1132/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1132/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Επαμεινώνδα Τσάντη και το δικόγραφο του από 5-11-2008 πρόσθετου λόγου αναιρέσεως (βλέπε την .../27-11-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ...) και επομένως ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι παραδεκτός (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1132 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1132/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αθηναίων, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο ..., κάτοικο ... . Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μανίκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., έως και 90) ..., κατοίκων όλων ... . Οι 5ος, 9ος, 14ος, 19ος, 23ος, 24ος, 36ος, 43ος, 54ος, 55ος, 61ος, 65ος, 72ος, 76ος, 80ος, 81ος, 83ος, 85ος και 88ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Τσάντη. Οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-12-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 860/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2905/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-6-2007 αίτησή του και τους από 5-11-2008 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος διάβασε την από 5-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους παριστάμενους ... (5o, 9o, 14o, 19o, 23o, 24o, 36o, 43o, 54o, 55o, 61o, 65o, 72o, 76o, 80o, 81o, 83o, 85o και 88o - δεκαεννιά συνολικά) αναιρεσίβλητους ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...
και .../2-10-2009 εκθέσεις επιδόσεων της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 17-3-2009 και κλήση για συζήτηση κατά την παρούσα, μετ' αναβολή, δικάσιμο της 8-12-2009, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθένα των 1ου έως και 4ου, 6ου έως και 8ου, 10ου έως και 13ου, 15ου έως και 18ου, 20ου έως και 22ου, 25ου έως και 35ου, 37ου έως και 42ου, 44ου έως και 53ου, 56ου έως και 60ου, 62ου έως και 64ου, 66ου έως και 71ου, 73ου έως και 75ου, 77ου έως και 79ου, 82ου, 84ου, 86ου έως και 87ου και 89ου έως και 90ου (εβδομήντα ένα συνολικά) των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο.
Εξάλλου, νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Επαμεινώνδα Τσάντη και το δικόγραφο του από 5-11-2008 πρόσθετου λόγου αναιρέσεως (βλέπε την .../27-11-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών ...) και επομένως ο πρόσθετος αυτός λόγος είναι παραδεκτός (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των ανωτέρω εβδομήντα ένα αναιρεσιβλήτων (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν.2362/1995 "Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 ν.δ. 496/1974, 3 ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το ΠΔ 410/1995 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεσή της, ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου, με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη απ' αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με την διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κλπ από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από την ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.
α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων του (Δημοσίου και) των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει κατ' άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις των υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή του οποίου δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων, ΟλΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ αυτών (ΟΤΑ) επιβαρύνσεων (πρβλ.
ΟλΑΠ 38/2005) και συνεπώς η διάταξη αυτή δεν αντίκειται (1) στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερουμένη με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974 που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.
κατ' αυτών) (2) στην διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως ..." και στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν'αναπτύξει σ'αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων (3) στις διατάξεις του άρθρου 14 της ως άνω ΕΣΔΑ, σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικοτέρου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχειρίσεως, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση (4) στις διατάξεις του άρθρου 1 του (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Συμβάσεως που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου (στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συν προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ (ΟλΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ. 3 ν.δ. 496/1974), ούτε τέλος στο άρθρο 119 (ήδη 141) ΣυνθΕΟΚ, για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, την προστασία δηλαδή της περιουσίας (του Δημοσίου και) των ΟΤΑ με την ταχεία εκκαθάριση των αντιστοίχων αξιώσεων και υποχρεώσεών τους, που εμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε στην έννοια του δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την εξαιρετική αυτή ρύθμιση, δεν αντίκειται ούτε, ειδικά, η ρητά θεσπιζομένη με την διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο, και κατά συνέπεια πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων που προβάλλονται με τις προτάσεις τους.
Εξάλλου, η επίσης προβαλλομένη με τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, απορρεούσης, κατά τα εκεί εκτιθέμενα, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και των άρθρων της ΕΣΔΑ 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 (αναφέρεται στην ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων) και 10 παρ. 2 (αναφέρεται στην ελευθερία της εκφράσεως και δη στην ελευθερία της γνώμης και της λήψης ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών) δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην προβαλλομένη μεταβολή της νομολογίας, ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ως άνω διετούς παραγραφής, με την 29/2006 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου τούτου, αφού με αυτήν έγινε ερμηνεία της ως άνω διατάξεως, ενώ η επίσης προβαλλομένη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και της εμπιστοσύνης του διοικουμένου αφορά την διοικητική λειτουργία του Κράτους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη 2905/2006 απόφασή του, ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), που έχουν προσληφθεί από τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) Δήμο και υπηρετούν σε διάφορες υπηρεσίες αυτού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ήδη αορίστου χρόνου, οι οποίες αφορούν σε μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2001 έως 31-12-2001, από την μη καταβολή σ' αυτούς του επιδόματος γάμου σε ποσοστό 10% επί του βασικού ημερομισθίου τους, δεν έχουν υποκύψει στην διετή ως άνω παραγραφή, καθόσον η παραγραφή αυτή άρχισε, όπως εσφαλμένα υπέλαβε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, την 1-1-2002 κατ'εφαρμογή του άρθρ. 91 εδ.
α' ν. 2362/1995 και συμπληρωνόταν την 1-1-2004, ενώ η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο την 30-12-2003, με αποτέλεσμα την διακοπή της. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς ο εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.
πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος του κυρίου αναιρετηρίου είναι βάσιμος. Με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του κύριου αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 435/1976 (ελλείψεως νόμιμης βάσεως). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η ανωτέρω αιτίαση δεν μπορεί να θεμελιώσει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικούς αναφερόμενους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., αφού η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου) εκδόθηκε επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.
Με το άρθρο 16 παρ. 1 ν. 435/1976 κυρώθηκε από τότε που τέθηκε σε ισχύ την 13-2-1976 η παρ. 2 της 10/1976 ΔΑ, σύμφωνα με την οποία (α) στους μισθωτούς, ανεξαρτήτως φύλου, συνεστώτος του γάμου χορηγείται επίδομα γάμου ποσοστού 5% με την προϋπόθεση ότι ο έτερος των συζύγων δεν ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα ή δεν συνταξιοδοτείται (β) το επίδομα γάμου υπολογίζεται επί του κατωτάτου ορίου του βασικού μισθού ή βασικού ημερομισθίου που ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα οικεία συλλογική σύμβαση, διαιτητική απόφαση ή άλλη διάταξη και δεν συμψηφίζεται με τις τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές, συμψηφίζεται, όμως, σ' αυτό το τυχόν καταβαλλόμενο επίδομα γάμου ή συζύγου (γ) συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας ή άλλες διατάξεις που προβλέπουν την χορήγηση επιδόματος γάμου σε ποσοστό ή πάγιο ποσό δεν θίγονται με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπουν τα σχετικά με την παροχή του επιδόματος αυτού, εφόσον (αα) προβλέπουν την παροχή του στους μισθωτούς και των δύο φύλων και (ββ) το με βάση αυτές οφειλόμενο ποσό επιδόματος γάμου είναι υπέρτερο του με βάση την παρούσα διαμορφουμένου.
Με την παρ. 2 του άρθρου 1 του πιο πάνω νόμου ορίσθηκε, ότι η ως άνω κυρουμένη διάταξη μπορεί να τροποποιείται και να συμπληρώνεται ή να καταργείται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αποφάσεις διαιτησίας και υπουργικές αποφάσεις κατά την διαδικασία του προϊσχύσαντος ν. 3239/1955. Ήδη σύμφωνα με το άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ (που δημοσιεύθηκε με την ΥΑ 12756/1989, ΦΕΚ Β' 213/1989, και καταλαμβάνει όλους τους μισθωτούς που εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και στους ΟΤΑ, άρθρο 8 παρ. 1 εδ.
β' ν. 1876/1990) το επίδομα γάμου που χορηγείται σε όλους του έγγαμους μισθωτούς ανέρχεται σε 10%, ενώ κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών. Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 1849/1989 ορίσθηκε ότι το προβλεπόμενο από την ως άνω από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ επίδομα γάμου δικαιούνται και οι άγαμοι γονείς καθώς και οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας και οι διαζευγμένοι.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις της ΔΑ 10/1976, της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ και του ν. 1849/1989 προκύπτει ότι όλοι οι έγγαμοι μισθωτοί, οι διαζευγμένοι, οι ευρισκόμενοι σε κατάσταση χηρείας καθώς και οι άγαμοι γονείς δικαιούνται επίδομα γάμου ποσοστού 10% επί του βασικού μισθού ή ημερομισθίου τους που καθορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς ΣΣΕ, ΔΑ ή άλλες διατάξεις.
Εξάλλου, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, που καθιερώνει το άρθρ. 7 ν.1876/1990, συνάγεται ότι η αρχή της ευνοίας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στην σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 1, 10 και 19 παρ. 2 του ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι ΕΓΣΣΕ καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας για τους εργαζομένους όλης της χώρας, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εργαζόμενοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και) στους ΟΤΑ, και ότι οι κανονιστικοί όροι των ΕΓΣΣΕ, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι, επικρατούν των αντιστοίχων όρων των λοιπών ΣΣΕ.
Έτσι και οι μισθωτοί αυτοί δικαιούνται όλων των επιδομάτων και παροχών, που προβλέπονται από τις ΕΓΣΣΕ, έστω και αν οι παροχές και τα επιδόματα αυτά δεν προβλέπονται από τις αντίστοιχες ΣΣΕ, που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής και εργασίας των μισθωτών των ΟΤΑ, ή αν οι τελευταίες περιέχουν δυσμενέστερες ρυθμίσεις για τα σχετικά θέματα.
Στην προκείμενη περίπτωση: (Α) Με την ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο (και τώρα αναιρεσείοντα) Δήμο Αθηναίων κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1970 μέχρι το 1990 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην συνέχεια μετατράπηκαν σε αορίστου χρόνου, και εργάζονται σ' αυτόν ως εργάτες καθαριότητας, πλην των 13ου και 33ου που εργάζονται ως οδηγός απορριμματοφόρου και τεχνίτης, αμειβόμενοι σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικού ΟΤΑ", ειδικότερα δε για το έτος 2001 σύμφωνα με την από 24-12-2001 ΣΣΕ, στις ρυθμίσεις της οποίας υπάγονται ως μέλη του Συνδικάτου Εργαζομένων ΟΤΑ Νομού Αττικής που ανήκει στην δύναμη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΠ-ΟΤΑ) που συμβλήθηκε στην ως άνω ΣΣΕ, ότι είναι όλοι έγγαμοι και γι' αυτό ο εναγόμενος τους καταβάλλει το προβλεπόμενο από την ως άνω ΣΣΕ επίδομα γάμου που ανέρχεται στο σταθερό ποσό των 480 δρχ.
ημερησίως, το οποίο όμως είναι κατώτερο του καθοριζομένου σε ποσοστό 10% επί του βασικού ημερομισθίου τους που έπρεπε να τους καταβάλλει ο εναγόμενος σύμφωνα με το νόμο (και δη τις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις των άρθρων 20 παρ. 2 ν. 1849/1989, της παρ.2 της 10/1976 ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 16 ν. 435/1976, άρθρο 4 της από 10-3-1989 ΕΓΣΣΕ), με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ' αυτούς τις προκύπτουσες για το χρονικό διάστημα 1/1 - 31/12/2001 διαφορές μεταξύ καταβλητέου (ποσοστού 10% επί των βασικών ημερομισθίων) και καταβαλλομένου (σταθερού ποσού 480 δρχ.
ή 1,41ευρώ) επιδόματος γάμου, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αγωγή. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η αγωγή αυτή με το ως άνω περιεχόμενο ήταν νόμω βάσιμη και δεν έπασχε από νομική αοριστία, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτο κύριους λόγους αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι οποίοι, επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, ειδικότερα δε για το ορισμένο της ένδικης αγωγής αρκούσε, πλην των άλλων περιεχομένων σ' αυτήν ως άνω στοιχείων, η διαλαμβανόμενη εκεί αναφορά της διαφοράς μεταξύ του επιδόματος γάμου, που προκύπτει κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων νόμου (και της ΕΓΣΣΕ), και αυτού που προβλέπει η εφαρμοζομένη κατά τον κρίσιμο χρόνο για τους ενάγοντες ΣΣΕ και δεν ήταν απαραίτητη η παράθεση του συνόλου των αποδοχών τους από την ως άνω ΣΣΕ και αυτών που προβλέπονται ειδικότερα από την ΕΓΣΣΕ, ώστε να κριθεί, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, εάν η δυσμενέστερη ρύθμιση της (ειδικής) ΣΣΕ σε σχέση με το επίδομα γάμου αντισταθμίζεται από άλλους όρους της που τους προσφέρουν πλεονεκτήματα και άλλες ευνοϊκές ρυθμίσεις σε άλλα θέματα και δη σχετικά με τις αποδοχές τους, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις οι αξιώσεις των εναγόντων στηρίζονται σε διατάξεις νόμων που περιέχουν ευνοϊκότερη για τους μισθωτούς ρύθμιση ως προς την επίδικη μισθολογική παροχή (κατισχύοντος της οικείας ΣΣΕ) και απαγορεύουν ευθέως τον συμψηφισμό ειδικά του επιδόματος αυτού (γάμου) που προκύπτει από τον ποσοστιαίο προσδιορισμό του προς καταβαλλόμενες άλλες, τυχόν υπέρτερες των κατωτάτων ορίων αποδοχές, επιτρέποντας μόνο τον γενόμενο ήδη με την αγωγή συμψηφισμό (αφαίρεση) του καταβαλλομένου με βάση την οικεία ΣΣΕ επιδόματος γάμου. (Β) Επί της αγωγής αυτής το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερα από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 2905/2006 απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο μεταξύ των ετών 1970-1990 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αρχικά ορισμένου χρόνου, μετατραπείσες στην συνέχεια σε αορίστου χρόνου, και προσφέρουν σ' αυτόν τις υπηρεσίες τους ως εργάτες καθαριότητας, πλην των 13ου και 33ου που εργάζονται ως οδηγός απορριμματοφόρου και τεχνίτης, αντίστοιχα, ότι είναι έγγαμοι και μέλη του Συνδικάτου Εργαζομένων ΟΤΑ Νομού Αττικής που υπάγεται στην δύναμη της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Προσωπικού Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΠΟΠ - ΟΤΑ) και οι όροι αμοιβής και εργασίας τους ρυθμίζονται από τις συναπτόμενες με βάση το ν. 1876/1990 μεταξύ των εκπροσώπων των Υπουργείων Οικονομικών και Εσωτερικών και της ΠΟΠ - ΟΤΑ ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση ιδιωτικού δικαίου Προσωπικού ΟΤΑ", ότι σύμφωνα με την ισχύουσα για τους ενάγοντες κατά την επίδικη περίοδο από 24-12-2001 ΣΣΕ το επίδομα γάμου που καταβάλλεται στους έγγαμους μισθωτούς κλπ.
και κατά το οποίο προσαυξάνονται τα οριζόμενα στο άρθρ. 3 εδ. Α', Β' και Γ' αυτής ημερομίσθια ανέρχεται σε 480 δρχ. (ήδη 1,41 ευρώ) ημερησίως που είναι, όμως, κατώτερο του 10% των βασικών ημερομισθίων, δεδομένου ότι αυτά κυμαίνονται από 8.080 - 13.210 δρχ. για τους εργάτες και το βοηθητικό προσωπικό και από 9.450 - 15.230 δρχ.
για το τεχνικό προσωπικό, και ότι, επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται επίδομα γάμου ποσοστού 10% επί των βασικών ημερομισθίων τους που καθορίζονται από την ως άνω από 24-12-2001 ΣΣΕ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά περιστατικά απέρριψε σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή της διαφοράς μεταξύ του καταβλητέου επιδόματος γάμου που έπρεπε να υπολογισθεί στο ως άνω ποσοστό και του καταβαλλομένου δραχμικού.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, δεχθέν ότι το επίδομα γάμου των εναγόντων ισούται με ποσοστό 10% επί των βασικών ημερομισθίων τους και όχι με το σταθερό ποσό των 480 δρχ. ή 1,41 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθρου 16 του ν. 435/1976 και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν είναι καταχρηστική, ως μη υπερβαίνουσα τα ως άνω ακραία αξιολογικά όρια, καθεαυτή η άσκηση αξιώσεως για την καταβολή αποδοχών και παροχών που προβλέπονται από το νόμο υπερτέρων από τις καταβαλλόμενες με βάση ΣΣΕ.
Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε ενώπιον αυτού την και πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης των ενδίκων αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, ισχυριζόμενος ότι αυτοί δεσμεύοντα από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που υπέγραψαν, μετά από συλλογικές διαπραγματεύσεις, οι εκπρόσωποι των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των οποίων οι ενάγοντες είναι μέλη, με την αιτιολογία ότι το γεγονός της υπογραφής ΣΣΕ που περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς σε σχέση με το νόμο ρύθμιση ορισμένου θέματος δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση της αξιώσεως για την λήψη των νομίμων παροχών.
Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 ΚΠΟλΔ τέταρτος κύριος λόγος αναιρέσεως, καθόσον καθεαυτό το γεγονός της υπογραφής ΣΣΕ με δυσμενέστερη για τους μισθωτούς, σε σχέση με το νόμο, ρύθμιση ορισμένης παροχής ή επιδόματος δεν αρκεί, άνευ άλλου, για να καταστήσει καταχρηστική την αξίωση για την καταβολή των νομίμων παροχών.
Με τους δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, και πέμπτο (και τελευταίο) κύριους λόγους αναιρέσεως, επίσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι η χορήγηση με την προσβαλλομένη απόφαση στους ενάγοντες επιδόματος γάμου υπολογιζομένου σε ποσοστό 10% επί του ημερομισθίου που καθορίζεται με την εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ θίγει την κατ' άρθρο 22 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, διότι το ποσό που προκύπτει με τον υπολογισμό αυτόν είναι πολύ μεγαλύτερο εκείνου που χορηγείται στους με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου υπαλλήλους του εναγομένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, οι οποίοι ασκούν τα ίδια με τους ενάγοντες καθήκοντα, απασχολούμενοι στους ίδιους χώρους και με τις αυτές συνθήκες.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι η απορρέουσα από το άρθρο 4 παρ. 1 του συντάγματος αρχή της ισότητας, ειδικότερη μορφή και εκδήλωση της οποίας αποτελεί η σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας, δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται περί διαφορετικών κατηγοριών υπαλλήλων (υπάλληλοι με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) και όταν είναι άλλος ο ρυθμιστικός παράγων που καθορίζει την μισθολογική κατάσταση μιάς κατηγορίας υπαλλήλων από εκείνον που ρυθμίζει την ίδια κατάσταση άλλης κατηγορίας υπαλλήλων, όπως στην προκειμένη περίπτωση ο ν. 2470/1997 για τους μονίμους (με σχέση δημοσίου δικαίου) υπαλλήλους του αναιρεσείοντος και ΣΣΕ για τους ενάγοντες (ΟλΑΠ 3/1997).
Κατ'ακολουθίαν αυτών, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί εν μέρει και συγκεκριμένα μόνον ως προς τη διάταξή της που αφορά τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων οι οποίες είχαν γεννηθεί μέχρι και την 29-12-2001, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως εν μέρει ηττώμενοι, στα περιοριζόμενα μερικώς δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου, σύμφωνα με τη σχετική νόμιμη αίτηση του τελευταίου αυτού (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ., σε συνδυασμό με το άρθρο 281 παρ. 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, ως προς τη διάταξή της που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 2905/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα περιοριζόμενα μερικώς δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ