Legislator Case Law & Legislation
1131/2017 AI generated

1131/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1131/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1131/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
suspension of insurance cover justified insurer position absence of insurer liability private insurer reinstatement of insured status insurance coverage gap
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1131 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1131/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Γεώργιο Τριανταφυλλάκη, 2) Χρήστο Θεοδώρου και 3) Θεόδωρο Λύτρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Θ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 5) Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 6) Α. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 8) Ν. Ν. του Σ., κατοίκου ... και 9) Π. Ν. του Η., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καραμπούλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, την με γενικό αριθμό κατάθεσης .../24-8-2012 προσεπίκληση- ανακοίνωση δίκης και την ασκηθείσα με τις προτάσεις του καθού η προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης πρόσθετη παρέμβαση που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3156/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6435/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2015 αίτησή της και τους από 10-11-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 4-12-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Εμμανουήλ Κλαδογένη, με την οποία εισηγήθηκε 1) την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν των πρώτου και δευτέρου λόγων αναιρέσεως, ως και των πρώτου κατά το πρώτο σκέλος, δευτέρου και τρίτου κατά το πρώτο σκέλος προσθέτων λόγων αναιρέσεως και 2) την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.(Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Περαιτέρω ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν.2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.

Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο).

Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της συμβάσεως (αρθρ. 201 επ ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο- δέκτη της υποσχέσεως ), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πληρώσεως των όρων της συμβάσεως.

Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφαλίσεως, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (αρθρ. 411 Α.Κ.), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσης παροχής (Α.Π. 11/2006, 1895/2008).

Τέλος, η διαχειριστική ασφάλιση είναι μια επενδυτικής φύσεως εργασία, χωρίς να έχει σχέση με την κλασσική μορφή ομαδικής ασφαλίσεως με την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 13 κεφ. VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970 "Περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" επιτρέπεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις να συμβάλλονται με άλλη επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο για την διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού της.

Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για τη διαχείριση των ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων του προσωπικού επιχειρήσεως ή και των μελών νομικού προσώπου (όπως συλλόγου), η ασφαλιστική επιχείρηση δημιουργεί Λογαριασμό Καταθέσεως ασφαλίστρων, στον οποίο καταθέτει χρήματα η επιχείρηση ή ο σύλλογος (λήπτης της ασφαλίσεως), εκείνη δε, έναντι προμηθείας, την οποία λαμβάνει από το λογαριασμό, αναλαμβάνει την υποχρέωση, όταν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί και ειδικότερα όταν πληρωθούν οι προϋποθέσεις της συνταξιοδοτήσεως και οι συμφωνηθέντες, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 361 Α.Κ., μεταξύ των συμβαλλομένων, όροι, να καταβάλλει στον οριζόμενο δικαιούχο (εργαζόμενο της επιχειρήσεως ή μέλος του συλλόγου) τη συνταξιοδοτική παροχή (ασφάλισμα), την οποία αφαιρεί από το Λογαριασμό Καταθέσεως ασφαλίστρων, που έχει δημιουργηθεί από τις καταθέσεις του εργοδότη, χωρίς να μετέχει η ίδια (ασφαλιστική εταιρεία), αφού η συμμετοχή της περιορίζεται στη διαχείριση των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων και υποχρεούται να προβεί στην καταβολή της συνταξιοδοτικής παροχής στο μέτρο της επάρκειας του λογαριασμού διαχειρίσεως κεφαλαίων.

Υπό τις συνθήκες αυτές συνάπτεται γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 410, 411 επ. Α.Κ., δηλαδή υπέρ του ασφαλισμένου (εργαζομένου ή μέλος του συλλόγου), καθόσον το δικαίωμα επί του ασφαλίσματος γεννάται, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση απευθείας και αμέσως στο πρόσωπο του, χωρίς να απαιτείται να αποκτηθεί τούτο πρώτα από τον αντισυμβαλλόμενο, λήπτη της ασφαλίσεως και εν συνεχεία να μεταβιβασθεί από αυτόν στον τρίτο ασφαλισμένο (Α.Π. 162/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν από το Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) στη θέση του οποίου έχει ήδη υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχος το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΚΑΙ ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ" (ΕΚΒΑΑ) με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ως πρόσθετη παροχή προς το προσωπικό του αποφάσισε το ΙΓΜΕ τη σύναψη σύμβασης ομαδικής ασφάλισης με την εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) υπέρ του προσωπικού του, υπογράφοντας στις 28.4.1989 το υπ’ αριθμ. .../0 συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης, ανέλαβε δε αποκλειστικά το ΙΓΜΕ ως εργοδότης των ασφαλιζομένων προσώπων την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίστρου ...

Με βάση αυτή τη σύμβαση ο κάθε εργαζόμενος κατά την ημερομηνία αποχώρησής του από το ΙΓΜΕ θα λάμβανε από την εναγόμενη συγκεκριμένο εφάπαξ ποσό (ασφαλιστική παροχή) ανάλογο προς τη διάρκεια της παροχής της εργασίας του ... Αναφορικά με τον μηχανισμό καταβολής της άνω ασφαλιστικής παροχής συμφωνήθηκε με την επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, ότι η εναγόμενη θα τηρούσε λογαριασμό κατάθεσης των ασφαλίστρων, στον οποίο θα πραγματοποιούνταν οι καταθέσεις των ασφαλίστρων και οι αναλήψεις των καταβλητέων ασφαλιστικών παροχών προς τους δικαιούχους εργαζόμενους, καθώς και ότι κάθε φορά που θα αποχωρούσε από την υπηρεσία κάποιος ασφαλισμένος, η εναγομένη θα απέσυρε από τον άνω λογαριασμό το απαιτούμενο ποσό, το οποίο στη συνέχεια θα κατέβαλε στο δικαιούχο, αφού προηγουμένως ο εργοδότης (ΙΓΜΕ) θα ειδοποιούσε την εναγομένη για την επικείμενη αποχώρηση του συγκεκριμένου υπαλλήλου παρέχοντας συγχρόνως και όλες τις απαραίτητες πληροφορίες (χρόνο υπηρεσίας, αποδοχές κλπ.) για τον προσδιορισμό του ποσού, ο δε ασφαλισμένος, εφόσον πληρούνταν στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις αποκτούσε άμεσο δικαίωμα της εφάπαξ παροχής.

Κατά το διάστημα από 31-12-2009 και εξής αποχώρησαν από το ΙΓΜΕ οι ενάγοντες και συγκεκριμένα ο πρώτος ενάγων στις 31-12-2009 ... Το ΙΓΜΕ ενημέρωσε την εναγόμενη για το γεγονός της αποχώρησης των εναγόντων με την αποστολή εγγράφων ειδοποιήσεων, στις οποίες αφενός μεν περιέχονταν όλες οι αναγκαίες πληροφορίες για τον προσδιορισμό της επίδικης εφάπαξ ασφαλιστικής παροχής (ηλικία, προϋπηρεσία κλπ.), αφετέρου δε περιλαμβάνονταν ειδικές προσκλήσεις προς την εναγομένη για την καταβολή των επίδικων ασφαλιστικών παροχών.

Η εναγομένη, παρά τη συνδρομή στα πρόσωπα των εναγόντων των προϋποθέσεων για τη γέννηση της επίδικης αξίωσης και παρά την όχληση από την πλευρά του ΙΓΜΕ δεν κατέβαλε τις ασφαλιστικές παροχές, επικαλούμενη ότι στο λογαριασμό κατάθεσης ασφαλίστρων που τηρούσε δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο για τη χορήγηση των επίδικων παροχών.

Πράγματι, ο επίμαχος λογαριασμός παρουσίαζε έλλειμμα ήδη από το έτος 2006, όταν η εναγόμενη με την από 25.8.2006 επιστολή της προς το ΙΓΜΕ ενημέρωσε τούτο ότι με βάση αναλογιστική μελέτη που διενεργήθηκε με μέριμνα της ίδιας της εναγομένης, το υπόλοιπο του άνω λογαριασμού είναι ανεπαρκές για την καταβολή των ασφαλιστικών παροχών στους εναγομένους.

Ακολούθησαν και μεταγενέστερες επιστολές της εναγομένης προς το ΙΓΜΕ από 26.10.2007 και 14.7.2008 στις οποίες επισημάνθηκαν εκ νέου η ανεπάρκεια του υπολοίπου του λογαριασμού, οι αιτίες αυτής, στο γεγονός ότι αφενός δεν πραγματοποιήθηκε η κάλυψη του ελλείμματος με καταβολή συγκεκριμένου ποσού ή με αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου και αφετέρου μειώθηκαν τα επιτόκια επενδύσεων των αποθεμάτων του λογαριασμού κατά τα τελευταία έτη χωρίς ανάλογη μείωση του ρυθμού αύξησης του μισθολογίου του ΙΓΜΕ και προτάθηκε από την εναγομένη η καταβολή ποσού εφάπαξ ή σε δόσεις για την κάλυψη του ελλείμματος.

Στις παραπάνω επιστολές απάντησε το ΙΓΜΕ με το υπ’ αρ. πρωτ. .../29.10.2008 έγγραφο του, με το οποίο ενημέρωνε την εναγομένη για την πρόβλεψη στον προϋπολογισμό του ορισμένου ποσού που αντιστοιχεί στην αύξηση του ασφαλίστρου από 5,73% σε 7%, καθώς και για την πρόβλεψη κάλυψης του ελλείμματος και ενίσχυσης των αποθεματικών του ασφαλιστηρίου συμβολαίου με την καταβολή εφάπαξ ποσού 2.000.000 ευρώ, που θα διευκολυνόταν με την πρόσθετη χρηματοδότηση του ΙΓΜΕ με βάση ειδική νομοθετική ρύθμιση κατόπιν πρωτοβουλίας του Υπουργείου Ανάπτυξης, ενώ σε κάθε περίπτωση εξέφραζε ρητά τη βούληση των εργαζομένων του για τη διατήρηση της ισχύος της επίδικης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης.

Παρά ταύτα το έλλειμμα στο λογαριασμό ασφαλίστρων εξακολουθούσε να υφίσταται, όπως αποδεικνύεται από τις από 16.7.2009 και 28.3.2011 επιστολές της εναγομένης, με τις οποίες η τελευταία ενημέρωνε το ΙΓΜΕ ότι το υπόλοιπο του επίμαχου λογαριασμού ανερχόταν την 1.5.2009 στο ποσό των 332.051,83 ευρώ και στις 31.12.2010 στο ποσό των 181.759,97 ευρώ, το οποίο ήταν ανεπαρκές για την καταβολή στους αποχωρούντες εργαζομένους του των εφάπαξ παροχών.

Εξαιτίας της ανεπάρκειας του υπολοίπου του λογαριασμού ασφαλίστρων η εναγόμενη εταιρεία έπαυσε να καταβάλει τις οφειλόμενες εφάπαξ παροχές στους εργαζομένους του ΙΓΜΕ που αποχώρησαν από αυτό μετά τις 7.8.2009, μεταξύ των οποίων ήταν και οι ενάγοντες. Σχετικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η μη καταβολή των εφάπαξ ασφαλιστικών παροχών στους ενάγοντες οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη και ειδικότερα στο γεγονός ότι η επάρκεια του υπολοίπου του λογαριασμού ασφαλίστρων είχε τεθεί ως αίρεση για τη γέννηση της επίδικης αξίωσης πρέπει να σημειωθούν τα εξής:

Με βάση τις ... διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 και 33 παρ. 4 του ν. 2496/1997, η δήλωση βούλησης που ενσωματώνει την καταγγελία του ασφαλιστή είναι απευθυντέα στον λήπτη της ασφάλισης και πρέπει να περιέλθει σ’ αυτόν κατ’ άρθρο 167 ΑΚ, πρέπει δε να περιλαμβάνεται σε γραπτό κείμενο, στο οποίο να διατυπώνεται με σαφήνεια η βούληση του ασφαλιστή για τη λύση της σύμβασης ασφάλισης και ότι η καθυστέρηση καταβολής του ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά την πάροδο μηνός από την κοινοποίηση της έγγραφης δήλωσης τη λύση της σύμβασης.

Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη ουδέποτε απέστειλε έγγραφο στο ΙΓΜΕ ως αντισυμβαλλόμενο της και λήπτη της ασφάλισης, στο οποίο να περιλαμβάνεται σαφής δήλωση της βούλησης των οργάνων της για τη λύση της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά περιορίστηκε στην αποστολή επιστολών με προτάσεις προς το ΙΓΜΕ για την κάλυψη του ελλείμματος των λογαριασμών.

Σύμφωνα λοιπόν, με τα συμβατικά προβλεπόμενα, αν πράγματι συνέτρεχε περίπτωση ανεπάρκειας του υπολοίπου αποθέματος του κεφαλαίου και θέσης σε κίνδυνο του δικαιώματος για καταβολή της παροχής των εργαζομένων του ΙΓΜΕ, η εναγομένη όφειλε να είχε καταγγείλει εγκαίρως τη σύμβαση ασφάλισης, τουλάχιστον από το 2009 όταν υπήρχε ανεπάρκεια εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της και διεπίστωσε την απροθυμία του ΙΓΜΕ να ανταποκριθεί στις προτάσεις της.

Τέτοια δήλωση και καταγγελία περιήλθε στο ΕΚΒΑΑ ως καθολικό διάδοχο του ΙΓΜΕ με την από 4.4.2013 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της εναγομένης. Επομένως, από τη στιγμή που η εναγομένη δεν άσκησε το δικαίωμα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης, αυτή ουδέποτε λύθηκε με συνέπεια να διατηρείται ενεργό το δικαίωμα των εργαζομένων του ΙΓΜΕ που αποχωρούν από αυτό να ζητήσουν τη καταβολή προς αυτούς της επίδικης ασφαλιστικής παροχής.

Είναι γεγονός, ότι στην επίδικη σύμβαση περιλαμβάνονται όροι στους οποίους θεμελιώνει η εναγομένη την ένσταση απαλλαγής της από την επίδικη παροχή. Συγκεκριμένα στο άρθρο 6 της επίδικης σύμβασης ορίζεται ότι "ημερομηνία λήξεως της υπαγωγής εις την ασφάλισιν διά συμμετέχοντος εις ταύτην ασφαλιζόμενου θεωρείται η ημερομηνία καθ’ ήν ο ασφαλιζόμενος ...

διακόψει την καταβολήν των αναλογούντων εις αυτόν ασφαλίστρων. Η εν λόγω ημερομηνία ασφαλίσεως γνωστοποιείται εγγράφως υπό του αντισυμβαλλόμενου προς την εταιρίαν", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 12 της ίδιας σύμβασης "η ημερομηνία διακοπής της Συμβάσεως ασφαλίσεως είναι η ημερομηνία διακοπής καταβολής ασφαλίστρων δι όλους τους ησφαλισμένους κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 4 του Κεφαλαίου II".

Επιπλέον στο άρθρο 1 του Κεφαλαίου II της επίδικης σύμβασης αναφέρεται ότι "αι κατά την άνω ημερομηνίαν προς καταβολήν ασφαλιστικοί παροχαί δεν θα αναγνωρίζονται μέχρις εξοφλήσεως προς την εταιρίαν οφειλών των αντιστοίχων ασφαλίστρων", ότι "εις περίπτωσιν καθήν οιαδήποτε ασφάλιστρα απαιτούμενα ίνα γίνη η δέουσα ανάληψις εκ του Λογαριασμού καταθέσεως δεν έχουν εμπροθέσμως εξοφληθή, η εταιρία δικαιούται να θεώρηση διακοπείσας τας καταβολάς ασφαλίστρων, να εφαρμόση το άρθρον 4 του παρόντος κεφαλαίου" και ότι "η εταιρία δεν εγγυάται ασφαλιστικάς παροχάς προ των ημερομηνιών της αναλήψεως των αντιστοίχων ποσών εκ του Λογαριασμού καταθέσεως και δεν εγγυάται επίσης ότι ο Λογαριασμός ούτος θα επαρκή οποτεδήποτε για την κάλυψιν των ασφαλιστικών παροχών".

Από τους παραπάνω συμβατικούς όρους το άρθρο 6 αφορά την ειδικότερη περίπτωση κατά την οποία ο ασφαλισμένος εργαζόμενος δεν προβαίνει στην πληρωμή των οφειλομένων ασφαλίστρων και θεσπίζει υποχρέωση του εργοδότη για την ενημέρωση της εναγομένης σχετικά με την εν λόγω διακοπή. Αφορά δηλαδή περίπτωση εντελώς διαφορετική από την επίδικη αφού στην κρινόμενη περίπτωση δεν γίνεται καν επίκληση παράλειψης των εναγόντων να καταβάλουν τα ασφάλιστρα.

Επιπλέον, οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 του Κεφαλαίου II της επίδικης σύμβασης παραπέμπουν όλες ως προς την έννοια και τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος διακοπής της καταβολής ασφαλίστρων από τη πλευρά της εναγομένης στη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου Κεφαλαίου, στην οποία ρυθμίζεται κατ’ αποκλειστικό τρόπο η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να διακόψει την είσπραξη των ασφαλίστρων στις περιπτώσεις, εάν 1) Ληξιπρόθεσμος οφειλή ασφαλίστρων δεν εξοφληθεί παρά του "αντισυμβαλλόμενου" προ της εκπνοής της περιόδου αναμονής", ότι "η ημερομηνία διακοπής καταβολής ασφαλίστρων ισχύει πάντοτε διά την τελευταίαν ημέραν οποιουδήποτε ημερολογιακού μηνός..." και ότι "μέχρι της ημερομηνίας διακοπής καταβολής ασφαλίστρων συνεχίζεται η λειτουργία καταθέσεως των ασφαλίστρων και διατηρούνται χωρίς καμμία αλλαγή ή επίπτωση όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών ...".

Συνεπώς, τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν ρυθμίσει την περίπτωση της καθυστέρησης καταβολής των ασφαλίστρων με την πρόβλεψη δικαιώματος καταγγελίας υπέρ της εναγομένης. Όπως όμως αναφέρθηκε, τέτοια έγγραφη καταγγελία με δήλωση βούλησης των οργάνων της εναγομένης δεν περιήλθε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στον εργοδότη των εναγόντων, με συνέπεια η επίδικη σύμβαση να παραμένει σε ισχύ.

Η τελική φράση του άρθρου 1 του Κεφαλαίου II ότι η εταιρία δεν εγγυάται ότι ο Λογαριασμός θα επαρκεί οποτεδήποτε για την κάλυψη των ασφαλιστικών παροχών που όχι μόνο δεν προτάχθηκε στην ασφαλιστική σύμβαση αλλά τέθηκε στην τελευταία σειρά υποπαραγράφων του άνω άρθρου (1ον), είναι καταχρηστική, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και βρίσκεται εκτός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.

Η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον επίδικο λογαριασμό ασφαλίστρων λόγω των γεγονότων που η εναγομένη επικαλείται στις προαναφερθείσες επιστολές της προς το ΙΓΜΕ, δηλαδή λόγω της μη κάλυψης του ελλείμματος του λογαριασμού με καταβολή ποσού από το ΙΓΜΕ, λόγω της μη αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου και λόγω της μείωσης των επιτοκίων επενδύσεων των αποθεμάτων του λογαριασμού χωρίς ανάλογη μέριμνα του ρυθμού αύξησης του μισθολογίου του ΙΓΜΕ, δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο η εναγόμενη δεν έχει ευθύνη, υπό την έννοια του άρθρου 372 (342 το ορθό) ΑΚ, με συνέπεια να μην απαλλάσσεται αυτή από την υποχρέωση της να καταβάλει την επίδικη ασφαλιστική παροχή στους ενάγοντες.

Και τούτο διότι η καθυστέρηση καταβολής των ασφαλίστρων από την πλευρά του αντισυμβαλλόμενου της εναγομένης και λήπτη της ασφάλισης δεν πρέπει να επιρριφθεί σε βάρος των ασφαλισμένων, ούτε μπορούν να προταθούν έναντι αυτών που έχουν ήδη αποκτήσει δικαίωμα στη συμφωνημένη ασφαλιστική παροχή, αλλά αποτελεί γεγονός εντασσόμενο στη σφαίρα επιρροής της εναγομένης, ως ασφαλιστικής εταιρείας καλύψεως ασφαλιστικού κινδύνου, με συμβάσεις, όπως εν προκειμένου, που περιέχουν και στοιχεία επενδυτικού χαρακτήρα και διαχείρισης κεφαλαίων προερχομένων από την καταβολή ασφαλίστρων του ΙΓΜΕ και των εργαζομένων του, για τα οποίο (γεγονός) αυτή όφειλε να μεριμνήσει διαφυλάσσοντας τα συμφέροντα της και προβαίνοντας εγκαίρως στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης.

Καταγγελία όμως τέτοια δεν έγινε και ως εκ τούτου η σύμβαση εξακολουθούσε να ισχύει κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης που ήταν ο χρόνος αποχώρησης των εναγόντων από την υπηρεσία τους. Σε κάθε όμως περίπτωση, κατ’ άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 το οποίο ορίζει ότι "κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο", με συνέπεια την ακυρότητα του εν λόγω όρου ... ".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 και 33 του ν. 2496/1997, 13 κεφ.

VII παρ. 2α Ν.Δ. 400/1970, 209, 414 και 342 του Α.Κ.και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.. Τούτο δε, διότι, ενώ δέχθηκε, ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει της συναφθείσης συμβάσεως, θα τηρούσε λογαριασμό καταθέσεως των ασφαλίστρων από τον οποίο και μόνον θα αντλούσε τα εφάπαξ καταβαλλόμενα στους συνταξιοδοτούμενους του ΙΓΜΕ, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι, χρηματικά ποσά, η επάρκεια δε του λογαριασμού τούτου είχε τεθεί ως αίρεση για την γέννηση της αντιστοίχου αξιώσεως, επί πλέον δε, ότι το υπάρχον στον λογαριασμό υπόλοιπο δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων και δεν συμπληρώθηκε, παρά τις πέντε (5) έγγραφες οχλήσεις της αναιρεσείουσας, με οποιοδήποτε ποσό από τον έχοντα την υποχρέωση αυτή κατά νόμο και κατά την σύμβαση συμβληθέντα εργοδότη των αναιρεσιβλήτων και τέλος ότι στην σύμβαση υπάρχουν όροι, σύμφωνα με τους οποίους η διάρκεια και η λειτουργία της συμβάσεως εξαρτάται από την καταβολή των ασφαλίστρων, και η ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) δεν εγγυάται την καταβολή ασφαλιστικών παροχών ούτε ότι ο Λογαριασμός θα επαρκεί οποτεδήποτε για την κάλυψη τοιούτων παροχών, παρά ταύτα το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα έχει υποχρέωση να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα αιτούμενα ως εφάπαξ χρηματικά ποσά, με την αιτιολογία ότι η επίδικη σύμβαση παρέμεινε σε ισχύ, αφού δεν έλαβε χώρα έγγραφη καταγγελία αυτής από την αναιρεσείουσα, εκτιμώντας εσφαλμένως ότι η επίδικη σύμβαση έχει τον χαρακτήρα συμβάσεως ομαδικής ασφαλίσεως και εφαρμόζοντας εσφαλμένως τις διατάξεις των άρθρων 6 και 33 του ν. 2497/1997, ενώ πρόκειται για περίπτωση διαχειριστικής ασφαλίσεως, ήτοι επενδυτικής φύσεως εργασία, που δεν έχει σχέση με την ομαδική ασφάλιση, υπό την έννοια της αναλήψεως ασφαλιστικού κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχειρήσεως.

Επιπροσθέτως δε το Εφετείο, απέρριψε τον εκ του 342 Α.Κ. ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κρίνοντας εσφαλμένως, ενόψει των προεκτεθέντων, ως προς τον τρόπο λειτουργίας της επίδικης σύμβασης, ότι η έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στον επίδικο λογαριασμό ασφαλίστρων, λόγω της μη καλύψεως του ελλείμματος του από το ΙΓΜΕ, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της ιδίας, δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο αυτή δεν υπέχει ευθύνη, ώστε να απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής της επίδικης παροχής στους αναιρεσιβλήτους, καθόσον εντάσσεται στη σφαίρα της δικής της επιρροής.

Τέλος το Εφετείο, κατά παραδοχήν σχετικής ενστάσεως των αναιρεσιβλήτων έκρινε καταχρηστικό τον προρρηθέντα όρο της συμβάσεως, που είναι καθοριστικός για την διάγνωση της ένδικης διαφοράς, ότι δηλαδή η εταιρεία (αναιρεσείουσα) δεν εγγυάται ότι ο Λογαριασμός θα επαρκεί οποτεδήποτε για την κάλυψη των ασφαλιστικών παροχών, χωρίς όμως να διαλάβει σχετικώς στην απόφαση του οποιαδήποτε αιτιολογία, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου την εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 281 Α.

Κ. και υποπίπτοντας στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια .

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω οι σχετικοί πρώτος και δεύτερος (κατά το δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο) μέρος του και πρώτος πρόσθετος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι αναιρέσεως, που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες είναι βάσιμοι. Επομένως, κατά παραδοχή των βάσιμων αυτών λόγων, και παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω δεκτών γενομένων λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Πρέπει επίσης να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 6435/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ