Supreme Court dismisses appeal against writ of execution due to insufficient evidence of bank account transfer details.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul a writ of execution and the subsequent bank transfer order. The appellant argued that the lower court failed to verify specific details regarding the transfer of the bank account from Cyprus Bank to Piraeus Bank, which were allegedly missing from the application documents. The court rejected this claim, ruling that the reference to the original bank and its successor in the application and writ was sufficient to establish the identity of the obligor without further evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 623, 624, 626 of the Code of Civil Procedure; The reference to the original bank and its successor in a writ of execution application and the resulting order is sufficient to establish the identity of the obligor, rendering additional proof of asset transfer unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1131 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1131/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Ο. του Α., κατοίκου ... Παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 240/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3851/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 του Κώδικα αυτού, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρ. 624 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων (ΑΠ 872/2017, ΑΠ 1349/2013).
Εξάλλου, κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ.1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ.3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, δεν απαιτείται να παρατίθεται το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/3019, ΑΠ 1071/2017).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 455, 460 έως 462 και 471 επ ΑΚ, σε συνδυασμό και προς το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, συνάγεται ότι μπορεί να γίνει μεταβίβαση του συνόλου της ενοχικής σχέσης, με το συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους, με την πρώτη από τις οποίες μεταβιβάζεται η σχέση στην ενεργητική και με την δεύτερη στην παθητική της μορφή (ΑΠ 1500/2014).
Με τον τρόπο αυτό επέρχεται ειδική διαδοχή στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ενοχικής σχέσης. Επίσης, από το συνδυασμό των περί επιταγής διατάξεων του Ν. 5960/1933 και ιδίως των άρθρων 1, 3 και 35 αυτού, καθώς και του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση της επιταγής καταρτίζεται μεταξύ τραπεζίτου και πελάτου αυτού, ρητώς ή σιωπηρώς με την παράδοση από τον πρώτο στον δεύτερο βιβλιαρίου (μπλοκ) επιταγών, σύμφωνα δε με αυτήν ο μεν πελάτης (έκδοτης επιταγής) έχει το δικαίωμα διαθέσεως των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα, η δε τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και τις τραπεζικές συνήθειες.
Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων, όταν, ιδίως, συνοδεύεται με τον όρο ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός θα εξυπηρετεί τις επιταγές που εκδίδει ο καταθέτης, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνδέουσα τα ως άνω πρόσωπα σχέση διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 822-831 του ΑΚ (ΑΠ 1439/2019).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 19, 40, 44, 46 και 47 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής" προκύπτει ότι τελευταίος νόμιμος κομιστής οπισθογραφήσιμης επιταγής είναι αυτός που με αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων κατέχει τον τίτλο κατά το χρόνο της βεβαίωσης της μη πληρωμής. Ο κομιστής αυτός μπορεί να στραφεί κατά των άλλων προσώπων που ευθύνονται από την επιταγή για την πληρωμή της (λοιπών υπογραφέων της) και να ζητήσει, εκτός των άλλων, και το ποσό της επιταγής.
Το ίδιο δικαίωμα έχει και κάθε υπογραφέας της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε (ΑΠ 1012/2018, ΑΠ 287/2008). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 40 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", ο κομιστής τραπεζικής επιταγής μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα αναγωγής κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων μόνο:
α) αν η επιταγή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στον προσήκοντα τόπο (άρθρο 28) και β) αν βεβαιώθηκε η εμφάνιση και η μη πληρωμή της με ένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο ανωτέρω άρθρο τρεις τρόπους, δηλαδή είτε με την σύνταξη δημόσιου εγγράφου (διαμαρτυρικού), είτε με δήλωση του πληρωτή, που χρονολογείται και γράφεται πάνω στην επιταγή με σημείωση της ημέρας εμφανίσεως, είτε με χρονολογημένη βεβαίωση συμψηφιστικού γραφείου.
Ενόψει της διοικητικής αυτοτέλειας που έχουν τα υποκαταστήματα των τραπεζών, η εμφάνιση της επιταγής πρέπει να γίνεται στον τόπο που βρίσκεται το υποκατάστημα στο οποίο εκδόθηκε η επιταγή. Με τη χρησιμοποίηση, όμως, των ηλεκτρονικών υπολογιστών από τις τράπεζες και τη μέσω του διαδικτύου διασύνδεση των τραπεζικών υποκαταστημάτων γίνεται δεκτό ότι η εμφάνιση της επιταγής μπορεί να γίνεται σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της πληρώτριας τράπεζας, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 1969/1991 "Εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου κ.λ.π" ρητώς ορίστηκε, ότι η εμφάνιση προς πληρωμή και η βεβαίωση της μη πληρωμής της επιταγής μπορεί να γίνει και σε κατάστημα της πληρώτριας Τράπεζας διαφορετικό από εκείνο στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός επί του οποίου σύρεται η επιταγή, ακόμη δε και σε οποιοδήποτε υποκατάστημα οποιασδήποτε Τράπεζας μετά από εξουσιοδότηση της πληρώτριας.
Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής άρχισε από 20-2-1992, σύμφωνα με την 6617/Β 104/11- 24 Φεβρουαρίου 1992 (ΦΕΚ Β 100) κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 88 ν. 1969/1991 (ΑΠ 513/2014, ΑΠ 911/2012). Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η διαταγή πληρωμής, που εκδίδεται βάσει τραπεζικής επιταγής, πρέπει να αναφέρει με πληρότητα, εκτός από τα στοιχεία που καθορίζει το άρθρο 630 του ΚΠολΔ, και το πρόσθετο στοιχείο ότι η επιταγή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στον πληρωτή της και ότι συντάχθηκε η σχετική για τη μη πληρωμή βεβαίωση.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της επιταγής, κατ' άρθρο 1 ν. 5960/1933 και, ως εκ τούτου, για το κύρος της διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να αναγράφεται στην αίτηση και την εκδιδόμενη, με βάση τραπεζική επιταγή, διαταγή πληρωμής ο αριθμός λογαριασμού του εκδότη, το κατάστημα στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός επί του οποίου σύρεται η επιταγή ή το διαφορετικό τυχόν κατάστημα στο οποίο εμφανίσθηκε προς πληρωμή (ΑΠ 911/2012, ΑΠ 1095/2006).
Επομένως, σε περίπτωση κατά την οποία, με σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης, στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών της πληρώτριας τράπεζας μεταβιβάστηκαν, με το συνδυασμό εκχώρησης των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και αυτών που απορρέουν από συμβάσεις καταθέσεων ή επιταγής, σε άλλη τράπεζα, η οποία κατέστη έτσι ειδική διάδοχος της πληρώτριας, αρκεί, για την ταυτότητα της επιταγής και την εγκυρότητα της σχετικής βεβαίωσης μη πληρωμής της, να αναφέρεται στην αίτηση και στη διαταγή πληρωμής, ότι η επιταγή, δυνάμει της οποίας αυτή εκδόθηκε, ήταν συνδεδεμένη με λογαριασμό που ο υπόχρεος εκδότης τηρούσε στην πληρώτρια τράπεζα, ότι τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της τελευταίας διαδέχθηκε, ως ειδική διάδοχος αυτής, η τράπεζα, στην οποία εμφανίστηκε εμπρόθεσμα η επιταγή προς πληρωμή, συντάχθηκε δε από αυτή και η σχετική για τη μη πληρωμή βεβαίωση, χωρίς να απαιτείται να διαλαμβάνεται, ειδικά, ότι στα μεταβιβασθέντα στην ειδική διάδοχο στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού έχει συμπεριληφθεί ο συγκεκριμένος τραπεζικός λογαριασμός, με τον οποίο συνδεόταν η επίδικη επιταγή.
Περαιτέρω, οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, όταν παραβιάζεται κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Αντίθετα η παραβίαση δικονομικής διάταξης δεν ιδρύει τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους. Οι διατάξεις των άρθρων 623, 626 και 628 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπεται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να εκδοθεί διαταγή πληρωμής για απαίτηση που αποδεικνύεται εγγράφως, και ειδικότερα ορίζονται, με τη δεύτερη από αυτές, ποία ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αίτησης για να είναι αυτή ορισμένη, είναι από την ανωτέρω φύση τους δικονομικές και συνεπώς η παραβίαση τους δεν ιδρύει τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 1689/2013, ΑΠ 1188/1994).
Κατά συνέπεια, αν το δικάζον την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστήριο της ουσίας ακύρωσε ή δεν ακύρωσε, εν όλω ή εν μέρει, την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ αν ακύρωσε ή δεν ακύρωσε αυτή, μολονότι κατά την έκδοσή της συνέτρεχαν ή δεν συνέτρεχαν, αντίστοιχα, οι προϋποθέσεις των δικονομικών διατάξεων που δικαιολογούσαν ή όχι κατά νόμο την έκδοσή της, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 1716/2017, ΑΠ 933/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του, προέβαλε ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και της, παρά πόδας αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής, επιταγής προς πληρωμή, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ακύρως εκδόθηκε, διότι στην αίτηση που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη για την έκδοσή της αναφερόταν μεν ότι η επίδικη επιταγή ήταν συνδεδεμένη με λογαριασμό που ο ίδιος τηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου, την οποία, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, διαδέχθηκε η Τράπεζα Πειραιώς ως ειδική διάδοχός της, πλην, όμως, δεν μνημονεύονταν σε αυτή (αίτηση), όπως και στην εκδοθείσα διαταγή πληρωμής, συγκεκριμένα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο τηρούμενος από αυτόν ως άνω τραπεζικός λογαριασμός έχει συμπεριληφθεί στα μεταβιβασθέντα στην Τράπεζα Πειραιώς στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της Τράπεζας Κύπρου, καίτοι τα στοιχεία αυτά ήταν αναγκαία για την ταυτότητα της επιταγής.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε τον παραπάνω λόγο της ανακοπής ως αβάσιμο, δεχόμενο τα ακόλουθα: "...η αναφορά στην αίτηση προς έκδοση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής όσο και στην τελευταία (διαταγή πληρωμής) ότι η επίδικη επιταγή ήταν της πληρώτριας Τράπεζας Κύπρου, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας έχει διαδεχτεί η Τράπεζα Πειραιώς, στην οποία και εμφανίστηκε, τελικώς, η επιταγή προς πληρωμή και σφραγίστηκε από την τελευταία, λόγω έλλειψης επαρκών διαθεσίμων κεφαλαίων κατόπιν ελέγχου του λογαριασμού του εκδότη - εκκαλούντος μέσω ηλεκτρονικού κέντρου της ως άνω τράπεζας, επαρκούσε και ουδέν άλλο στοιχείο απαιτούνταν για την πληρότητα αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο επανέφερε ενώπιόν του τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής περί αοριστίας της αίτησης για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, παραπονούμενος για την απόρριψή του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 19, 28, 40 του ν. 5960/1933 και του άρθρου 88 παρ. 1 του ν. 1969/1991, ούτε παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, ο περί του αντιθέτου από τα εδ.1, αλλά και 14 κατ'εκτίμηση, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αίτησης αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2018 αίτηση του Χ. Ο. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3851/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ