται την ξενοδοχειακή μονάδα "..." στο … χιλ/τρο της Λ. ΑΘηνών-Σουνίου, με πρόθεση τέλεσαν με την ίδια πράξη τα ακόλουθα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας και χρηματικές ποινές : Α) Χωρίς άδεια των κατά νόμο αρμόδιων αρχών με πρόθεση επέφεραν μεταβολή επί του αιγιαλού.
Συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, προέβησαν με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος στη 1) διαμόρφωση-ισοπέδωση γηπέδου και 2)κατασκευή κτίσματος από λιθοδομή διαστάσεων 3X4 τμ, περίφραξη διαστάσεων (25+10+8+18+6)=134 τμ και ύψους 2μ, τοποθέτηση κιγκλιδώματος και μεταλλικής πόρτας, διαμορφώσεις (επενδύσεις πέτρας και ξύλου) και δη επίστρωση με ξύλινο δάπεδο διαστάσεων 46,80Χ2μ=93τμ και επένδυση υπόγειας διάβασης με ξυλεία διαστάσεων 3,10Χ16,50=102,30τμ, τα οποία βρίσκονται έμπροσθεν της ξενοδοχειακής μονάδας "...", περιοχή η οποία εμπίπτει στη ζώνη αιγιαλού, επιφέροντας με τον τρόπο αυτό μεταβολή του χωρίς άδεια της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας.
Β) Προέβησαν με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος σε οικοδομικές εργασίες εντός αρχαιολογικού χώρου χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρονικό διάστημα προέβησαν σε οικοδομικές εργασίες, τις υπό στοιχείο Α αναφερόμενες, σε χώρο εντός του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου (Ζώνης Α/περιοχής Β1 απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής.
Γ) Προέβησαν με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος σε εργασίες, επεμβάσεις και αλλαγή χρήσης σε ακίνητο μνημείο χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρονικό διάστημα προέβησαν στις υπό στοιχείο Α περιγραφόμενες οικοδομικές δραστηριότητες καθώς και στην τοποθέτηση μεγάλων τετράγωνων σκηνών εντός του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου (Ζώνης Α/περιοχής Β1 απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχει προς τούτο την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού.
Για παραβ. των άρθρων 1, 12, 18β, 26 παρ.1α ,27 παρ.1, 51, 53, 57, 79, 94 παρ.2, 98 ΠΚ και άρθρα 1 παρ. 1, 2, 15 παρ.1, 29 παρ.1 Ν.2971/2001, 10, 66 Ν. 3028/2002 και 17 παρ.8 εδ. ε-α του Νόμου 1337/1983 σε συνδ. με άρθρο 6 του Νόμου 1609/28-6/3.7.1986 όπως το άρθρο 17 αντικ. με άρθρο 3 παρ. 13 Ν. 2242/94, σε συνδ. με άρθρο 22 Ν. 1577/85, όπως το τελ. τροποπ. και συμπλ. με αρθρ. 19 Ν.2831/2000 και το άρθρο 17 παρ. 8 αντικ.
με άρθρ. 5 παρ. 4 Ν. 3212/2003.".
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι το προσβαλλόμενο Θ 2011/16802/ 3-2-2012 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την εγκυρότητά του από τις διατάξεις των άρθρων 320-321 ΚΠΔ και από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 περ. α ‘ και β’ της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 α’ και β’ του Δ.Σ.Α.Π.Δ..
Ειδικότερα σ’ αυτό καθορίζονται και περιγράφονται, με επαρκή ακρίβεια και σαφήνεια, οι αξιόποινες πράξεις της αυθαίρετης κατασκευής κτίσματος σε διακεκριμένη μορφή και της παράβασης του άρθρου 66 ν. 3028/2002, για τις οποίες κλήθηκε να δικαστεί (και καταδικάστηκε) ο αναιρεσείων και αναφέρονται οι ειδικές ποινικές διατάξεις που τυποποιούν τα σχετικά εγκλήματα και ορίζουν τις προβλεπόμενες ποινές, παρέχοντας έτσι σ’ αυτόν τη δυνατότητα να λάβει ακριβή και πλήρη γνώση της κατηγορίας και να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Η αναφορά στο κλητήριο θέσπισμα των πράξεων ή αποφάσεων, με τις οποίες η συγκεκριμένη περιοχή καθορίστηκε ως ζώνη αιγιαλού και ως αρχαιολογικός χώρος με τα αντίστοιχα όριά τους, δεν εμπίπτει στα στοιχεία που πρέπει να περιέχονται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και η παράλειψή τους δεν θίγει το κύρος αυτού, αφού δεν πρόκειται για στοιχεία που υποστασιοποιούν τους αντικειμενικούς ή υποκειμενικούς όρους συγκρότησης των σχετικών εγκλημάτων, αλλά για πραγματικά περιστατικά ερευνητέα από το δικαστήριο κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και την εκφορά αιτιολογημένης κρίσης για συνδρομή ή μη των όρων τέλεσής τους.
Επίσης η μη αριθμητική αναφορά των γενικών διατάξεων του άρθρου 49 παρ. 2 ΠΚ (ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που αποκλείουν, μειώνουν ή επιτείνουν την ποινή) και των άρθρων 61 και 64 ΠΚ (δυνητική στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για καταδίκη σε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και δυνητική μερική στέρηση των αξιωμάτων και δικαιωμάτων του άρθρου 63, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 61) δεν επιφέρει ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, καθόσον δεν πρόκειται για διατάξεις με την έννοια του άρθρου 321 παρ. 1 ΚΠΔ, δηλαδή για διατάξεις που τυποποιούν τις σχετικές εγκληματικές πράξεις και ορίζουν την ποινή που επισύρει η τέλεσή τους.
Ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 61 και 64 ΠΚ αναφέρονται σε δυνητική επιβολή παρεπόμενης ποινής και μερικής στέρησης των σχετικών αξιωμάτων, η οποία συναρτάται άμεσα με την ουσιαστική διερεύνηση και τη δικαστική αξιολόγηση της κατηγορίας κατά τη σχετική δίκη, στην οποία, αφού η κατηγορία προσδιορίζεται με ακρίβεια στο κλητήριο θέσπισμα, όπου αναφέρονται οι ειδικές ποινικές διατάξεις που τυποποιούν τις συγκεκριμένες αξιόποινες πράξεις και ορίζουν τις αντίστοιχες (κύριες) ποινές, ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα και την ευχέρεια να αντιτάξει πλήρη υπεράσπιση, κατά τις προδιαγραφές του άρθρου 321 ΚΠΔ και των άρθρων 6 παρ. 3 περ.
α’ και β’ της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 περ. α’ και β’ του Δ.Σ.Α.Π.Δ.. Η αναφορά του χρονικού διαστήματος, από τον Φεβρουάριο 2007 έως των Οκτώβριο 2008, ως χρόνου τέλεσης των εξακολουθητικών πράξεων της κατηγορίας σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος και δεν ήταν αναγκαίος ακριβέστερος προσδιορισμός αυτού, αφού κατά την εφετειακή δίκη (στις 16-10-2014) δεν υπήρχε ζήτημα παραγραφής του αξιοποίνου αυτών.
Ο μη προσδιορισμός της αξίας των αυθαιρέτων κατασκευών και του βαθμού υποβάθμισης που προκλήθηκε από αυτές στο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον δεν αποτελεί έλλειψη και λόγο ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αλλά πρόκειται για πραγματικό στοιχείο συναπτόμενο άμεσα με τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής και αντικείμενο ουσιαστικής διερεύνησης κατά τη σχετική δίκη.
Τέλος, προσδιορίζεται στο κλητήριο θέσπισμα ότι οι αναιρεσείοντες τέλεσαν τις σχετικές αξιόποινες πράξεις ως νόμιμοι εκπρόσωποι και μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας "...", η οποία εκμεταλλεύεται την ξενοδοχειακή μονάδα "...", υποδηλώνοντας έτσι σαφώς ότι ενήργησαν ως εντολείς προς τρίτους κατασκευαστές για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών μέσα σε οριοθετημένο αρχαιολογικό χώρο, χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού.
Οι δε λοιπές αιτιάσεις για ελλείψεις και για ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος αποτελούν ισχυρισμούς αρνητικούς της κατηγορίας. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης του Ν. Δ. από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Β’ και Δ’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας λόγω παραβίασης των άρθρων 171 παρ. 1 περ.
δ’ ΚΠΔ και των άρθρων 6 παρ. 1 και 3 περ. α’ της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 περ. α’ του Δ.Σ.Α.Π.Δ., για σχετική ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβίασης των άρθρων 321 και 174 παρ. 2 ΚΠΔ και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση που απέρριψε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, αντίστοιχα.
Στο άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: "1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας... 6.
Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος ...". Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος κατοχυρώνεται αυξημένη προστασία για το σύνολο των πολιτιστικών αγαθών που βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, δηλαδή των αρχαίων και νεοτέρων μνημείων και των λοιπών πολιτιστικών αγαθών που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν, λόγω της ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους, την πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας.
Η κατοχύρωση αυτή περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη διαρκή διατήρηση και προστασία των μνημείων, αρχαιολογικών χώρων, ιστορικών τόπων και λοιπών πολιτιστικών αγαθών, καθώς και τη διαρκή αποτροπή κάθε αλλοίωσης και βλάβης αυτών, άμεσης ή έμμεσης. Εξάλλου, σε νομοθετικό επίπεδο, η συστηματική προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος οργανώνεται και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του ν. 3028/2002, στις οποίες, μεταξύ άλλων, περιέχονται ρυθμίσεις που αφορούν την οριοθέτηση με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού αρχαιολογικών χώρων και τον χαρακτηρισμό ιστορικών τόπων που τελούν υπό ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς, τον καθορισμό μέσα σ’ αυτούς ζωνών προστασίας Α’ και Β’ (με απόλυτα απαγορευτικό ή με ιδιαίτερα περιοριστικό καθεστώς, αντίστοιχα), τη δυνατότητα καθορισμού αντίστοιχων ζωνών προστασίας γύρω από συγκεκριμένα μνημεία, μέσα ή έξω από αρχαιολογικούς χώρους ή ιστορικούς τόπους, τη διενέργεια μέσα σ’ αυτούς εργασιών, επεμβάσεων και δραστηριοτήτων μόνο μετά από άδεια του Υπουργού Πολιτισμού κλπ..
Ειδικότερα, στο άρθρο 10 του ν. 3028/2002 (με τίτλο "Ενέργειες σε ακίνητα μνημεία και στο περιβάλλον τους") ορίζονται τα ακόλουθα : "1. Απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του .... 3. Η ... επιχείρηση οποιουδήποτε τεχνικού ή άλλου έργου ή εργασίας, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου ή της επιχείρησης ή της εργασίας. 4. Για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται κάποια από τις συνέπειες της παραγράφου 1 σε αυτή, απαιτείται έγκριση που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου...." εκ των άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η παραπάνω ρύθμιση αφορά τόσο επεμβάσεις σε ακίνητο μνημείο όσο και επεμβάσεις πλησίον ακίνητου μνημείου, ενώ ως απόλυτα απαγορευμένες επεμβάσεις σε ακίνητο μνημείο νοούνται όσες είναι δυνατό να επιφέρουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του.
Πάντως, για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητο μνημείο, έστω και αν δεν επιφέρει δυσμενείς συνέπειες σ’ αυτό, αλλά και για κάθε εργασία ή οικοδομική δραστηριότητα πλησίον ακίνητου μνημείου, απαιτείται προηγούμενη έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Αρχαιολογικού Συμβουλίου.
Περαιτέρω, στο άρθρο 12 (με τον τίτλο "Οριοθέτηση αρχαιολογικών χώρων") ορίζονται τα ακόλουθα: "Ι. Οι αρχαιολογικοί χώροι κηρύσσονται και οριοθετούνται ή αναοριοθετούνται με βάση τα δεδομένα αρχαιολογικής έρευνας πεδίου και απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα και δημοσιεύεται μαζί με αυτό στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4.
Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 6 του άρθρου 10 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους αρχαιολογικούς χώρους...". Εξάλλου, στο άρθρο 13 παρ. 1 ορίζεται: "Στους χερσαίους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εκτός σχεδίου πόλεως ή εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών, η άσκηση γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων, καθώς και η οικοδομική δραστηριότητα είναι δυνατή μετά από άδεια, που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου.
Οι όροι άσκησης γεωργίας, κτηνοτροφίας, θήρας ή άλλων συναφών δραστηριοτήτων μπορεί να τίθενται και κανονιστικά με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού". Ακόμη, στο άρθρο 14 παρ.1 ορίζεται "Στους αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ή των ορίων νομίμως υφισταμένων ενεργών οικισμών είναι δυνατόν να καθορίζονται ζώνες προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 ...
στην παρ. 5 ορίζεται: "Στους παραπάνω αρχαιολογικούς χώρους απαγορεύονται δραστηριότητες, καθώς και χρήσεις των κτισμάτων, των ελεύθερων χώρων τους και των κοινόχρηστων χώρων, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με το χαρακτήρα και τη δομή των επί μέρους κτισμάτων ή χώρων ή του συνόλου. Για τον καθορισμό της χρήσης κτίσματος ή ελεύθερου χώρου αυτού ή κοινόχρηστου χώρου χορηγείται άδεια με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου".
Τέλος, στο άρθρο 66 του ν. 3028/2002, όπως ίσχυε πριν από τη συμπλήρωσή του με το άρθρο 10 του ν. 3658/2008, (με τίτλο "Παράνομη επέμβαση ή εκτέλεση του έργου") ορίζεται: "Όποιος χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια ή καθ’ υπέρβαση αυτής διενεργεί σε μνημείο, σε αρχαιολογικό χώρο ή σε ιστορικό τόπο πράξη από αυτές που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2-4, 13, 14 και 15 τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών (3) ετών.
Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος διενεργεί πράξη ή δραστηριότητα σε ζώνες προστασίας γύρω από μνημεία ή χώρους, όπως ορίζονται στα άρθρα 15 και 17, κατά παράβαση των όρων και περιορισμών που ισχύουν σε αυτές.
Η ίδια ποινή επιβάλλεται σε όποιον χωρίς την αναγκαία από το νόμο άδεια ή καθ’ υπέρβασή της διενεργεί τις πράξεις που αναφέρονται στα άρθρα 42, 43 παρ. 1 και 46 παράγραφος 4". Τέλος, στο άρθρο 73 παρ. 13 του ίδιου νόμου ορίζεται: "Κηρυγμένοι έως την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (στις 28-6-2002) αρχαιολογικοί χώροι που δεν έχουν οριοθετηθεί σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 1 του άρθρου 12, οριοθετούνται οριστικά εντός τριετίας από αυτήν, στο πλαίσιο προγράμματος που καταρτίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου".
Ενώ στην παρ. 14 του ίδιου άρθρου ορίζεται "Όπου στον παρόντα νόμο και γενικότερα στη νομοθεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς προβλέπεται: α) ότι απαιτείται άδεια ή έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας ή του Υπουργού Πολιτισμού για την εκτέλεση εργασίας ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε άλλης πράξης ή β) ότι απαγορεύεται ή επιβάλλεται η διενέργεια εργασιών ή οποιασδήποτε άλλης πράξης είτε εκ του νόμου είτε επειδή αυτό προβλέπεται σε πράξη της Υπηρεσίας ή του Υπουργού Πολιτισμού ή γ) ότι επέρχονται συγκεκριμένες έννομες συνέπειες λόγω της παραβίασης διατάξεως μπορούν να εκδίδονται προσωρινώς μεν σήματα οριστικώς δε πρωτόκολλα με τα οποία διαπιστώνεται η πλήρωση των προϋποθέσεων από τις οποίες απορρέουν οι έννομες συνέπειες που προβλέπονται από το νόμο ή τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες ατομικές ή κανονιστικές πράξεις ιδίως η διακοπή εργασιών....
Τα σήματα και τα πρωτόκολλα αυτά εκδίδονται από τον Υπουργό Πολιτισμού, ο οποίος μπορεί να εξουσιοδοτεί σχετικά τον Γενικό Γραμματέα ή υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού...".
Από τις παραπάνω διατάξεις του ν. 3028/2002 προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι όποιος ενεργεί χωρίς προηγούμενη άδεια ή έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του οικείου Συμβουλίου, οποιαδήποτε τεχνική, οικοδομική ή άλλη εργασία σε ακίνητο μνημείο ή πλησίον αυτού ή σε αρχαιολογικό χώρο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι τρία (3)έτη, ανεξάρτητα αν οι σχετικές εργασίες έγιναν σε χρόνο που δεν είχε ακόμη γίνει η οριστική οριοθέτηση του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου. Εξάλλου, η μη οριστική οριοθέτηση ή αναοριοθέτηση μέχρι την 28-6-2002 (κατά το άρθρο 73 παρ. 13 ν. 3028/2002) του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου δεν αίρει αυτοδικαίως τον χαρακτήρα του ως αρχαιολογικού χώρου και δεν επιτρέπει σε δικαιούχους ιδιοκτησιών που βρίσκονται μέσα στον αρχαιολογικό χώρο να προβαίνουν σε τεχνικές, οικοδομικές ή άλλες εργασίες, χωρίς την άδεια ή έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 8 εδ. α’ του ν. 1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 3212/2003, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος.
Κατά το εδ. ε’ της παρ. 8 του ίδιου άρθρου, για την εκτέλεση εργασιών δόμησης, χωρίς οικοδομική άδεια ή κατά παράβαση αυτής ... στους αρχαιολογικούς χώρους ... τα πρόσωπα του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου αυτής (8) τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με χρηματική ποινή από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ α’ και β’ του ν. 1577/1985 (Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός), για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης μέσα σε οικισμό ή έξω από αυτόν, απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι, ιδίως, οι εκσκαφές, οι επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, η επισκευή, η διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους ...
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 9 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985 και του άρθρου 4 του παρόντος, δεν απαιτείται άδεια για εσωτερικούς χρωματισμούς ή για εξωτερικούς χρωματισμούς, όταν δεν γίνεται χρήση ικριωμάτων, για μικρές εσωτερικές επισκευές ή διασκευές που δεν θίγουν τη φέρουσα κατασκευή του κτιρίου ή την εμφάνισή του, για επισκευές δαπέδου, για επισκευές, διασκευές ή συμπληρώσεις των εγκαταστάσεων και αγωγών των κτιρίων, για μικρές επισκευές θυρών, παραθύρων, στεγών δωμάτων χωρίς χρήση ικριωμάτων και γενικά για μικρές και μεμονωμένες επισκευές για λόγους χρήσης, υγιεινής και προστασίας των κτιρίων που υφίστανται νόμιμα.
Τέλος, κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές διατάξεις για τα αυθαίρετα του ν. 1337/1983, όπως ισχύουν. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι αυτουργός του εγκλήματος της παρ. 8 εδ.
α’ και ε’ του άρθρου 17 ν. 1337/1983 είναι όποιος φέρει μία από τις οριζόμενες ιδιότητες (ιδιοκτήτης εντολέας ή εργολάβος κατασκευής) και με πρόθεση προβαίνει σε εργασίες δόμησης κατά την έννοια του άρθρου 22 ν. 1577/1985, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας ή καθ’ υπέρβαση αυτής ή με σχετική άδεια που ανακλήθηκε.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα σχετικά περιστατικά και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου, καταρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, επειδή ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και εκδηλώνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με την πραγμάτωση των σχετικών περιστατικών, εκτός αν ο νόμος αρκείται σε ενδεχόμενο δόλο ή αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο της πράξης, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσο δόλο) ή τον σκοπό επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (υπερχειλή δόλο).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται η αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποίο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του.
Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η αξιολόγηση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ’ αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στη σχετική διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει. Ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται με πλάγιο τρόπο, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιέχεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και στην ταυτότητα του σχετικού εγκλήματος, υπάρχουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να είναι ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 6901/2014 απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της, που αλληλοσυμπληρώνονται, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ’ αυτή, δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι στο ...
Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από Φεβρουάριο του έτους 2007 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2008 έχοντας την ιδιότητα των νομίμων εκπροσώπων και μάλιστα των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας με την επωνυμία "..." και με το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκμεταλλεύεται την ξενοδοχειακή μονάδα "..." στο … χιλιόμετρο της Λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, προέβησαν με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος σε οικοδομικές εργασίες, εκτός των ορίων της Ζώνης Α’ /περιοχής Β του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου (Υ.Αποφ.
ΥΠΠΟ/Αρχ/Α1/Φ02/61126/3407/14-12-95-ΦΕΚ 1070/Β/29-12-1995 και Π.Δ.2-98), (απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής. Ειδικότερα προέβησαν στη διαμόρφωση-ισοπέδωση γηπέδου και στην κατασκευή κτίσματος από λιθοδομή, διαστάσεων 3X4 τ.μ. .περίφραξη διαστάσεων (25+10+8+8+16)=134 τ.μ.
και ύψους 2 μέτρων, διαμορφώσεις (επενδύσεις πέτρας και ξύλου) και μάλιστα επίστρωση με ξύλινο δάπεδο διαστάσεων 46,80Χ2μ.=93 τ.μ. και επένδυση υπόγειας διάβασης με ξυλεία διαστάσεων 3,10X16,50=102,30 τ.μ., σε χώρο εντός του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου (Ζώνης Α/περιοχής Β1 απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής αρχής.
Προέβησαν δε με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος σε εργασίες, επεμβάσεις και αλλαγή χρήσης σε ακίνητο μνημείο χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρονικό διάστημα προέβησαν στις εξής οικοδομικές δραστηριότητες: 1) διαμόρφωση-ισοπέδωση γηπέδου και 2) κατασκευή κτίσματος από λιθοδομή, διαστάσεων 3X4 τ.μ., περίφραξη διαστάσεων (25+10+8+8+16)=134 τ.μ.
και ύψους 2 μέτρων, διαμορφώσεις (επενδύσεις πέτρας και ξύλου) και μάλιστα επίστρωση με ξύλινο δάπεδο διαστάσεων 46,80X2μ.=93 τ.μ. και επένδυση υπόγειας διάβασης με ξυλεία διαστάσεων 3,10X16,50=102,30 τ.μ., καθώς και στην τοποθέτηση μεγάλων τετράγωνων σκηνών μέσα στον αρχαιολογικό χώρο Σουνίου (Ζώνης Α/περιοχής Β1 απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχουν προς τούτο την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού.
Οι εν λόγω κατασκευές δεν αφορούν εκείνες που νομιμοποιήθηκαν όπως αναφέρονται στο με αριθμό .../4-4-2005 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, λόγος άλλωστε για τον οποίο εκδόθηκαν και τα ως άνω σήματα διακοπής εργασιών που αφορούσαν τις ως άνω εργασίες που άρχισαν να πραγματοποιούνται από το μήνα Φεβρουάριο του έτους 2007.
Επίσης, οι κατηγορούμενοι με τις ως άνω οικοδομικές εργασίες καθώς και με την τοποθέτηση μεγάλων τετράγωνων σκηνών εντός του προαναφερομένου αρχαιολογικού χώρου, προέβησαν με πρόθεση σε εργασίες, επεμβάσεις και αλλαγή χρήσης σε ακίνητο μνημείο χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού. Ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων σε ό,τι αφορά τις τετράγωνες σκηνές που βρίσκονται στην παραλία ότι αυτές δεν είναι σταθερά εμπεπηγμένες στο έδαφος αλλά αποσύρονται και επανατοποθετούνται στην άμμο, χειρονακτικά, δεν ασκεί καμμία επιρροή.
Καθώς επίσης και ο ισχυρισμός, όσον αφορά τη διαμόρφωση της υπόγειας διάβασης, ότι τα ξύλινα μαδέρια τοποθετούνται το ένα μετά το άλλο και αποσύρονται και επανατοποθετούνται με χειρονακτικό τρόπο, αφού δεν είναι σταθερά εμπεπηγμένα στο έδαφος. Επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, οι κατηγορούμενοι για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, απορριπτομένης της ένστασης εκκρεμοδικίας.
Ειδικότερα με το ΣΤ 07/18479/8-4-2010 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών, κλήθηκε να εμφανιστεί ο τότε Διευθυντής του ... ενώπιον του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για διαμόρφωση-ισοπέδωση χώρου στάθμευσης στο ... της Λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, η οποία φέρεται τελεσθείσα στις 14-2-2007 (επίδικο κλητήριο θέσπισμα από 02/2007 έως 10/2008).
Ακολούθως με το Η011/1623/11.9.2012 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών κλήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος να εμφανιστεί ενώπιον του ΣΤ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως νόμιμος εκπρόσωπος του ... για τη διαμόρωση- ισοπέδωση χώρου στάθμευσης στο ... της Λεωφόρου Αθηνών-Σουνίου, η οποία φέρεται να τελέστηκε στις 28-4-2010 (επίδικο κλητήριο θέσπισμα 02/2007 έως 10/2008).
Με την υπ’ αριθμ. 9493/2008 απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, ο ως άνω κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της ξενοδοχειακής μονάδας κρίθηκε αθώος για τις αποδιδόμενες σ’ αυτόν αξιόποινες πράξεις. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111, 112 και 113 του Π.Κ., το αξιόποινο της πράξεως εξαλείφεται με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος για τα πλημμελήματα είναι πέντε έτη και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέρα από τρία (3) έτη.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ. β’ , 370 εδ. β’ , 511 και 514 του Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, εφόσον διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη.
Όπως αποδείχθηκε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού η εταιρεία "...", την οποία εκπροσωπούν νόμιμα οι κατηγορούμενοι, δυνάμει της από Νοεμβρίου 2001 σύμβασης μίσθωσης με τον Ε.Ο.Τ. μίσθωσε το ξενοδοχειακό συγκρότημα "..." με την υποχρέωση να το ανακαινίσει και να το λειτουργήσει με την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα.
Όσον αφορά το κιγκλίδωμα και τη μεταλλική πόρτα προϋπήρχαν πριν τη μίσθωση του ξενοδοχειακού συγκροτήματος σε κάθε δε περίπτωση από το έτος 2002 (βλ. το από Δεκεμβρίου 2002 νόμιμα θεωρημένο τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης). Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφού απορριφθεί η ένσταση εκκρεμοδικίας, απορριφθεί η ένσταση εξάλειψης του αξιοποίνου ως προς την β’ κατηγορουμένη, γίνεται δεκτή εν μέρει η ένσταση παραγραφής και παύει οριστικά την ποινική δίωξη ως προς τις μερικότερες πράξεις της τοποθέτησης κιγκλιδωμάτων και μεταλλικής πόρτας, κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι κατά τα λοιπά".
Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους για τις αξιόποινες πράξεις α) της αυθαίρετης κατασκευής κτίσματος, διακεκριμένης κατ’ εξακολούθηση και β) της παράβασης του άρθρου 66 ν. 3028/2002 κατ’ εξακολούθηση. Και ειδικότερα για το ότι : "Στο ... Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από 2/2007 μέχρι 10/2008 ενεργώντας ως νόμιμοι εκπρόσωποι και δη ως μέλη του ΔΣ της εταιρείας με την επωνυμία "...", και με τον δ.τ. "....", η οποία εκμεταλλεύεται την ξενοδοχειακή μονάδα "..." στο ...
της Λ. Αθηνών - Σουνίου, με πρόθεση τέλεσαν με την ίδια πράξη τα ακόλουθα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες της ελευθερίας και χρηματικές ποινές: Α) Προέβησαν με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος σε οικοδομικές εργασίες εντός αρχαιολογικού χώρου χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής.
Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρονικό διάστημα προέβησαν σε οικοδομικές εργασίες: 1) διαμόρφωση - ισοπέδωση γηπέδου και 2) κατασκευή κτίσματος από λιθοδομή, διαστάσεων 3χ4τμ, περίφραξη διαστάσεων (25+10+8+8+16) = 134τμ και ύψους 2μ, διαμορφώσεις (επενδύσεις πέτρας και ξύλου) και δη επίστρωση με ξύλινο δάπεδο διαστάσεων 46,80χ2μ=93τμ και επένδυση υπόγειας διάβασης με ξυλεία διαστάσεων 3,10x16,50=402,30τμ, σε χώρο εντός του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου (Ζώνης Α/ περιοχής Β1 απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής.
Β]. Προέβησαν με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος σε εργασίες, επεμβάσεις και αλλαγή χρήσης σε ακίνητο μνημείο χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρονικό διάστημα προέβησαν στις εξής οικοδομικές δραστηριότητες: 1) διαμόρφωση -ισοπέδωση γηπέδου και 2) κατασκευή κτίσματος από λιθοδομή, διαστάσεων 3χ4τμ, περίφραξη διαστάσεων (25+10+8+8+16) = 134τμ και ύψους 2μ, διαμορφώσεις (επενδύσεις πέτρας και ξύλου) και δη επίστρωση με ξύλινο δάπεδο διαστάσεων 46,80χ2μ=93τμ και επένδυση υπόγειας διάβασης με ξυλεία διαστάσεων 3,10x16,50=102,30τμ, καθώς και στην τοποθέτηση μεγάλων τετράγωνων σκηνών εντός του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου (Ζώνης Α/ περιοχής Β1 απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχουν προς τούτο την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού".
Επίσης το άνω Τριμελές Εφετείο έπαυσε την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων λόγω παραγραφής για το ότι: "Στο ... Αττικής περί τις αρχές του έτους 2002, ενεργώντας ως νόμιμοι εκπρόσωποι και δη ως μέλη του ΔΣ της εταιρείας με την επωνυμία "...", και με τον δ.τ. "....", η οποία εκμεταλλεύεται την ξενοδοχειακή μονάδα "..." στο ...
της Λ. Αθηνών - Σουνίου, με πρόθεση τέλεσαν με την ίδια πράξη τα ακόλουθα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες της ελευθερίας και χρηματικές ποινές : Α. Προέβησαν με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος σε οικοδομικές εργασίες εντός αρχαιολογικού χώρου χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής.
Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρονικό διάστημα προέβησαν σε οικοδομικές εργασίες τοποθέτησης κιγκλιδώματος και μεταλλικής πόρτας σε χώρο εντός του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου (Ζώνης Α/περιοχής Β απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής.
Β. Προέβησαν με πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος σε εργασίες, επεμβάσεις και αλλαγή χρήσης σε ακίνητο μνημείο χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού. Συγκεκριμένα στον πιο πάνω τόπο και χρονικό διάστημα προέβησαν στην τοποθέτηση κιγκλιδώματος και μεταλλικής πόρτας εντός του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου (Ζώνης Α/ περιοχής Β1 απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων) χωρίς να έχουν προς τούτο την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού".
Ακολούθως επιβλήθηκε σε καθέναν από τους κατηγορουμένους ποινή φυλάκισης είκοσι μηνών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για την πρώτη πράξη και ποινή φυλάκισης δέκα μηνών για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι πέντε (25) μηνών με τριετή αναστολή της εκτέλεσής της.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες προήλθαν τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 18β, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 57, 79, 94 παρ. 2, 98 ΠΚ, 10, 66 ν. 3028/2002 και 17 παρ. 8 εδ. ε-α ν. 1337/1983 σε συνδ. με άρθρο 6 ν. 1609/28-6/3-7-1986, όπως το άρθρο 17 αντικ. με άρθρο 3 παρ. 13 ν. 2242/1994 σε συνδ. με άρθρο 22 ν. 1577/1985, όπως το τελευταίο τροποπ. και συμπληρ. με άρθρο 19 ν. 2831/2000 και το άρθρο 17 παρ. 8 αντικ. με άρθρο 5 παρ. 4 ν. 3212/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει με ευθύ ή πλάγιο τρόπο, στερώντας δηλαδή την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων, οι εξής ουσιώδεις και κρίσιμες παραδοχές: 1) Αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάστηκαν, ως νόμιμοι εκπρόσωποι και μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκμεταλλεύεται την ξενοδοχειακή μονάδα "...", η αναφορά δε αυτή υποδηλώνει και εμπεριέχει τη σαφή παραδοχή ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν ως εντολείς, αναθέτοντας σε τρίτους την πραγματοποίηση των σχετικών κατασκευαστικών εργασιών. 2) Προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες κατασκευαστικές εργασίες (κατασκευή κτίσματος 12 μ2 και περίφραξης μήκους 134 μ.
και ύψους 2μ. από λιθοδομή, επενδύσεις πέτρας και ξύλου σε δάπεδο 93 μ2 και σε υπόγεια διάβαση 102,30 μ2 κλπ.), τις οποίες τέλεσαν οι αναιρεσείοντες -κατηγορούμενοι με την παραπάνω ιδιότητα μέσα στον αρχαιολογικό χώρο Σουνίου (Ζώνης Α/περιοχής Β1 απόλυτης προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων), χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και οι οποίες συνιστούν εργασίες δόμησης κατά την έννοια του άρθρου 22 παρ. 1 ν. 1577/1985 και δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του ίδιου άρθρου, που δεν απαιτούν έκδοση οικοδομικής άδειας. 3) Διαλαμβάνεται η σαφής παραδοχή ότι, με τις προαναφερόμενες κατασκευαστικές εργασίες και με την τοποθέτηση μεγάλων τετράγωνων σκηνών μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, οι κατηγορούμενοι ενήργησαν επεμβάσεις και αλλαγή χρήσης αρχαιολογικού χώρου (και όχι ακίνητου μνημείου, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην απόφαση κατά την περιγραφή της δεύτερης πράξης, δηλαδή της παράβασης του άρθρου 66 ν. 3028/2002), χωρίς έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού.
Όπως δε σημειώθηκε στην οικεία νομική σκέψη, οι εργασίες επεμβάσεων και αλλαγής χρήσης είναι αξιόποινες και όταν επιχειρούνται σε αρχαιολογικό χώρο, αφού η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 4 του ν. 3028/2002 (που απαιτεί έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού για κάθε εργασία, επέμβαση ή αλλαγή χρήσης σε ακίνητα μνημεία, ακόμη και αν δεν επέρχεται, άμεσα ή έμμεσα, καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής τους) έχει αναλογική εφαρμογή και για τους αρχαιολογικούς χώρους, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 4, η δε διενέργεια, χωρίς την αναγκαία νόμιμη άδεια ή καθ’ υπέρβαση αυτής, πράξεων του άρθρου 10 παρ. 2-4 σε μνημείο, σε αρχαιολογικό χώρο ή σε ιστορικό τόπο, στοιχειοθετεί την αξιόποινη πράξη του άρθρου 66 του ίδιου νόμου. 4) προσδιορίζονται ο τόπος τέλεσης των σχετικών εργασιών (....
της Λεωφόρου Αθηνών - Σουνίου), ο οποίος βρίσκεται μέσα στα όρια της Ζώνης Α περιοχής Β του αρχαιολογικού χώρου Σουνίου και ο οποίος έχει χαρακτηριστεί και οριοθετηθεί ως αρχαιολογικός χώρος με την απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού Υ.Αποφ.ΥΠΠΟ/Αρχ./Α1/Φ02/61126/ 3407/14-2-95 (ΦΕΚ 1070/Β/29-12-1995) και ΠΔ 2-98. 5) Αιτιολογείται πλήρως ο δόλος των κατηγορουμένων με την παραδοχή ότι αυτοί τέλεσαν με πρόθεση τις πράξεις των άρθρων 17 παρ. 8 εδ.
α’ και ε’ του ν. 1337/1983, όπως αντικ. με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 3212/2003 και του άρθρου 66 του ν. 3028/2002 κατ’ εξακολούθηση, για τις οποίες καταδικάστηκαν. Σημειώνεται ότι ο σχετικός δόλος με τη μορφή της πρόθεσης ενυπάρχει στη θέληση πραγμάτωσης και εκδηλώνεται με την πραγμάτωση των περιστατικών που συγκροτούν τις εν λόγω αξιόποινες πράξεις και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αιτιολόγηση αυτού, αφού δεν πρόκειται για άμεσο ή υπερχειλή δόλο.
Και 6) προσδιορίζεται ως χρόνος τέλεσης των εξακολουθητικών πλημμεληματικών πράξεων, για τι οποίες καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι, η χρονική περίοδος από τον Φεβρουάριο 2007 έως τον Οκτώβριο 2008. Δεν ήταν δε αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τέλεσης κάθε μερικότερης πράξης, αφού δεν ασκούσε έννομη επιρροή στο ζήτημα της παραγραφής, με δεδομένο ότι δεν είχε παρέλθει πενταετία μέχρι την επίδοση (στις 3-2-2012) του κλητηρίου θεσπίσματος προς τους κατηγορουμένους και την (έγκυρη) έναρξη της κύριας διαδικασίας, οπότε επήλθε τριετής αναστολή της παραγραφής, ούτε είχε παρέλθει οκταετία κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στις 16-10-2014 (άρθρα 111 παρ. 3, 112, 113 παρ. 2-3 ΠΚ).
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης τρίτος, τέταρτος και πέμπτος της αίτησης αναίρεσης του Ν. Δ. και δεύτερος, τρίτος και τέταρτος της αίτησης αναίρεσης της Μ. Δ. από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας (ως προς την κρίση ενοχής των αναιρεσειόντων και ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου τέλεσης των πράξεων) και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Γ.O.K.
και των άρθρων 10 παρ. 4 και 2 περ. β’ - γγ’ , γ’ και 66 παρ. 1 του ν. 3028/2002, αντίστοιχα. Η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, επειδή το σκεπτικό της είναι πιστή αντιγραφή του διατακτικού της, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, στο σκεπτικό αυτής, εκτός από τα στοιχεία που συγκροτούν τις αξιόποινες πράξεις που περιγράφονται στο διατακτικό, περιέχονται και άλλα πραγματικά περιστατικά, ουσιαστικές παραδοχές και υπαγωγικές νομικές σκέψεις, που θεμελιώνουν με σαφήνεια και πληρότητα την κρίση ενοχής των κατηγορουμένων για τις πράξεις που καταδικάστηκαν.
Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους παραπάνω λόγους αναίρεσης δεν στοιχειοθετούν αναιρετικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά είτε αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου για την ουσία της υπόθεσης είτε συνάπτονται με ισχυρισμούς αρνητικούς της κατηγορίας είτε συνιστούν νομικές απόψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, είναι δε, εντεύθεν, απαράδεκτες.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 113 παρ. 2 και 3 του ΠΚ, το αξιόποινο της πράξης εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, αλλά όχι περισσότερο από τρία χρόνια για τα πλημμελήματα.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την επίδοση στον κατηγορούμενο του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης, βάσει των οποίων αυτός καλείται στο ακροατήριο, άσχετα αν η υπόθεση εκδικάστηκε ή αναβλήθηκε, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και με τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης.
Αν το κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο είναι και κηρυχθεί άκυρο, δεν αρχίζει η κύρια διαδικασία, ούτε επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β’ , 370 περ. β’ και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και προτείνεται σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, ο οποίος, αν διαπιστώσει τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, οφείλει να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, σύμφωνα με το άρθρο 370 περ.
β’ του ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το άνω Τριμελές Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του (σελ. 44 αυτής), αφού ερεύνησε τον χρόνο τέλεσης των πράξεων που αποδόθηκαν στους κατηγορουμένους, έκαμε εν μέρει δεκτή σχετική ένσταση παραγραφής που αυτοί είχαν προτείνει (σελ. 36-40 πρακτικών) και όπως προαναφέρεται ανωτέρω έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη για τις μερικότερες πράξεις α) της πραγματοποίησης παράνομων οικοδομικών εργασιών χωρίς την άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και β) της διενέργειας εργασιών, επεμβάσεων και αλλαγής χρήσης σε αρχαιολογικό χώρο χωρίς την έγκριση του Υπουργού Πολιτισμού, που αφορούν την τοποθέτηση κιγκλιδώματος και μεταλλικής πόρτας μέσα στον αρχαιολογικό χώρο Σουνίου, για τις οποίες έκρινε ότι τελέστηκαν από αυτούς πριν από τον Δεκέμβριο του έτους 2002, συνδέοντας την ουσιαστική κρίση του με ρητή αναφορά στο από Δεκεμβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης.
Για τις λοιπές μερικότερες πράξεις έκρινε ότι δεν είχαν υποκύψει σε παραγραφή και δεν δέχτηκε ως βάσιμους τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων, ότι οι σχετικές πράξεις είχαν τελεστεί ήδη από το έτος 2001 ή, αλλιώς, από τον Ιούνιο 2004 ή, αλλιώς, από 28-5-2006. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι επαρκώς αιτιολογημένη και δεν χρειαζόταν να διαληφθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσθετη και ειδικότερη αιτιολόγησή της.
Η δε αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι δεν αιτιολογείται στην απόφαση γιατί το από Δεκεμβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα κάλυψης κρίθηκε ότι θεμελιώνει παραγραφή μόνο ως προς την πράξη κατασκευής του κιγκλιδώματος και της μεταλλικής πόρτας, και όχι και για τις λοιπές μερικότερες πράξεις, αφορά κρίση ουσίας και δεν συνιστά αναιρετική πλημμέλεια έλλειψης αιτιολογίας.
Επομένως, είναι αβάσιμοι ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης του Ν. Δ. και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης της Μ. Δ. από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ , για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της ένστασης εξάλειψης του αξιοποίνου λόγω παραγραφής.
Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη (από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντ. και 139 ΚΠΔ) ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή στη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται (γενικά ή ειδικά) ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της ακροατηριακής διαδικασίας, και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, ενώ, όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε μη αυτοτελή ισχυρισμό ή σε αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προβάλλεται με τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι’ αυτόν.
Όπως ήδη αναφέρθηκε, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών, οίοι είναι και εκείνοι, με τους οποίους ζητείται η αναγνώριση υπέρ του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και έχουν αναπτυχθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τελικά τη δικαστική απόφανση για συνδρομή ή μη των αντιστοίχων ελαφρυντικών περιστάσεων.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους. Για την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσης, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας.
Η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και γενικά η μη εμπλοκή σε έκνομες δραστηριότητες συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία, αλλά δεν αρκεί για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης.
Εξάλλου, για την παραδοχή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ υπό καθεστώς ελεύθερης κοινωνικής διαβίωσης, απαιτείται ο υπαίτιος να έχει επικαλεστεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο και να αποδεικνύονται κατά την ακροατηριακή διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες μέσω των συνηγόρων τους προέβαλαν, διατυπωμένους σε γραπτό κείμενο, τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για συνδρομή και αναγνώριση στο πρόσωπό τους των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α’ και ε’ ΠΚ, που αναπτύχτηκαν προφορικά και καταχωρίστηκαν στα πρακτικά με το εξής περιεχόμενο: "Α] Ο Ν. Δ.: "Α. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α’ του Π.Κ.). Μέχρι την τέλεση της πράξης έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Ειδικότερα: (α) Είμαι οικογενειάρχης και έχω τρία παιδιά. Σε όλη μου τη ζωή αγωνίστηκα για να μην τους λείψει τίποτα, (β) Ξεκίνησα να εργάζομαι από την ηλικία των 14 ετών. Το 1960 μαζί με τον αδερφό μου Δ., συστήσαμε την εταιρία με την επωνυμία "...." με αντικείμενο την εμπορία ελαιόλαδου. Παράλληλα, με τον αδερφό μου είχαμε αναλάβει την πρακτόρευση εισιτηρίων ναυσιπλοίας για πλοία που εκτελούσαν δρομολόγια μεταξύ Κρήτης και Αθήνας, καθώς και τη διαχείριση φορτηγών αυτοκινήτων, που μας ανήκαν κατά κυριότητα και τα οποία μετέφεραν ξηρό φορτίο μεταξύ Κρήτης και Αθήνας.
Επίσης συμμετείχα στην εταιρία "...", μαζί με τον αδερφό μου και άλλα πρόσωπα. Ταυτόχρονα ήμουν βασικός εταίρος στην σαπωνοποιεία με την επωνυμία "....", συμφερόντων της οικογένειας μας. Το 1970 αποφάσισα να δραστηριοποιηθώ στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, μαζί με τον αδερφό μου Δ. Δ.. Χάρη στις δικές μας επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και προσπάθειες, ξεκίνησε η τουριστική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής Ρεθύμνου.
Το 1983 μαζί με τον αδερφό μου αγοράσαμε μετοχές της εταιρίας "..." από το μεγαλύτερο σήμερα Γερμανικό Τουριστικό Οργανισμό TUI, (Untemehmensgruppe Touristik Union International). To μεγαλύτερο ξενοδοχειακό Όμιλο στη Γερμανία. Με περισσότερα από 150 ξενοδοχεία. Έτσι ξεκίνησε μία συνεργασία που συνέβαλε σημαντικά στην άνοδο της επιχειρηματικής μου δραστηριότητας στον τουριστικό τομέα.
Αυτή η συνεργασία αποτέλεσε και την αφετηρία μίας σειράς πρωτοβουλιών μου στον ίδιο τομέα, όχι μόνο στο χώρο των ξενοδοχείων διακοπών αλλά και στο χώρο των ξενοδοχείων πόλης. Έτσι δημιουργήθηκε ένας τεράστιος όμιλος εταιριών και δικτύου ξενοδοχείων, γνωστός σε όλο τον επιχειρηματικό κόσμο αλλά και στην ελληνική και διεθνή κοινή γνώμη, ως "Όμιλος Ν.
Δ.". Έτσι από το έτος 1970 μέχρι σήμερα, δηλαδή επί 40 έτη, δραστηριοποιούμαι αδιαλείπτως στο χώρο των τουριστικών και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, οι οποίες διά των εταιριών μου έχουν στην κυριότητα τους ή εκμεταλλεύονται ή διαχειρίζονται ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Κορυφαίες στιγμές της πορείας μου ως επιχειρηματία στον ξενοδοχειακό τομέα ενδεικτικά είναι:
Το 1976 ανήγειρα μαζί με τον αδελφό μου το ξενοδοχείο .... Το 1982 συνέλαβα την ιδέα της συνεργασίας μου με την TUI, την μεγαλύτερη εταιρία, στην Ευρώπη και μετέπειτα στον κόσμο, οργανωμένης διακίνησης τουριστών. Λόγω της εξαιρετικής ποιότητας της μεταξύ μας συνεργασίας, προχωρήσαμε σε αρκετές περιπτώσεις στην συνιδιοκτησία και στην συνδιαχείριση μεγάλων τουριστικών μονάδων.
Το 1983 αποκτήσαμε μαζί με τον αδελφό μου τον έλεγχο του ξενοδοχείου .... To 1989 ανεγείραμε μαζί με τον αδελφό μου το ξενοδοχείο .... Στις αρχές της δεκαετίας του ‘ 90 αποφάσισα να επεκτείνω τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες σε ολόκληρη την Ελλάδα. Είμαι από τα ιδρυτικά μέλη της Τράπεζας Πειραιώς και ήμουν αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου επί εννέα ολόκληρα χρόνια.
Συμμετέχω σε μία σειρά δημόσιες κοινωφελείς δραστηριότητες, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ..., Πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου, ιδρυτής της πολλής μεγάλης τράπεζας αίματος των εργαζομένων στις επιχειρήσεις μου. Έχω τιμηθεί με επαίνους και βραβεία από τη χώρα μου, από ξένες αρχές και φορείς του Δημοσίου Τομέα για την προσφορά μου στον Τουρισμό, στην απασχόληση 5.000 συμπολιτών και για τις δωρεές μου σε νοσοκομεία και ιδρύματα.
Από όλα τα πιο πάνω αντικειμενικά στοιχεία προκύπτει σαφώς ότι η ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μου είναι υποδειγματική.
Β. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση της πράξης. Από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που ήδη εκτέθηκαν καθώς και από την επαγγελματική, οικογενειακή, ατομική και κοινωνική μου εξέλιξη προκύπτει σαφώς ότι μετά την τέλεση της πράξης για την οποία κηρύχθηκα ένοχος η συμπεριφορά μου υπήρξε καλή και για μεγάλο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π. Κ. Β] Η Μ. Δ.:
Στο πρόσωπο μου συντρέχουν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ του Π.Κ. περί προτέρου εντίμου βίου και 84 παρ.2 περ. ε’ του Π.Κ. περί καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, οι οποίες πρέπει να αναγνωρισθούν από το Δικαστήριό Σας. Ειδικότερα Α. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ. α’ του Π.Κ.). Μέχρι την τέλεση της πράξης έζησα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Ειδικότερα: (α) Έχω λευκό ποινικό μητρώο. Ουδέποτε έχω καταδικασθεί για άλλο αδίκημα. Και ουδέποτε έχει ασκηθεί σε βάρος μου ποινική δίωξη για άλλη πράξη, (β) Είμαι μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Εργάζομαι στις επιχειρήσεις του πατέρα μου Ν. Δ.. Και αγωνίζομαι , ώστε να μην λείψει τίποτα στα δύο μου ανήλικα παιδιά, (γ) Η ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή μου είναι υποδειγματική. Β. Ως προς την ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την τέλεση της πράξης. Από τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που ήδη εκτέθηκαν και ιδίως από την απουσία έτερης ποινικής δίωξης ή καταδίκης για άλλη πράξη, καθώς και από την επαγγελματική, οικογενειακή, ατομική και κοινωνική μου εξέλιξη προκύπτει σαφώς ότι μετά την τέλεση της πράξης για την οποία κηρύχθηκα ένοχη η συμπεριφορά μου υπήρξε καλή και για μεγάλο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε’ του Π.Κ.".
Το Τριμελές Εφετείο απέρριψε τους παραπάνω ισχυρισμούς με την εξής αιτιολογία: "Ο αυτοτελής ισχυρισμός (αίτημα) των κατηγορουμένων, να αναγνωρισθεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 περ. α’ Π.Κ., (πρέπει) ν’ απορριφθεί, προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, από τα οποία να δύναται να συναχθεί ότι οι κατηγορούμενοι έως το χρόνο που διέπραξαν τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι, έζησαν έντιμη ζωή, τα δε εκτιθέμενα προς τούτο δεν αρκούν, ενώ σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι δεν αποδείχθηκαν ούτε από τη διαδικασία στο ακροατήριο τέτοιες περιστάσεις, που να δικαιολογούν την αναγνώριση της συνδρομής των συγκεκριμένων ελαφρυντικών περιστάσεων, δεδομένου ότι στα πλαίσια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, είχαν την άνεση και την ευελιξία, χωρίς να συνεργαστούν με τις αρμόδιες αρχές να τελέσουν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις.
Ούτε αποδείχθηκε ότι επέδειξαν καλή συμπεριφορά μετά τις αξιόποινες πράξεις, αφού δεν αποκατέστησαν τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, για να τους επιβραβεύσει η έννομη τάξη με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής. Εξάλλου η κατεδάφιση του τσιμεντόλιθου κτίσματος που έλαβε χώρα κατά το έτος 2012, έγινε κατόπιν των συνεχών σημάτων διακοπής εργασιών και μάλιστα χωρίς την ενημέρωση της αρχαιολογικής υπηρεσίας, η οποία θα πρέπει να ενημερώνεται λόγω της προστασίας του αρχαιολογικού χώρου.".
Ο προαναφερόμενος αυτοτελής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, περιείχε όλα τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη νομική θεμελίωση, την ουσιαστική διερεύνηση και τη δικαστική απόφανση για τη συνδρομή ή μη της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης.
Συνεπώς, αφού ο αυτοτελής ισχυρισμός αυτός είχε προβληθεί κατά τρόπο ορισμένο και αναπτυχθεί προφορικά στο ακροατήριο, το Εφετείο είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει πλήρως την απορριπτική κρίση του, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ουσιαστικές παραδοχές που να αντικρούουν τα επικαλούμενα περιστατικά ή συγκεκριμένες αναφορές σε αρνητικά περιστατικά που αποκλείουν τη συνδρομή των όρων αναγνώρισης της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης.
Η αιτιολογία, όμως, με την οποία απορρίφθηκε o εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, "προεχόντως ως αόριστος ... διότι δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών... τα δε εκτιθέμενα προς τούτο δεν αρκούν", χωρίς να αναφέρει δια ποίου λόγου..." και "... σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι δεν αποδείχτηκαν ούτε από τη διαδικασία στο ακροατήριο τέτοιες περιστάσεις που να δικαιολογούν την αναγνώριση της συνδρομής των συγκεκριμένων ελαφρυντικών περιστάσεων, δεδομένου ότι στα πλαίσια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας είχαν την άνεση και την ευελιξία, χωρίς να συνεργαστούν με τις αρμόδιες αρχές να τελέσουν τις ως άνω αξιόποινες πράξεις", δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
Ενώ η μόνη ουσιαστική παραδοχή, που διατυπώνεται ως αιτιολογία της κρίσης για αβασιμότητα του αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν ασκούσε καμία έννομη επιρροή, αφού δεν αναφέρεται σε χρόνο πριν από την τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες.
Εξάλλου, ο αυτοτελής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού δεν περιείχε πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή του και για τη δικαστική διερεύνηση και απόφανση της συνδρομής ή μη στο πρόσωπό τους της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης. Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που αυτοί επικαλέστηκαν δεν συνιστούν καλή συμπεριφορά κατά την έννοια της οικείας διάταξης, και κυρίως δεν συνιστούν θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά που να εκδηλώνει επίγνωση από αυτούς των συνεπειών των πράξεών τους και σταθερό εναρμονισμό τους προς τις επιταγές της έννομης τάξης. Επομένως, το άνω Τριμελές Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψή του. Συνακολούθως, ο σχετικός λόγος (έκτος της αίτησης αναίρεσης του Ν. Δ. και πέμπτος της αίτησης αναίρεσης της Μ. Δ.) αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, είναι βάσιμος ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου και αβάσιμος ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 και 2 ΠΚ, κατά την επιμέτρηση της ποινής μέσα στα όρια που διαγράφει ο νόμος το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεστεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία. Για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος το δικαστήριο αποβλέπει α) στη βλάβη που προξένησε το έγκλημα ή στον κίνδυνο που προκάλεσε, β) στη φύση, στο είδος και στο αντικείμενο του εγκλήματος, καθώς και σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου, που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την τέλεσή του ...
Ενώ, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου στην απόφαση (πρέπει να) αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη στάθμιση της βαρύτητας του εγκλήματος και τη διαμόρφωση της κρίσης του για την επιβλητέα ποινή, πρέπει να λαμβάνει υπόψη και να διαλαμβάνει στην οικεία αιτιολογική περικοπή της απόφασής του, έστω και τυπικά, τα προαναφερόμενα στοιχεία - κριτήρια, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται το αντικείμενο του εγκλήματος, η φύση, η ένταση και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε από το έγκλημα.
Δεν απαιτείται δηλαδή ιδιαίτερη και πρόσθετης εξειδίκευσή τους, πέραν εκείνης που περιέχεται στην ειδική αιτιολογία της κρίσης για την ενοχή του δράστη, εκτός αν επιβάλλεται ειδικότερη αιτιολόγηση από άλλη διάταξη νόμου. Τέτοια διάταξη είναι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 3212/2003, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να διαλάβει στο αιτιολογικό της απόφασής του για την επιβλητέα ποινή σαφή παραδοχή ως προς την αξία του αυθαιρέτου κτίσματος και ως προς το αν αυτό επέφερε και σε ποίο βαθμό υποβάθμιση της αξίας του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, καθώς επίσης να συνεπιμετρήσει τα ειδικά στοιχεία - κριτήρια αυτά μαζί με τα γενικά στοιχεία - κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ για τον καθορισμό της ποινής.
Αν δεν το πράξει, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 6901/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά από έφεση των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων κατά της απόφασης 4088/2014 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, επιβλήθηκε σε καθέναν από αυτούς ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για την πράξη της εκτέλεσης εργασιών δόμησης σε αρχαιολογικό χώρο χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής κατ’ εξακολούθηση, η οποία τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο 2007 μέχρι τον Οκτώβριο 2008, δηλαδή σε χρόνο που ίσχυε η διάταξη του αρθρ. 17 παρ. 8 του ν. 1337/83, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 4 του ν. 3212/2003, με την εξής αιτιολογία : "Επειδή κατά τα άρθρα 79 και 80 Π.
Κ., το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα των εγκλημάτων, όσο και την προσωπικότητα των κατηγορουμένων που κηρύχθηκαν ένοχοι. Για την εκτίμηση της βαρύτητας των εγκλημάτων το Δικαστήριο αποβλέπει στη βλάβη που προξένησαν τα εγκλήματα ή τον κίνδυνο που προκάλεσαν, στη φύση, στο είδος και στο αντικείμενο των εγκλημάτων, καθώς επίσης, σε όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή τους, στην ένταση του δόλου των κατηγορουμένων.
Κατά την εκτίμηση της προσωπικότητας των κατηγορουμένων, το Δικαστήριο σταθμίζει ιδίως το βαθμό της εγκληματικής τους διάθεσης που εκδήλωσαν κατά την πράξη. Για να τον διαγνώσει με ακρίβεια εξετάζει τα αίτια που τους ώθησαν στην εκτέλεση των εγκλημάτων, την αφορμή που τους δόθηκε και το σκοπό που επιδίωξαν, το χαρακτήρα τους και στο βαθμό της ανάπτυξής του, τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή τους, τη διαγωγή τους κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη, συνάμα δε τόσο τους οικονομικούς τους όρους, όσο και των μελών της οικογένειάς τους, τα οποία συντηρούν.
Έχοντας όλα τα στοιχεία αυτά υπόψη το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορούμενους ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ στον καθένα για την υπό στοιχείο Α. πράξη του διατακτικού και ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών στον καθένα για την υπό στοιχείο Β.
πράξη του διατακτικού". Όμως, όπως προκύπτει από προαναφερόμενο αιτιολογικό μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης, περιέχονται σ’ αυτό όλα τα στοιχεία - κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ που λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό της ποινής, αλλά δεν διαλαμβάνεται καμία παραδοχή για την αξία των αυθαίρετων κατασκευών και για το αν αυτές επέφεραν και σε ποίο βαθμό υποβάθμιση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ούτε διατυπώνεται οποιαδήποτε σκέψη συνεπιμέτρησης και αυτών των στοιχείων στον καθορισμό της ποινής που επιβλήθηκε στους αναιρεσείοντες.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός και τελευταίος λόγος αναίρεσης (έβδομος της αίτησης αναίρεσης του Ν. Δ. και έκτος της αίτησης αναίρεσης της Μ. Δ.) από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη της αυθαίρετης εκτέλεσης εργασιών δόμησης σε αρχαιολογικό χώρο κατ’ εξακολούθηση.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος που απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΠΚ, ως προς το μέρος του αιτιολογικού της ποινής για την πράξη της αυθαίρετης τέλεσης εργασιών δόμησης μέσα σε αρχαιολογικό χώρο κατ’ εξακολούθηση και ως προς τις διατάξεις επιβολής των ποινών για τις πράξεις που κηρύχτηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες και της συνολικής ποινής. Μετά ταύτα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές που δεν μετείχαν στην έκδοση της αναιρούμενης απόφασης (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την απόφαση 6901/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο που απορρίπτει τον αυτοτελή ισχυρισμό για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ ΚΠΔ και ως προς τις διατάξεις επιβολής ποινών και συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση ως προς το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι δικαστές που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Οκτωβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 25 Μαΐου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ