1131/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Μ. Ν. του Μ., ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Β.-Σ. Χ. (ως ασκούσα αποκλειστικά την επιμέλεια αυτού) κατοίκων ..., 3. Ε. χας Μ. Ν., κατοίκου ..., 4. Ό. συζ. Β. Κ., κατοίκου ..., 5. Λ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 6. Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1131/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔ πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν οι από 20.6.2010, 19.11.2010 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 18.12.2011 πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ' αριθ. 23/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, καθόσον διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Full text
Απόφαση 1131 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1131/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Μ. Ν. του Μ., ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Β.-Σ. Χ. (ως ασκούσα αποκλειστικά την επιμέλεια αυτού) κατοίκων ..., 3. Ε. χας Μ. Ν., κατοίκου ..., 4. Ό. συζ. Β. Κ., κατοίκου ..., 5. Λ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 6. Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδάκο και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 2. Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γρηγορίου Γερασίμου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις, 3. Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4. Θ. συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και 5. Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Μ. Ν. του Μ., ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Β.-Σ. Χ. (ως ασκούσα αποκλειστικά την επιμέλεια αυτού) κατοίκων ..., 3. Ε. χας Μ. Ν., κατοίκου ..., 4. Ό. συζ. Β. Κ., κατοίκου ..., 5. Λ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 6. Α. Ν. του Μ., κατοίκου ..., όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδάκο και κατέθεσαν προτάσεις και 7. Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 8. Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 9. Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., και 10. Θ. συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2007 αγωγή των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσειόντων και την από 25-2-2008 αγωγή του υπό στοιχείο Α5 των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 21/10/2007 αγωγή των υπό στοιχείο Β1, Β2, Β3, Β4, Β5 και Β6 ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 25/2/2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 12-7-2010 αίτησή τους και τους από 18-12-2011 πρόσθετους λόγους τους, καθώς και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 24/11/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε τις από 10-3-2011 και 21-1-2012 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων και την από 10-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, του υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος.
Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α5 των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Β1, Β2, Β3, Β4, Β5 και Β6 αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 573 ΚΠολΔ πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν οι από 20.6.2010, 19.11.2010 αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 18.12.2011 πρόσθετοι λόγοι κατά της υπ' αριθ. 23/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, καθόσον διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από το άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος επιδίδει κλήση στους άλλους διαδίκους και από το άρθρο 576 παρ.1, 2 και 3 του ιδίου Κώδικα, κατά το οποίο επί ερημοδικίας στην αναιρετική δίκη ερευνάται αν ο απών διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε από τον επισπεύδοντα αυτήν, συνάγεται, ότι αν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσείων οφείλει να κλητεύσει τον αναιρεσίβλητο, σε καταφατική δε περίπτωση ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Εξάλλου, σε περίπτωση αναβολής της υπόθεσης από το πινάκιο εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 498 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ, και η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου, που δεν είχε εμφανισθεί για την μετ' αναβολή δικάσιμο, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η προηγούμενη κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες επί της από 20.6.2010 αιτήσεως αναιρέσεως (Χ. Χ. κλπ) επέσπευσαν τη συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-3-2011, κατά την οποία κλήτευσαν τους τρίτο και τετάρτη εκ των αναιρεσιβλήτων, Κ. Κ. και Θ. Κ., αντίστοιχα, νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. υπ' αριθμ. 42β, 43β/16-11-2010 εκθέσεις εκδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας ...).
Περαιτέρω το αναιρεσείων "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ (Ε.Κ.)", επί της από 19-11-2010 αιτήσεως αναιρέσεως επέσπευσε τη συζήτηση. Επίσης, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-3-2011 κατά την οποία κλήτευσε τους έβδομο, όγδοο, ένατο και δέκατο εκ των αναιρεσιβλήτων, Ι. Τ., Ε. Κ., Κ. Κ. και Θ. Κ., αντίστοιχα, νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. υπ' αριθ. 3100β/22-12-2010, 7013β/29-12-2010, 3097β/ 21-12-2010, 30968/21-12-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας ... και της δικαστικής επιμελητρίας στο Πρωτοδικείο Αγρινίου ..., αντίστοιχα. Η συζήτηση των υποθέσεων αναβλήθηκε τότε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, κατά την οποία δεν παρέστησαν οι ως άνω έξι (2+4) αναιρεσίβλητοι. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση αμφοτέρων των υποθέσεων παρά την απουσία τους.
Κατά το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνον δια δικογράφου το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα (30) ημέρες πριν από την συζήτηση της αιτήσεως, επιδίδεται δε στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την ίδια προθεσμία. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και προς τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ.3 και 571 ΚΠολΔ, οι οποίες προβλέπουν προσδιορισμό δικασίμου σε χρόνο που παρέχει επαρκή προθεσμία για επίδοση και προπαρασκευή της υποθέσεως ως και τη σύνταξη εκθέσεως από τον οριζόμενο εισηγητή Αρεοπαγίτη, προκύπτει ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων νοείται η ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή του Προέδρου του οικείου Τμήματος, κατά το άρθρο 568 παρ.2, όχι δε η μεταγενέστερη εξ αναβολής ή ματαίωση προσδιορισθείσα (ΑΠ (Ολ.) 143/1984, ΑΠ 536/2009, ΑΠ 890/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες στην από 20.6.2010 αίτηση (Χ. Χ. κλπ) άσκησαν πρόσθετους λόγους αναιρέσεως με το από 18-12-2011 δικόγραφο, το οποίο κατέθεσαν στο αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου στις 20-12-2011, ήτοι σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο από εκείνο της αρχικώς ορισθείσης δικασίμου (18-3-2011). Επομένως, οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο πάγο προκύπτουν τα ακόλουθα επί της διαδικαστικής πορείας τη υποθέσεως στο σύνολό της. Εκ μέρους των γονέων και μερικών συγγενών (θείων) του αποβιώσαντος σε τροχαίο ατύχημα Γ. Χ. ασκήθηκε η από 21-10-2007 κυρία αγωγή κατά του υπαιτίου του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, των λοιπών υποχρέων προς αποκατάσταση των ζημιών και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου γιατί το μοτοποδήλατο που επέβαινε ο αποβιώσας ήταν ανασφάλιστο.
Το Επικουρικό Κεφάλαιο (ΕΚ) άσκησε την από 25-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του κατά των τεσσάρων τελευταίων εναγομένων της ως άνω κυρίας αγωγής. Οι αγωγές αυτές (κυρία και παρεμπίπτουσα) που συνεκδικάσθηκαν στον πρώτο βαθμό με την υπ' αριθ. 17/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, η μεν πρώτη έγινε, εν μέρει, δεκτή η δε δεύτερη (παρεμπίπτουσα) έγινε δεκτή, αναλογικά, κατά των 7-10 εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.
Κατά της απόφασης αυτής του Μονομελούς Πρωτοδικείου ασκήθηκαν οι από α)11-2-2009, β)2-2-2009, γ)3-4-2009, δ)30-3-2009 εφέσεις των 1-6, 7-8, 9-10 εκ των εναγόντων και εναγομένων της ως άνω από 21-10-2007 κυρίας αγωγής και του ΕΚ, αντίστοιχα.
Το ΕΚ το οποίο, σημειωτέον, είναι εφεσίβλητο και στις τρεις ανωτέρω εφέσεις με την ως άνω από 30-3-2009 έφεση του στρέφεται μόνο κατά των εκκαλούντων της πρώτης από 11-2-2009 έφεσης και αναιρεσειόντων της από 20-6-2010 κυρίας αναίρεσης. Επί των τεσσάρων (4) αυτών εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων η οποία απέρριψε τις από 11-2-2009, 3-4-2009, 30-3-2009 (ΕΚ) εφέσεις, έκανε δεκτή την από 2-2-2009 έφεση των Ι.
Τ. και Ε. Κ., εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και, εν συνεχεία, απέρριψε την από 21-10-2007 αγωγή των Χ. Χ. κλπ κατά των Ι. Τ., Ε. Κ., Κ. και Θ. Κ. και του Επικουρικού Κεφαλαίου καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή του τελευταίου (ΕΚ), ως άνευ αντικειμένου, αφού προηγουμένως δέχθηκε ότι οδηγός του μοτοποδηλάτου την ώρα που έλαβε χώρα το ατύχημα δεν ήταν ο Δ.
Τ., όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά ο Γ. Χ., υιός των δύο πρώτων εναγόντων και συγγενείς των λοιπών και ήδη αναιρεσειόντων της από 20.6.2010 αιτήσεως αναιρέσεως. Την υπ' αριθ. 23/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων προσέβαλον ήδη με την ένδικη αναίρεση και τους από 18-12-2011 πρόσθετους λόγους τους οι κυρίως ενάγοντες-εκκαλούντες της από 21-10-2007 αγωγής και από 11-2-2009 εφέσεως, αντίστοιχα, και το Επικουρικό Κεφάλαιο με την επικουρικού χαρακτήρα αναίρεση του, καθ' όσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή-αναγωγή του κατά των εκκαλούντων των από 2-2-2009, 3-4-2009 εφέσεων, ζητώντας για την περίπτωση που ευδοκιμήσει η αναίρεση των κυρίων εναγόντων να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου που απέρριψε την από 30-3-2009 έφεσή του, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη, στο σύνολό της, της από 21-10-2007 κυρίας αγωγής των αναιρεσειόντων της από 20-6-2010 αιτήσεως αναιρέσεως και έξι (6) πρώτων αναιρεσιβλήτων της από 19-11-2010 επικουρικής αναίρεσης του.
Επίσης το Επικουρικό κεφάλαιο με αυτοτελή λόγο αναιρέσεως προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος εκείνο που απέρριψε την έφεση του για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη στο σύνολό της την από 21-10-2007 αγωγή των κυρίως εναγόντων (Χ. Χ. κλπ).
Επί της από 20-6-2010 αιτήσεως αναιρέσεως:
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά τη σαφή έννοια της εν λόγω διατάξεως, έγγραφα, στα οποία αυτή αναφέρεται είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, δηλαδή εκείνα που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ, όχι δε και άλλα όπως τα διαδικαστικά έγγραφα της ιδίας δίκης π.χ. η αγωγή, η ανταγωγή, η έφεση, οι προτάσεις των διαδίκων, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου κλπ (ΑΠ 392/1999, ΑΠ 980/2003).
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση του δικογράφου της εφέσεως των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι, απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται αν δηλαδή πρόκειται α) για παραβίαση που δεν μπορεί να προσβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Από την εν λόγω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 παρ.4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο αναιρεσείων οφείλει για το ορισμένο του λόγου αναιρέσεως να αναφέρει στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει νόμιμα τον αντίστοιχο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας, καθορίζοντας ταυτόχρονα τον τρόπο της προτάσεως (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 593/2003).
Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης, ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται (ΑΠ 164/2005). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του αριθ. 9 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνης της απόφασης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό της έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης (ΑΠ 1716/2009).
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημά τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, συνεπεία του θανάσιμου τραυματισμού του υιού των δύο πρώτων αναιρεσειόντων σε τροχαίο ατύχημα, και από τους ιδιοκτήτες του μοτοποδηλάτου στο οποίο επέβαινε, οι οποίοι το είχαν παραχωρήσει προς χρήση στον ανήλικο υιό τους και ο τελευταίος στο Δ. Τ. και τον θανόντα. Πλην όμως στο αναιρετήριο οι αναιρεσείοντες οι οποίοι είχαν ηττηθεί, εν μέρει, στον πρώτο βαθμό δεν αναφέρουν ότι τον προαναφερθέντα ισχυρισμό, ο οποίος δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είχαν προβάλλει νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος.
Κατά το άρθρο 932 εδ.γ ΑΚ, σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεως του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων, κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από τον σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλεια του και προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμενα χωριστά.
Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων τούτων δεν περιλαμβάνονται οι θείοι του θανόντος, ήτοι οι αδελφοί του πατέρα ή της μητέρας αυτού - τρίτος βαθμός εξ αίματος εκ πλαγίου - ανεξαρτήτως αν υπάρχουν και άλλοι εγγύτεροι συγγενείς ή αυτοί είναι οι μόνοι τοιούτοι του θανατωθέντος (ΑΠ (Ολ.) 21/2000, ΑΠ 862/2002, ΑΠ 729/2009).
Επομένως, το δικάσαν Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφαση του, ότι οι τέταρτη, πέμπτη και έκτος εκ των αναιρεσειόντων της από 20-6-2010 αιτήσεως αναιρέσεως, θείες και θείος θανόντος αντίστοιχα, δηλαδή αδελφή του πατέρα του και αδέλφια της μητέρας του, δεν ανήκουν στην οικογένεια του θανόντος και απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης αυτών με τον οποίο παραιπονούντο κατά της πρωτόδικης απόφασης που δεν επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ' ΑΚ και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον οι ως άνω αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό αυτής, τα περιστατικά που είναι τα αναγκαία για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, αναφορικά με τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 610/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες πλήττουν στην πραγματικότητα, την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου, ενόψει του ότι το αποδεικτικό του πόρισμα εκτίθεται σαφώς, αφού το δικαστήριο δέχθηκε ρητά, ότι οδηγός του υπ' αριθ. κυκλ. ... δικύκλου μοτοποδηλάτου κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ο υιός των δύο πρώτων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων Γ. Χ. και όχι ο Δ. Τ. υιός του πρώτου αναιρεσιβλήτου τον οποίο δεν βαρύνει καμία υπαιτιότητα για το θανάσιμο τραυματισμό του ως άνω συγγενούς τους. Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις αναφέρονται μόνο στην αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και έτσι δεν ελέγχεται αναιρετικώς ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Επομένως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως.
Επί της από 19-11-2010 αναιρέσεως (επικουρικής) του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ (ΕΚ):
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης με αποτέλεσμα κατά τη δικονομική έρευνα να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1735/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 25-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ (ΕΚ)", ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι Ι. Τ. κλπ να του πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό ήθελε κληθεί να πληρώσει στους ενάγοντες της από 21-10-2007 κυρίας αγωγής των Χ.
Χ. κλπ, συγγενών του θανασίμως τραυματισθέντος στο ένδικο τροχαίο ατύχημα Γ. Χ.. Το ανωτέρω Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 17/2009 οριστική απόφασή του έκανε, εν μέρει, δεκτές τις ως άνω αγωγές, δεχόμενο ότι οδηγός του μοτοποδηλάτου επί του οποίου επέβαινον ο ανωτέρω θανατωθείς και ο Δ. Τ. ήταν ο πρώτος (Γ.
Χ.), συγγενείς των εναγόντων στην κυρία αγωγή και όχι ο δεύτερος (Δ. Τ.) τέκνο των δύο πρώτων κυρίως και παρεμπιπτόντως εναγομένων Ι. Τ. και Ε. Κ.. Το Εφετείο Ιωαννίνων που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του συνεπεία άσκησης και συνεκδίκασης τεσσάρων (4) εφέσεων (2-2-2009, 11-2-2009, 30-3-2009, 3-4-2009), μεταξύ των οποίων και η από 30-3-2009 του ΕΚ, απέρριψε τις ως άνω από 11-2-2009, 3-4-2009 εφέσεις και αυτή του ΕΚ (30-3-2009), δέχθηκε την από 2-2-2009 έφεση των Ι.
Τ. κλπ, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δίκασε επί των ως άνω αγωγών (κυρία, παρεμπίπτουσα) και απέρριψε αυτές, δεχόμενο ότι οδηγός του υπ' αριθ. ... μοτοποδηλάτου τον χρόνο του ατυχήματος ήταν ο θανασίμως τραυματισθείς Γ. Χ., τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων και εκκαλούντων της από 21-10-2007 και από 11-1-2009 αγωγής και εφέσεως, αντίστοιχα.
Την από 30-3-2009 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΕΚ το Εφετείο απέρριψε, μετά την απόρριψη της έφεσης και αγωγής των κυρίως εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη κυρίως αναιρεσειόντων, συνεπεία επιγενομένης εξάλειψης του εννόμου συμφέροντος αυτού (ΕΚ) για την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου, με βάση τα γεγονότα που επήλθον μετά την προσβαλλόμενη απόφαση.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον ΕΚ υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεσης.
Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.
Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου. Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσας έφεσης.
Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία του νόμου (ΑΠ 1717/2002). Η μη επέκταση αυτή της αναίρεσης και σε μη μετάσχοντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της κύριας αγωγής έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και επίσης είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως νικήσαντα εναγόμενο της κύριας αγωγής επικουρική έφεση κατά του νικήσαντος επίσης συνεναγομένου του για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής ήθελε γίνει δεκτή με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του.
Αν η παραπάνω έφεση καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής απόφασης ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας έφεσης ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναίρεσης περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης μεταξύ των οποίων να διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την ερευνά του και διαλάβει στην απόφαση του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο, που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ.
Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή εφ' όσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος κύριας αγωγής (ΑΠ 1368/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το μεν απέρριψε τις από 11-2-2009, 3-4-2009 εφέσεις, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την από 2-2-2009 έφεση των Ι. Τ. κλπ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε την από 21-10-2007 κυρία αγωγή των Χ. Χ. κλπ και την από 25-2-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ΕΚ, το δε απέρριψε, μετά ταύτα, ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος την από 30-3-2009 έφεση του ΕΚ κατά των Χ.
Χ. κλπ, εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων της από 20-6-2010 κυρίας αναιρέσεως. Κατά της εφετειακής αυτής απόφασης οι ενάγοντες της κυρίας αγωγής-εκκαλούντες άσκησαν την ως άνω από 20-6-2010 αίτηση αναίρεσης παραπονούμενοι για την απόρριψη της από 11-2-2009 έφεσής των και ζητούν την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης με σκοπό το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής να κάνει δεκτή, ως και ουσία βάσιμη την έφεσή τους και εν συνεχεία δικάζοντας επί της ως άνω κυρίας αγωγής τους, να κάνει δεκτή αυτή, ως και ουσία βάσιμη, καθόσον αφορά τους εναγομένους μεταξύ των οποίων και το ΕΚ (ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής).
Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το εναγόμενο, μεταξύ των άλλων, της κυρίας αγωγής και ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής ΕΚ, το οποίο στη δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητο στην έφεση των εναγόντων της κυρίας αγωγής, και ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής και εκκαλούν της από 30-3-2009 επικουρικής έφεσης, έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει επικουρική αναίρεση με αίτημα, σε περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση των εναγόντων της κυρίας αγωγής και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση των εναγόντων της απορριφθείσης κυρίας αγωγής, να αναιρεθεί η ίδια προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική έφεση του ενάγοντος της πρωτοδίκως απορριφθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής, έτσι ώστε, εφόσον γίνει δεκτή η κυρία αγωγή να γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία επικουρική αναίρεση ασκεί με το δεύτερο αναιρετικό λόγο.
Μετά όμως την απόρριψη, σύμφωνα με τα ανωτέρω, της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων των κυρίως εναγόντων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων καθώς και του μοναδικού λόγου αναίρεσης του ΕΚ, παρέλκει η έρευνα της από 19-11-2010 επικουρικής αναίρεσης του ΕΚ.
Κατ' ακολουθίαν, όλων των ανωτέρω, απορριπτομένων των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως (κυρίας, επικουρικής) και των προσθέτων λόγων των αναιρεσειόντων της κυρίας αναίρεσης, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες της από 20-6-2010 κυρίας ασκήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος ΕΚ (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-6-2010, αίτηση αναιρέσεως και τους από 18-12-2011 πρόσθετους λόγους κατά της υπ' αριθ. 23/2010 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες της από 20-6-2010 αιτήσεως αναιρέσεως στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ΕΚ, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ