Supreme Court annuls bank judgment for failing to prove administrative acceptance of employee resignations under labor law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the High Court of Appeal's decision awarding severance pay to four former bank employees. The court found the lower court violated statutory requirements by accepting resignations without verifying the bank's formal administrative acceptance. Consequently, the case was remanded for retrial with a different panel to determine if the bank officially accepted the resignations.
Legislator headnote
AI generatedArticle 8(a) of Law 3198/1955; Article 5 of the Bank's Organization: The Supreme Court held that for employees with indefinite-term contracts to qualify for statutory severance upon early departure, the employer must formally accept the resignation; automatic acceptance clauses in regulations are insufficient without a specific administrative act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1132 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1132/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Πανούση βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Ψ1, 2)Ψ2, κατοίκου ..., 3)Ψ3, κατοίκου ...ς και 4)Ψ4, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 736/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2020/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 18-4-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 8 εδαφ. α' του Ν. 3198/1955 "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσία παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεος της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή του Β.Δ.
της 16/18-7-1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παραγρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Κατά τη διάταξη αυτή, την ως άνω μειωμένη αποζημίωση δικαιούνται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, οι μισθωτοί που συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου.
Εξάλλου, η σύμβαση εργασίας που καταρτίζεται με την προσχώρηση του εργαζομένου σε κανονισμό που προβλέπει την αυτοδίκαιη αποχώρηση αυτού με τη συμπλήρωση του καθοριζόμενου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Αν όμως στον κανονισμό προβλέπονται παράλληλα και περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, είτε εκ μέρους του εργοδότη, είτε εκ μέρους του εργαζομένου, τότε υπάρχει στη σύμβαση διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας (την επέλευση δηλαδή της λύσεως πριν από τη λήξη του ορισμένου χρόνου), η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (ΟλAΠ 1110/1986).
Περίπτωση πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, με την παραπάνω έννοια, μπορεί να αποτελεί και το προβλεπόμενο στον κανονισμό δικαίωμα παραιτήσεως, με μονομερή δήλωση του μισθωτού, που διαφέρει από την καταγγελία για σπουδαίο λόγο (ΟλΑΠ 6/1989). Επομένως αν ο μισθωτός παραιτήθηκε μετά δεκαπενταετή συνεχή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, δικαιούται την αποζημίωση που ορίζει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955, εφόσον υπάρχει και η απαιτούμενη από την ίδια διάταξη συγκατάθεση του εργοδότη. Η συγκατάθεση αυτή μπορεί να έχει δοθεί και εκ των προτέρων με τη συνομολόγηση, σε κανονισμό συμβατικής ισχύος, του δικαιώματος του εργαζομένου να παραιτηθεί σε οποιοδήποτε χρόνο (ΑΠ 1094/2001). Αν όμως ο κανονισμός έχει ισχύ νόμου και προβλέπει ως λόγο λύσεως της συμβάσεως εργασίας και την αποδοχή της παραιτήσεως του εργαζομένου, διαστέλλοντας την περίπτωση που η αποδοχή αυτή γίνεται με απόφαση του εργοδότη από την περίπτωση που θεωρείται ότι έγινε αυτοδικαίως μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, τότε, για να υπάρχει συγκατάθεση του εργοδότη, η αποδοχή της παραιτήσεως πρέπει να γίνει με απόφασή του, αφού η εξομοιούμενη με αποδοχή άπρακτη παρέλευση ορισμένου χρόνου αποτελεί συνέπεια του νόμου (του κανονισμού που έχει ισχύ νόμου) και όχι τον συμφωνημένο με τον κανονισμό τρόπο εκδηλώσεως της συγκαταθέσεως του εργοδότη στην αποχώρηση με παραίτηση του εργαζομένου.
Μια τέτοια περίπτωση ρυθμίζεται και στο άρθρο 126 του Οργανισμού της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει εγκριθεί με τη 226698/1980/6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ 389Β'/2-4-1973), έχει κυρωθεί με το Ν.Δ. 213/1973 και έχει γιαυτό ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΟλΑΠ 851/1981). Το άρθρο αυτό προβλέπει στην παρ. 1 ότι ο υπάλληλος της τράπεζας δικαιούται να παραιτηθεί, ότι η παραίτηση υποβάλλεται εγγράφως και ότι η λύση της υπαλληλικής σχέσεως επέρχεται δια της αποδοχής της παραιτήσεως από τον διοικητή αυτής ή τον υπό τούτου εξουσιοδοτημένο, που εκδίδει πράξη για την αποδοχή της μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της παραιτήσεως, ενώ στην παρ. 4 προβλέπει ότι η παραίτηση λογίζεται ότι έχει γίνει αυτοδικαίως δεκτή μετά την πάροδο μηνός από την υποβολή της.
Στην παραπάνω περίπτωση, άρα, μόνον όταν η αποδοχή της παραιτήσεως του εργαζομένου γίνει με πράξη του διοικητή της ΑΤΕ, σύμφωνα με την παρ. 1 του άνω άρθρου και Οργανισμού της, μπορεί να γίνει λόγος για συγκατάθεση αυτής στην αποχώρηση του παραιτούμενου υπαλλήλου της (ΑΠ 1406/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως εφετείο, δέχθηκε ότι οι εκ των εναγόντων ήδη αναιρεσίβλητοι, που προσλήφθηκαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος μεταξύ των ετών 1972 και 1981, προσέφεραν σ' αυτή τις υπηρεσίες τους μέχρι 30-11-2001 ο πρώτος και η δεύτερη, 15-12-2001 η τρίτη και 30-11-2001 η τέταρτη, οπότε αποχώρησαν, και υπέβαλαν την παραίτησή τους.
Η αποχώρησή τους αυτή έγινε με τη συγκατάθεση της αναιρεσείουσας, η οποία παρασχέθηκε με την αυτοδέσμευσή της στον καταρτισθέντα κανονισμό, αφού διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι λογίζεται αυτοδικαίως γενομένη δεκτή η παραίτηση, οποτεδήποτε υποβληθεί, μετά την πάροδο μηνός από την υποβολή της. Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι συνέτρεχαν οι όροι του άρθρου 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955 και αφού δέχθηκε, ως προς τους αναιρεσιβλήτους, την έφεση κατά της 736/2002 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, επιδίκασε σ' αυτούς την προβλεπόμενη από την άνω διάταξη αποζημίωση, που δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.500.000 δρχ. (άρθρο 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 και 33 Ν. 1876/1990). Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 εδ.
α' του Ν. 3198/1955 και 126 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας, γιατί δεν ανέφερε αν εχώρησε έγγραφη και σαφής αποδοχή των παραιτήσεων αυτών από το διοικητή της αναιρεσείουσας ή από τον εξουσιοδοτημένο απ' αυτόν. Επομένως πρέπει, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως (ως προς το πρώτο σκέλος του), από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την έφεση και την αγωγή ως προς τους αναιρεσιβλήτους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2020/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 5 Ιουνίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ