Supreme Court dismisses appeal on grounds of admissibility and lack of evidence regarding adverse possession claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two women against a First Instance Court judgment regarding adverse possession of a property. The appellants argued that the Court of Appeal failed to consider specific documentary evidence proving their ownership through a 2004 deed. The court rejected this claim, ruling that the lower court had properly evaluated all evidence presented, including the 2004 deed and expert reports, to determine that the defendants acquired ownership via adverse possession rather than the appellants' derivative title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1045, 974, 1033, 1041, 1045, 1094 of the Civil Code; Articles 336, 339, 432 of the Code of Civil Procedure: Adverse possession requires twenty years of continuous possession with the intent of ownership, and appellate courts must evaluate all evidence presented by parties to determine the validity of such claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1131 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1131/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ά. Τ. συζ. Κ., το γένος Ε. Β., κατοίκου ... και 2) Ε. Τ. συζ. Β., το γένος Ε. Β., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πρωτόπαπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Χριστοφακάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 484/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11/10/2011 αίτηση και τους από 16/1/2013 πρόσθετους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/2/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοιες δε πράξεις είναι η επίσκεψη, η επίβλεψη του ακινήτου, η καλλιέργεια αυτού, η περίφραξη, η εκμίσθωση, η καταβολή του οικείου φόρου.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1041, 1045, 1094 ΑΚ, 262 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι επί διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι ο ίδιος είναι κύριος του επιδίκου, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής εφόσον στηρίζεται σε περιστατικά, σύγχρονα ή προγενέστερα εκείνων, τα οποία θεμελιώνουν το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, ένσταση δε αν τα πραγματικά αυτά περιστατικά είναι μεταγενέστερα των θεμελιωτικών του δικαιώματος του ενάγοντος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 163/2010, ΑΠ 17/2012, ΑΠ 1197/2008, ΑΠ 12/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του δημοτικού διαμερίσματος Λιμένα Χερσονήσου Πεδιάδος του δήμου Χερσονήσου στη θέση "...", έχει έκταση 581,34 τμ και συνορεύει νότια με ιδιοκτησία Κ.
Ά. (πρώην Φ.) ανατολικά με ιδιοκτησία Μ. -Τ. (πρώην Χ. -Φ.),δυτικά με ιδιοκτησία Μ. -Τ. (πρώην Χ. - Φ. δυτικά με ιδιοκτησία Γ. (πρώην Π. )και βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Π. και Α. Α.. Το ακίνητο αυτό αποτελούσε μέρος ενός αμπελιού συνολικής έκτασης δώδεκα εργατών, το οποίο ανήκε αρχικά στον εκ πατρός πάππο του εφεσίβλητου Κ.
Α. του Δ. από το έτος 1890,οπότε το κληρονόμησε ,μαζί με άλλα ακίνητα από τους γονείς του .Ο τελευταίος (Κ. Α. του Δ.) το έτος 1930 με την με αριθμό ... /16-11-1930 συμβολαιογραφική πράξη δωρεάς εν ζωή του τότε συμβολαιογράφου Χερσονήσου Θεοφράστου Κοζύρη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου στον τόμο 56 με α α μεταγραφής 31358 δώρισε την ακίνητη περιουσία του στα τέκνα του Ε., Α. (πατέρα του εφεσίβλητου) Η., Γ., Α., Ι.
και Ο.. Μεταξύ άλλων με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη ο Κ. Α. το αμπέλι του στη θέση "..."συνολικής έκτασης όπως αναφέρθηκε 12 εργατών και μία χαρουπιά και πλησιαστές τους Κ. Φ., Χ. Φ., Ι. Χ. και Α. Μ. το μοίρασε σε έξι (6) τεμάχια έκτασης 2 εργατών ( ή περίπου 500 τμ) το κάθε τεμάχιο και δώρισε από ένα τεμάχιο στα τέκνα του Ε., Η., Γ., Α., Ι.
και Ο.. Το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε στο εκ των τέκνων του Ι. Α. του Κ. ο οποίος ήταν ανύπαντρος και άτεκνος και ο οποίος κατά την σύσταση της πιο πάνω συμβολαιογραφικής πράξης αλλά και έπειτα και μέχρι τον θάνατό του το έτος 1963 ζούσε στις ΗΠΑ. Το έτος 1948 ο Ι. Α. με επιστολή του στα αδέλφια του τους πληροφόρησε ότι δεν επρόκειτο να επιστρέψει στην Ελλάδα γι' αυτό και επιθυμούσε να μοιράσουν μεταξύ τους την περιουσία που του δώρισε ο πατέρας τους ώστε η περιουσία να παραμείνει στην οικογένεια και να μην γίνει έρμαιο καταπατητών.
Έτσι το 1948 διανεμήθηκε άτυπα η περιουσία του Ι. Α. κατόπιν δικής του επιθυμίας, μεταξύ των λοιπών αδελφών του (Ε., Α., Η., Γ., Α., Ο. και Ε.) και το επίδικο αγροτεμάχιο περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα νομή και κατοχή του πατέρα του εφεσίβλητου Α. Α. του Κ., ο οποίος ασκούσε με διάνοια κυρίου διακατοχικές πράξεις στο ακίνητο (εκρίζωσε την άμπελο και καλλιεργούσε σε αυτό (κηπευτικά) έως τον θάνατό του το έτος 1969 και έτσι έγινε κύριος του επίδικου αγροτεμαχίου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Μετά τον θάνατο του πατέρα του το έτος 1969 έλαβε χώρα άτυπη διανομή μεταζυ του εφεσίβλητου και του αδελφού του Μ. Α. (μοναδικών κληρονόμων του) της περιουσίας του θανόντος και το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του εφεσίβλητου απο το έτος 1969 χρονικό σημείο από το οποίο και μέχρι σήμερα ασκεί στο ακίνητο με διάνοια κυρίου όλες τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν σε αυτό.
Ειδικότερα το επισκέπτετο, το έτος 1970-1971_το εκχέρσωσε, το έτος 1997 το δήλωσε στην φορολογική δήλωση στο έντυπο Ε9, το έτος 1999 οριοθέτησε αυτό με σιδηροπασσάλους μαζί με τους πλησιαστές του Π., και Γ. το έτος 1988 έδωσε άδεια στον Μ. Μ. να περάσει σωλήνα αρδεύσεως μέσα από αυτό και έτσι έγινε κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας αφού νέμεται αυτό για χρονικό διάστημα μεγοιλύτερο της εικοσαετίας.
Αντιθέτως οι εναγόμενες δεν αποδείχθηκε ότι είναι συγκύριες του επίδικου, καθώς αυτές απέκτησαν με παράγωγο τρόπο με το με αριθμό .../2004 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ερασμίας Πενταράκη νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο 740 και με αριθμό μεταγρ. 82974 το ως άνω ακίνητο το οποίο μάλιστα ισχυρίζονται ότι έχει μεγαλύτερη έκταση και συγκεκριμένα 738 τμ., από μη κύριο.
Συγκεκριμένα δεν απεδείχθη ο ισχυρισμός τους ότι η δικαιοπάροχός τους, μητέρα τους Α. Β. απέκτησε τη νομή αυτού το έτος 1970 με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα της Α. Κ. και έκτοτε και μέχρι το έτος 2004 κατείχε αυτό διανοία κυρίας καθιστάμενη έτσι κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Συγκεκριμένα δεν απεδείχθη αλλά ούτε και οι ίδιες οι εκκαλούσες αναφέρουν στις πρωτόδικες προτάσεις τους με ποιον τρόπο απέκτησε αυτό ο απώτερος δικαιοπάροχός τους σε αντίθεση με τον εφεσίβλητο του οποίου η σειρά των δικαιοπαρόχων του ανατρέχει στο έτος 1930 χρονολογία που ο απώτερος δικαιοπάροχός του Ι.
Α. είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό με το υπ αρ .../16-11-1930 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Χερσονήσου Πεδιάδος Θεόφραστου Κοζύρη νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Χερσονήσου με α/α 31358. Άλλωστε σε ανύποπτο χρονικό διάστημα πολύ αργότερα το έτος 1958 στο υπ αρ .../1958 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Θεόφραστου Κοζύρη νομίμως μεταγεγραμμένο του Κ.
Γ. αναφέρονται ως πλησιαστές του ακινήτου μεταξύ άλλων, και οι κληρονόμοι Κ. Α. και όχι ο πατέρας των εκκαλουσών Α. Κ.. Το δε γεγονός ότι στο συμβόλαιο αυτό (.../1958) παρίσταται ως μάρτυρας ο πατέρας του εφεσιβλήτου Α. Α. χωρίς να αναφέρεται ο ίδιος ως όμορος ιδιοκτήτης συνέβη διότι ο τελευταίος (Α. Α.) απέκτησε το επίδικο, όπως προαναφέρθηκε, ατύπως από διανομή της περιουσίας του αδελφού του Ιωάννη και για τον λόγο αυτό αναφέρεται στο συμβόλαιο ότι το ακίνητο που συνορεύει με την ιδιοκτησία του Κ.
Γ. ανήκει στους κληρονόμους Κ. Α. και όχι διότι ο Α. Α. δεν ήταν κατά τον χρόνο αυτό κύριος του ακινήτου όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούσες. Για τον ίδιο δε λόγο (διότι η διανομή της περιουσίας του θανόντος πατέρα του εφεσιβλήτου έγινε άτυπα μεταξύ του εφεσίβλητου και του αδελφού του) η υπ'αρ 494/1969 δήλωση φόρου κληρονομίας έγινε στο όνομα όλων των κληρονόμων δηλαδή της μητέρας του εφεσίβλητου και του αδελφού του".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ που εφάρμοσε, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του, καθ' όσον νεμήθηκε τούτο με τις παραπάνω διακατοχικές πράξεις από το 1969 μέχρι και το 2004, που κατέλαβαν τούτο οι αναιρεσείουσες - εναγόμενες.
Επομένως ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000).
Ως πράγμα νοείται και ο λόγος έφεσης μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό. Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δε ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα πραγματικά ή νομικά ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 17/2012, ΑΠ 367/2011, ΑΠ 809/2005, ΑΠ 1937/2008).
Με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 260/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δέχθηκε κατ' ουσίαν διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά των τελευταίων, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρόβαλαν με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους οι εκκαλούσες αναιρεσείουσες, "ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο απώτατο παρελθόν στους Ν.
και Χ. Κ., οι οποίοι το 1900 το μεταβίβασαν άτυπα στην κόρη τους Μ. Κ. - Κ., η οποία με τη σειρά της το 1935 το μεταβίβασε στο γυιό της, Α. Κ., ο οποίος περαιτέρω το 1970, το μεταβίβασε άτυπα στην άμεση δικαιοπάροχό τους και αυτή το 2004 το μεταβίβασε στις αναιρεσείουσες δυνάμει νόμιμα μεταγραφέντος συμβολαίου γονικής παροχής", ο οποίος κατά τον αναιρετικό λόγο, στήριζε την ένσταση, που παραδεκτώς είχαν πρωτοδίκως προβάλλει οι τελευταίες και επανέφεραν με τον παραπάνω λόγο έφεσης, περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της έφεσης, και του πρώτου λόγου αυτής, ο παραπάνω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε ως αυτοτελής λόγος έφεσης, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία δεν αντιμετωπίσθηκε ο τρόπος κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τους απώτατους δικαιούχους των αναιρεσειουσών κατά το χρονικό διάστημα από το 1900 μέχρι και το 1970, επειδή τα περιστατικά αυτά δεν είχαν προταθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις των τελευταίων.
Εξάλλου ο ίδιος ισχυρισμός, που συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, η οποία στηρίζεται όπως προαναφέρθηκε στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο με έκτακτη χρησικτησία με έναρξη του χρόνου νομής αυτής από το 1969 δε συνιστά πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
και ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο νεμήθηκε από το 1969 μέχρι το 2004 ο ενάγων - αναιρεσίβλητος και απέκτησε έτσι την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας τον βασικό ισχυρισμό των εναγομένων - αναιρεσειουσών ότι απέκτησαν με παράγωγο τρόπο την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, με βάση συμβόλαιο γονικής παροχής της μητέρας τους, που συντάχθηκε το 2004 και τη μεταγραφή του, δεχόμενο ειδικότερα ότι η τελευταία δεν ήταν κατά το χρόνο της μεταβίβασης κυρία του επιδίκου και επομένως ο σχετικός τίτλος και η μεταγραφή του, δεν προσπόρισε σ' αυτές την κυριότητα αυτού, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα 1) το από Απρίλιο 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Π.
Σ., 2) την 157/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χερσονήσου και 3) την .../21-1-2008 πράξη της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κ. Π. - Αμοναχάκη, στην οποία έχουν καταχωρηθεί οι ένορκες βεβαιώσεις των Σ. Π. και Κ. Β., τα οποία νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν στο Εφετείο με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ'αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη "τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, από την .../21-1-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Καλ. Παπαδάκη, που έχει ληφθεί νόμιμα" σε συνδυασμό και με το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής δε γεννάται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αυτής των Ά. Τ. και Ε. Τ. περί αναιρέσεως της 484/2008 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ