Legislator Case Law & Legislation
1131/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive arguments regarding contract validity.

Case Number 1131/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Thessaloniki Court of Appeal's decision in a car rental dispute. The appellant argued that the court failed to consider specific police documents proving the rental contracts were void, but the court found this claim legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 134 §§ 1, 3, 136 § 1, 568 § 4 of the Code of Civil Procedure; Article 559 § 11 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if the lower court explicitly confirmed it had considered the relevant documents, even if it evaluated them differently under free assessment of evidence.

Keywords

AI generated
cassation appeal contract validity evidence assessment car rental dispute procedural dismissal legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 134 §§ 1, 3, 136 § 1 and 568 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 20 of Regulation (EC) No 1393/2007
Article 559 § 11 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1131 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1131/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "NORTΗ EAST E.Π.Ε." (ΝΟΡΘ ΗΣΤ Ε.Π.Ε.) που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γκέλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 27986/15-7-2005 και 40631/13-10-2005 αγωγές αμφοτέρων των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17573/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2055/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-4-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 31-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 6-4-2009 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθ.2055/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 134 §§ 1, 3, 136 § 1 και 568 § 4 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση η κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επιδίδεται με επιμέλειά του για το διάδικο που διαμένει στο εξωτερικό τουλάχιστον ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος οφείλει να αποστείλει το επιδιδόμενο έγγραφο χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον Υπουργό των Εξωτερικών, προκειμένου αυτός, με τη σειρά του, να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση και η οποία πάντως θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον πιο πάνω Εισαγγελέα.

Εξάλλου, με το άρθρο 20 του υπ' αριθμ. 1393/2007 Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρώπης της 13ης Νοεμβρίου 2007 "περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις", ορίζεται ότι "για θέματα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του, ο παρών κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, και κυρίως του άρθρου IV του πρωτοκόλλου της σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 και της σύμβασης της Χάγης της 15ης Νοεμβρίου 1965" (§ 1) και ότι "ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να συνάπτουν επιμέρους συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάδουν με τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να επιταχύνεται ή να απλουστεύεται περαιτέρω η διαβίβαση των πράξεων" (§ 2).

Εκ τούτων προκύπτει ότι σε θέματα που ρυθμίζονται τόσο από τον εν λόγω Κανονισμό όσο και από άλλες διμερείς συμβάσεις, ισχύει παράλληλα και η ρύθμιση των τελευταίων αυτών, ως προς τα μέρη που είναι συμβαλλόμενα, προκειμένου να επιτυγχάνεται έτσι η επιτάχυνση ή η περαιτέρω απλούστευση της διαβίβασης των πράξεων.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που οι διατάξεις του Κανονισμού ισχύουν παράλληλα με τις διατάξεις της διμερούς σύμβασης, αρκεί ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος, ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης της έγκαιρης γνώσης του επιδιδόμενου εγγράφου, να αποδεικνύει ότι τούτο έλαβε χώρα είτε κατά τις διατάξεις του Κανονισμού είτε κατά τις διατάξεις της διμερούς σύμβασης.

Περαιτέρω, τόσο με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 7, 9, 10 και 19 του ως άνω Κανονισμού, όσο και με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 5 της από 11.5.1938 σύμβασης μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας "περί αμοιβαίας δικαστικής αντιλήψεως επί υποθέσεων αστικού και εμπορικού δικαίου", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Α.Ν. 1432/1938 (ΦΕΚ 399 τ.

Α'/25.10.1938) και επανατέθηκε σε ισχύ από 1.2.1952 με ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών από 24.11/15.12.1952 (ΦΕΚ 338 τ. Α'/15.12.1952) και δεν έχει θιγεί με την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ. (άρθρ. 2 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ.), καθώς και αντίστοιχη από 26.6.1952 γερμανική ανακοίνωση, επιβάλλεται πραγματική επίδοση των δικογράφων στα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονται και, έτσι, στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 1393/2007 και της πιο πάνω διμερούς σύμβασης δεν αρκεί πλέον η κατά τα άρθρα 134 § 1 και 136 § 1 Κ.Πολ.Δ., επίδοση στον αρμόδιο εισαγγελέα.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 § 1 του ως άνω υπ' αριθμ. 1393/2007 Κανονισμού, η απόδειξη της επίδοσης προκύπτει από σχετική βεβαίωση η οποία συντάσσεται με βάση το έντυπο που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι του Κανονισμού και η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης, μαζί με αντίγραφο του επιδοθέντος δικογράφου.-

Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 1803Β/17.7.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, που επισπεύδει τη συζήτηση, Μαρίας Χ. Γκέλη, ακριβές αντίγραφο της από 22.3.2013 κλήσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με την οποία φέρεται προς συζήτηση η από 6.4.2009 (αριθμ.

κατ. 126/2009) υπό κρίση αναίρεση, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι κάτοικος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και γνωστής διαμονής, στην ελληνική γλώσσα και με επίσημη μετάφραση στη γερμανική γλώσσα. Από τα λοιπά δε έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία και ειδικότερα την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 § 1 του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. 1393/2007 Κανονισμού βεβαίωση της αρμόδιας για την επίδοση Αρχής της Γερμανίας (Ειρηνοδικείο Bergisch Gladbach), με αριθμό πρωτ. 21 ΑR 43/13, η οποία έχει συνταχθεί στην ελληνική και γερμανική γλώσσα, προκύπτει ότι το δικόγραφο της πιο πάνω κλήσης προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης διαβιβάσθηκε σ' αυτήν με το υπ' αριθμ.

πρωτ. 3256/17.7.2013 έγγραφο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 11.9.2013, σύμφωνα με τον τύπο που διαγράφεται από τη νομοθεσία της Γερμανίας για την επίδοση δικογράφων προοριζομένων για άτομα που βρίσκονται στο έδαφός της και στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις επίδοσης, εκδόθηκε η προαναφερόμενη βεβαίωση, η οποία απεστάλη στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, μαζί με αντίγραφο της επιδοθείσας κλήσης, που με τη σειρά της την διαβίβασε, με το υπ' αριθμ.

πρωτ. 4540/8.10.2013 έγγραφό της, στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, η οποία και την συσχέτισε στη δικογραφία. Προκύπτει λοιπόν ότι η παραπάνω κλήση επιδόθηκε πράγματι στον αναιρεσείοντα και μάλιστα έγκαιρα, δηλαδή ενενήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρ. 568 § 4 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όταν αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για μη παράστασή του στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ.-

ΙΙ.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2055/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :

Η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 14.7.2005 αγωγή (αριθμ. κατ. δικ. 27986/2005), στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ιστορούσε ότι τον μήνα Μάιο του έτους 2003, ενεργούσα υπό την ιδιότητά της ως εκμισθώτριας ιδιωτικής χρήσης επιβατικών αυτοκινήτων, συμφώνησε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος διατηρεί γραφείο τουρισμού στη Γερμανία, να του εκμισθώνει αυτοκίνητά της, προκειμένου ο τελευταίος να τα παραχωρεί κατά χρήση στους πελάτες του τουριστικού του γραφείου και ότι ο εναγόμενος μισθωτής, αν και έκανε ανεμπόδιστη χρήση των μισθίων αυτοκινήτων της δια των πελατών του, κατά το χρονικό διάστημα από 16.6.2003 έως 28.8.2003 δεν της κατέβαλε το συμφωνηθέν μίσθωμα, συνολικού ύψους 36.700,39 ευρώ, παρόλο που τον όχλησε σχετικά κατ' επανάληψη.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό ζήτησε όπως υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να της καταβάλει το ως άνω ποσό, με τον νόμιμο τόκο, από την προσδιορισμένη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους ποσού, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα σ' αυτήν (αγωγή) και όπως απαγγελθεί κατά του εναγόμενου, υπό την ιδιότητά του ως εμπόρου και εξ εμπορικής αιτίας ευθυνομένου, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Περαιτέρω, ο εναγόμενος της προαναφερόμενης αγωγής και ήδη αναιρεσείων είχε εγείρει ενώπιον του ιδίου ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την από 13.10.2005 αγωγή (αριθμ. κατ. δικ. 40631/2005), στρεφομένη κατά της ενάγουσας της πιο πάνω αγωγής και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ιστορούσε ότι ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως διατηρούντος στη Γερμανία ατομική επιχείρηση τουριστικού πρακτορείου, συμφώνησε αρχικά, κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2003, με την εδρεύουσα στην Αθήνα εταιρία εκμίσθωσης αυτοκινήτων με την επωνυμία "AUTO MARIN AE" και με τον διακριτικό τίτλο "AUTO EUROPE" να του εκμισθώνει αυτοκίνητα σε όλες τις πόλεις της Ελλάδος, στις οποίες αυτή αντιπροσωπευόταν, προς χρήση των πελατών της κατά τα άνω επιχείρησής του στη Γερμανία και ότι ειδικότερα, για μισθώσεις από την πόλη της ..., η κατά τα άνω εταιρία συνεργαζόταν με την εναγόμενη.

Ότι την 1.4.2003 και λόγω του ότι στην πραγματικότητα όλες οι κρατήσεις προς την ανωτέρω "AUTO MARIN AE" εξυπηρετούντο από την εναγόμενη, κατάρτισε σύμβαση συνεργασίας απευθείας με την εναγόμενη, πλην όμως η σύμβαση αυτή ουσιαστικά δεν λειτούργησε και έτσι λύθηκε με κοινή συμφωνία που καταρτίστηκε στις 27.5.2003 και επανήλθαν στο καθεστώς της προηγούμενης συνεργασίας τους, μέσω, δηλαδή της "AUTO MARIN AE" ως εκμισθώτριας.

Ότι στο βραχυχρόνιο διάστημα της συνεργασίας τους έγιναν κάποιες κρατήσεις αυτοκινήτων, που επιβεβαιώθηκαν απευθείας από την εναγόμενη. Ότι στις 16.6.2003 και λόγω του ότι η AUTO MARIN θέλησε να σταματήσει την κατά τον προαναφερόμενο τρόπο συνεργασία τους, συμφώνησαν από κοινού και οι τρείς πλευρές να υπεισέλθει στη μισθωτική σχέση ως εκμισθώτρια η εναγόμενη, προς την οποία εκχώρησε η AUTO MARIN όλα τα δικαιώματά της από την μεταξύ αυτής και του ενάγοντος υπογραφείσα ως άνω σύμβαση συνεργασίας, η δε εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση απέναντι της AUTO MARIN να εκτελέσει για ίδιο αυτής λογαριασμό τις κρατήσεις που είχαν ήδη επιβεβαιωθεί και αφορούσαν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, λαμβάνοντας απευθείας από τον ενάγοντα το συμφωνηθέν για κάθε επιμέρους μίσθωση μίσθωμα, πράγμα που γινόταν έκτοτε.

Ότι επειδή οι κρατήσεις του γραφείου του για την πόλη της Θεσσαλονίκης που είχαν επιβεβαιωθεί έως τις 27.6.2003 ήσαν ήδη πάρα πολλές και προβλεπόταν να αυξηθούν περισσότερο, συμφώνησαν κατά την ημερομηνία αυτή (27.6.2003) στη ..., όπου συναντήθηκαν αυτός (ενάγων), η εναγόμενη και ο με το επίθετο Μ., συμβληθείς ως συνεργάτης της εναγόμενης, ο οποίος είναι εκπρόσωπος της εταιρίας ενοικίασης αυτοκινήτων Ι.Κ.

Α. Α.Ε., που βρίσκεται στο ... και έχει τον διακριτικό τίτλο "R.", όπως η μεν εναγόμενη εκπληρώσει όλες τις κρατήσεις για την πόλη της Θεσσαλονίκης, που είχαν πιστοποιηθεί μέχρι τις 27.6.2003, αναλαμβάνοντας την ευθύνη καταβολής των εξόδων στα οποία θα υποβαλλόταν ο πελάτης σε περίπτωση που τυχόν δεν θα ήταν διαθέσιμο προγραμματισμένο για την εξυπηρέτησή του αυτοκίνητο, το δε γραφείο της ως άνω εταιρίας Ι.Κ.

Α. Α.Ε. να εκτελέσει για δικό του λογαριασμό τις κρατήσεις του γραφείου του (ενάγοντος) για τις υπόλοιπες πόλεις της Ελλάδος και στην αντίθετη περίπτωση ανελάμβανε αυτό όλα τα έξοδα τα οποία θα υφίστατο ο πελάτης. Ότι λόγω του μεγάλου αριθμού των πιστοποιημένων κρατήσεων για την πόλη της Θεσσαλονίκης και αδυναμίας της εναγομένης, κατά δήλωσή της, να εξυπηρετήσει όλες τις κρατήσεις που θα επιβεβαιώνονταν από τις 27.6.2003 και μετά, συμφώνησε ο εκπρόσωπός της, ονόματι Μ., με τον ως άνω εκπρόσωπο της Ι.Κ.

Α. Α.Ε. να αποστείλει η τελευταία σαράντα (40) δικά της αυτοκίνητα προκειμένου να συμπληρωθεί ο μη επαρκής αριθμός των αυτοκινήτων της εναγομένης και το μεν μίσθωμα για τις μισθώσεις της Θεσσαλονίκης θα καταβαλλόταν στην εναγομένη, το δε των υπολοίπων πόλεων στην Ι.Κ. Α. Α.Ε., εντός τεσσάρων εβδομάδων από τη λήψη των πρωτοτύπων αποδείξεων των επιμέρους μισθώσεων.

Ότι αν και στο πλαίσιο των ανωτέρω συμφωνιών η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση απέναντί του να εκπληρώσει όλες τις επιμέρους προσδιοριζόμενες στην αγωγή μισθώσεις αυτοκινήτων, που επιβεβαιώθηκαν με τον εκτιθέμενο τρόπο, εντούτοις, από υπαιτιότητά της, αφενός δεν παρέδωσε στους πελάτες του τη χρήση των προγραμματισμένων μισθίων αυτοκινήτων στις αναφερόμενες στην αγωγή επιμέρους μισθώσεις, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός (ενάγων) ζημία ύψους 9.157,09 ευρώ, συνισταμένη στην καταβολή στους πελάτες του εκπτωτικών κουπονιών και στην επιπλέον δαπάνη του για σύναψη συμβάσεων μίσθωσης αυτοκινήτων με άλλες εταιρίες ενοικίασης αυτοκινήτων, καθώς και στην απώλεια του μετά βεβαιότητος αναμενόμενου κέρδους του, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην αγωγή, και αφετέρου, αναφορικά με τις επιμέρους προσδιοριζόμενες μισθώσεις, παρέδωσε στους πελάτες του, εν γνώσει της, αυτοκίνητα σε κακή κατάσταση (βρώμικα, ελαττωματικά και γενικώς επικίνδυνα για οδήγηση), με αποτέλεσμα, να υποχρεωθεί αυτός να τους καταβάλει αποζημίωση σε χρήμα και εκπτωτικά κουπόνια συνολικής αξίας 13.169 ευρώ, ζημιωθείς κατά τα αντίστοιχα ποσά, ενώ σε άλλους πελάτες του, των αναφερομένων επιμέρους περιπτώσεων, παρέδωσε εκπτωτικά κουπόνια συνολικής αξίας 1800 ευρώ, προκειμένου να τους αποζημιώσει για την πλημμελή εκτέλεση από μέρους της εναγόμενης των υποχρεώσεων από τις μεταξύ τους συμβάσεις, ζημιωθείς κατά το αντίστοιχο ποσό.

Ότι η εναγόμενη, από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2003 σταμάτησε να του στέλνει τα πρωτότυπα των αποδείξεων με αποτέλεσμα, όταν εμφανίστηκαν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά της, να αναγκασθεί να προσλάβει εξειδικευμένο λογιστή, προκειμένου να ελέγξει και τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του μαζί της, καταβάλλοντας για την αιτία αυτή ως αμοιβή ποσό 16.270 ευρώ, με ισόποση ζημία του, και ότι, τέλος, εξαιτίας της ανωτέρω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης, αλλά και του γεγονότος ότι οι προστηθέντες από αυτήν για την εκτέλεση των ενδίκων συμβάσεων υπάλληλοί της δυσφήμιζαν τον ίδιο και την επιχείρησή του στους ίδιους τους πελάτες του, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην αγωγή, η επιχείρησή του απώλεσε πολλούς πελάτες της, οι οποίοι του δήλωσαν ότι δεν θα απευθυνθούν άλλη φορά στο γραφείο του για παροχή υπηρεσιών και έτσι υπέστη και ηθική βλάβη.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό, ζήτησε όπως υποχρεωθεί η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει για τις προαναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 65.396,09 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και ποσό 30.000 ευρώ το οποίο ζητεί υπό μορφή χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την κατά τα άνω αδικοπραξία των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής.

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 17573/2006 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη των προαναφερομένων αγωγών, ήτοι εκείνη του ήδη αναιρεσείοντος, ως αβάσιμη, και έγινε δεκτή ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, για το συνολικό ποσό των 25.842,87 ευρώ, η πρώτη τούτων, ήτοι εκείνη της ήδη αναιρεσίβλητης.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος της πρώτης αγωγής και ενάγων της δεύτερης την από 4.11.2006 και με αριθμό κατάθεσης 4355/2006 έφεση, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 2055/2008 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή αυτή, εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε κατ' ουσία, έγιναν δεκτές αμφότερες οι προαναφερόμενες αγωγές και ειδικότερα η πρώτη τούτων για το ποσό των 25.610,88 ευρώ και η δεύτερη εξ αυτών για το ποσό των 5.618,84 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται ο ηττηθείς εναγόμενος της πρώτης αγωγής και εν μέρει νικήσας ενάγων της δεύτερης - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, οι οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω ειδικότερον εκτιθέμενα.-

ΙΙΙ.- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, σε αντιδιαστολή με τις υπάρχουσες ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το εξ αυτών πόρισμα εκτίθεται σαφώς.

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να διαλαμβάνει - χωρίς να αρκεί η συμπλήρωση με παραπομπή στα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 57/1990) - α) τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) τον ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση, αντένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και το οποίο πρέπει να εξειδικεύεται, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, αρκεί μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ποίο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, και δ) παράθεση του φερομένου ως παραβιασθέντος κανόνος δικαίου.

Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 578 Κ.Πολ.Δ.), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 1223/2008, ΑΠ 45/2006).-

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο μέρος του πρώτου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης και με επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια των αντιφατικών αιτιολογιών κατά την κατ' ουσία απόρριψη του αιτήματος της προαναφερόμενης, στην με τον αριθμό ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας, από 13.10.2005 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος περί χρηματικής ικανοποίησης αυτού λόγω ηθικής βλάβης του, συνεπεία αδικοπραξίας τελεσθείσας σε βάρος του από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη.

Ο λόγος αυτός, κατά το ερευνόμενο πρώτο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας του, συνισταμένης στο ότι παραλείπονται α) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προτάθηκαν προς θεμελίωσή του αγωγικού ισχυρισμού, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η αντίφαση των απορριπτικών αυτού αιτιολογιών και β) η παράθεση του φερομένου ως εκ πλαγίου παραβιασθέντος κανόνος δικαίου.

Ο ίδιος αυτός λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, το οποίο τείνει να θεμελιωθεί επί του ιδίου ως άνω άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. και με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι "δεν αναφέρει ποια στοιχεία προσκομίσθηκαν ή δεν προσκομίσθηκαν περί της μη αποδείξεως του γεγονότος της συκοφαντικής δυσφήμισης, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο επί του άνω ζητήματος", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν ήταν απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, της οποίας το πόρισμα είναι και κατά τούτο σαφές, να αναφέρει το Εφετείο σε ποίο ειδικότερα αποδεικτικό στοιχείο βάσισε την κρίση του αυτή.-

ΙV.- Οι από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στις δηλώσεις δικαιοπρακτικής βούλησης.

Το δικαστήριο δε της ουσίας αν διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου και δεν προσφύγει στις ανωτέρω ερμηνευτικές αρχές προς κάλυψη του κενού ή την άρση του αμφιβόλου σημείου, ελέγχεται αναιρετικώς για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 2197/2007).

Από τις διατάξεις δε αυτές, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 118 αριθμ.4, 559 αριθμ.1 και 566 § 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο του περί της προαναφερόμενης παραβίασης λόγου αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σ' αυτόν, πλην άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε την προαναφερόμενη ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου (ΑΠ 574/2010, ΑΠ 2197/2007, ΑΠ 853/2002).

Περαιτέρω, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' Κ.Πολ.Δ., μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών, ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε αν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή εκτίμηση αποδείξεων ή ερμηνεία δικαιοπραξιών.

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται ποία συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση.- Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ.

α' και β' Κ.Πολ.Δ. δεύτερο κατά σειρά λόγο της αναίρεσης, όπως το περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι κατά την εκδίκαση της ως άνω από 14.7.2005 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή για το ποσό των 25.610,88 ευρώ, το μεν παραβίασε τους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όσον αφορά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων στην από 27.6.2003 σύμβαση, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος, της ήδη αναιρεσίβλητης και της εταιρίας Ι.Κ.

Α. Α.Ε., το δε ότι για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβληθέντων σ' αυτήν δεν εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα προαναφερόμενα μέρη του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος (απαράδεκτος) και ειδικότερα κατά το πρώτο μέρος του διότι δεν αναφέρεται ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφίβολου σημείου στην ανωτέρω δήλωση βούλησης και κατά το δεύτερο διότι δεν αναφέρεται ποία συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάσθηκαν, ούτε και ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε, ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα.-

V.- Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006).

Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 514170/Ειδ. αριθ. 64/26.4.1995 απόφαση των Υπουργών Τουρισμού και Μεταφορών και Επικοινωνιών "Όροι και προϋποθέσεις συστάσεως και λειτουργίας επιχειρήσεων ολικής εκμισθώσεως επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως, άνευ οδηγού" (ΦΕΚ 389 τ. Β'/10.5.1995), ορίζεται ότι "η ολική εκμίσθωση επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως άνευ οδηγού, επιτρέπεται σε επιχειρήσεις φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίες πρέπει να έχουν στην ιδιοκτησία τους ή να έχουν μισθώσει, από νομίμως λειτουργούσες στην Ελλάδα εταιρείες χρηματοδοτικής μισθώσεως, ελάχιστο αριθμό αυτοκινήτων ..." (αριθμ. 1 προοιμίου), ότι "για τη λειτουργία επιχειρήσεως εκμισθώσεως επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως άνευ οδηγού, απαιτείται ειδικό Σήμα λειτουργίας που χορηγείται από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού, με απόφαση του Γενικού του Γραμματέα.

Το Ειδικό αυτό σήμα λειτουργίας χορηγείται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μετά από αίτησή τους και εφόσον ο αιτών πληροί τις παρακάτω προϋποθέσεις ... ο αιτών την χορήγηση ειδικού σήματος λειτουργίας επιχειρήσεως εκμισθώσεως επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως, εκτός από τα δικαιολογητικά της παρ. 3 του παρόντος άρθρου, υποχρεούται να καταθέσει στον ΕΟΤ α) ...

στ) επικυρωμένη φωτοτυπία των αδειών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων που διαθέτει κάθε επιχείρηση και βεβαίωση της αρμόδιας Δ/νσης Συγκοινωνιών για την ασφαλή κυκλοφορία τους και το έτος κατασκευής τους ή πιστ. Τελωνείου εφόσον πρόκειται για καινούργιο αυτοκίνητο" (άρθρ. 1 § § 1, 2, 7), ότι "Ειδικό Σήμα που χορηγείται από τον ΕΟΤ επικολλάται σε όλα τα εκμισθούμενα αυτοκίνητα (στο μπροστινό τζάμι αυτών)" (άρθρ. 7), ότι "κάθε επιχείρηση, για την εκμίσθωση κάθε αυτοκινήτου, υποχρεούται να συνάπτει εγγράφως και τουλάχιστον εις διπλούν, σύμβαση με το μισθωτή στην οποία θα περιλαμβάνονται ..." (άρθρ. 12) και ότι "στους παραβάτες των διατάξεων της παρούσης αποφάσεως επιβάλλονται, με απόφαση του αρμοδίου Διευθυντή του ΕΟΤ, διοικητικές κυρώσεις ως εξής ..." (άρθρ. 13 § 1).

Εκ των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η εκ μέρους νομίμως λειτουργούσας επιχείρησης εκμίσθωσης επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, άνευ οδηγού, εκμίσθωση τοιούτου αυτοκινήτου, το οποίο δεν φέρει το χορηγούμενο από τον ΕΟΤ ειδικό σήμα, ήτοι που δεν έχει δηλωθεί στον ΕΟΤ ως εκμισθούμενο, συνεπάγεται την επιβολή των εις το άρθρο 13 της ως άνω απόφασης παρατιθεμένων διοικητικών κυρώσεων και όχι την ακυρότητα της σύμβασης μίσθωσης.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και με την ίδια πιο πάνω αιτιολογία αξιολόγησε ως μη νόμιμο και απέρριψε τον ισχυρισμό που προβλήθηκε από τον εναγόμενο της πρώτης των προαναφερομένων αγωγών και ήδη αναιρεσείοντα, περί ακυρότητας των δυνάμει των υπ' αριθμ. 2898, 2919, 2923, 2928, 2942, 2985, 2986, 3048 και 3082 μισθωτηρίων συμβάσεων συναφθεισών εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας συμβάσεων μίσθωσης αυτοκινήτων και μη οφειλής εκ μέρους του εις αυτήν των μισθωμάτων εκ των εν λόγω συμβάσεων, διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, αυτά (εκμισθωθέντα αυτοκίνητα) δεν είχαν δηλωθεί στον ΕΟΤ, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων της προαναφερόμενης Υπουργικής απόφασης (βλ.

β' και α' σελίδες των 21ου και 22ου φύλλων, αντίστοιχα, και α' σελίδα του 24ου φύλλου προσβαλλόμενης) και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με το πρώτο μέρος του τρίτου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ. (και όχι και από τον αριθμό 8), είναι αβάσιμα και απορριπτέα.-

VI.- Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού, έγγραφα που παραδεκτά και νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήσαν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα, για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως του ότι στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων δέχεται ως αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, ή βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση των συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 322/2011, ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1223/2008, ΑΠ 438/2008, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 1595/2006).-

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο μέρος του ιδίου ως άνω τρίτου και τελευταίου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης, προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι οι προαναφερόμενες στην υπ' αριθμ. πέντε λατινικό (V) σκέψη της παρούσας επίδικες συμβάσεις μίσθωσης αυτοκινήτων ήσαν άκυρες, με συνέπεια αυτός να μην υποχρεούται να καταβάλει τα αντίστοιχα μισθώματα, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε το προσκομισθέν με επίκληση από αυτόν υπ' αριθμ. 1509/109/115/2.1.2004 έγγραφο της τουριστικής αστυνομίας Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται ως αβάσιμος, δοθέντος ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας των συμβάσεων μισθώσεως, με τον οποίο συνδέεται η προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος περίπτωση κατά την οποία δεν στοιχειοθετείται.

VII.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρ. 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6.4.2009 και με αριθμό κατάθεσης 126/2009 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 2055/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Μαρτίου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ