Legislator Case Law & Legislation
1131/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will validity, ruling signature placement and evidence evaluation are within trial court's authority.

Case Number 1131/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding the validity of a holographic will. The appellants argued that the will was invalid due to improper signature placement and alleged distortion of its content, while the appellees contended the trial court correctly exercised its evidentiary authority. The court held that evaluating the content of the will and the authenticity of the signature placement fall within the trial court's exclusive power of evidence assessment, which cannot be reviewed on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1721 para. 1 lit. a Civil Code; Art. 1718 Civil Code; Art. 559 para. 1 Civil Procedure Code; Art. 561 para. 1 Civil Procedure Code: The placement of the testator's signature in a holographic will must be at the end to validate the entire document; appellate courts cannot review the trial court's evaluation of evidence regarding the content and authenticity of the will, as this belongs to the trial court's exclusive authority.

Keywords

AI generated
holographic will validity signature placement requirement appellate review limits evidence evaluation authority Civil Procedure Code appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 1721 para. 1 lit. a Civil Code
Art. 1718 Civil Code
Art. 559 para. 1 Civil Procedure Code
Art. 561 para. 1 Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1131 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1131/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2,κατοίκου ... και 3. Χ3, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Θεμιστοκλεία Αναδιώτου.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Ψ1, 2. Ψ2, κατοίκων ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαλάμπρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2006 του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-9-2006 αίτησή τους και με τους από 10-12-2007 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 9-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη τους και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1721 εδ.α ΑΚ η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν, κατά δε το άρθρο 1718 ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται, ότι, η υπογραφή του διαθέτη τίθεται, με ποινή ακυρότητας, στο τέλος της ιδιόγραφης διαθήκης, διότι πρέπει να καλύπτει με το κύρος της όλο το περιεχόμενο της διαθήκης και να σημαίνει το πέρας αυτής.

Η υπογραφή του διαθέτη στην αρχή ή στο μέσο του περιεχόμενου της διαθήκης δεν πληροί τους όρους του νόμου και καθιστά άκυρη όλη τη διαθήκη, εκτός αν το μέχρι της υπογραφής τμήμα της διαθήκης είναι αυτοτελές, οπότε είναι άκυρο μόνο το μετά την υπογραφή πρόσθετο τμήμα της διαθήκης. Εξάλλου, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ισχυρισμών που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι η από 21-10-2002 ιδιόγραφη διαθήκη του κατά την 9-11-2002 αποβιώσαντος ΑΑ, η οποία δημοσιεύθηκε με το 5102/7-11-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γράφτηκε ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, φέρει στην αρχή της πλήρη χρονολογία (21-10-2002) καθώς και υπογραφή του διαθέτη, η οποία δεν έχει τεθεί στο τέλος της, δηλαδή στο τέλος της δεύτερης σελίδας της, αλλά στο μέσο αυτής και ειδικότερα στο τέλος της πρώτης σελίδας.

Το μέχρι την υπογραφή τμήμα της διαθήκης είναι αυτοτελές, καθόσον στο τμήμα αυτό ο διαθέτης καταλείπει τα αναφερόμενα σ' αυτό περιουσιακά του στοιχεία στις τρεις θυγατέρες του, Ψ2, Ψ3 και Χ3, ενώ στο τμήμα της διαθήκης, που είναι μετά την υπογραφή του, καταλείπει διαφορετικά περιουσιακά στοιχεία στις θυγατέρες του Χ2, Χ1 και Χ3, καθώς και στη σύζυγό του Ψ1.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε, ότι η εν λόγω διαθήκη είναι άκυρη μόνο για το μετά την υπογραφή του διαθέτη πρόσθετο τμήμα της, και ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε, με την εκκληθείσα απόφαση, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί εγκυρότητας μέρους της διαθήκης(με το σκεπτικό ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η βούληση του διαθέτη, αφού αυτός είχε και άλλα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν συμπεριέλαβε στη διαθήκη του),διότι δεν απαιτείται για την εγκυρότητα μίας διαθήκης η συνολική διευθέτηση και διάθεση της περιουσίας του διαθέτη, είναι δε συχνό φαινόμενο να μη διαθέτουν οι διαθέτες όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία με μία διαθήκη για διάφορους λόγους, χωρίς αυτή η παράλειψη να καθιστά άκυρη της διαθήκη, κατά παραδοχή δε της έφεσης, έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και κήρυξε άκυρη την ως άνω διαθήκη μόνο για το μετά την υπογραφή του διαθέτη πρόσθετο τμήμα της.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1721ΑΚ, αφού δέχθηκε ότι, το μέχρι της υπογραφής τμήμα της διαθήκης είναι αυτοτελές, οπότε είναι άκυρο μόνο το μετά την υπογραφή πρόσθετο τμήμα της διαθήκης, και δεν αξίωσε λιγότερα στοιχεία από όσα η εν λόγω διάταξη απαιτεί, διέλαβε δε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αυτοτέλειας του μέχρι την υπογραφή του διαθέτη πρώτου τμήματος της ένδικης διαθήκης, συνακόλουθα και της μη ακυρότητας αυτού, λόγω έλλειψης της υπογραφής του διαθέτη, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της και επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1721ΑΚ,που εφαρμόσθηκε.

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1αΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 1721ΑΚ,που εφαρμόσθηκε, είναι αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και τον τέταρτο του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθ. 19ΚΠολΔ, προβάλλονται αιτιάσεις, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, γιατί, δεν αποσαφηνίζεται επαρκώς σ' αυτήν για ποίο λόγο είναι αυτοτελή τα δύο τμήματα της διαθήκης, προβαίνει σε διάσπαση της διαθήκης, σε έγκυρο και άκυρο μέρος, ενώ από τα δύο τμήματα αυτής, στα οποία αναφέρονται και η Χ3 και η Χ1 και τα δύο χωράφια στη θέση "..." και "...", καθώς και από το ότι στο δεύτερο, μετά την υπογραφή, τμήμα της, αναγράφεται ότι, "....την επικαρπία από τα χωράφια ...

και ... θα την πάρουν η γυναίκα μου και η Ψ2 ...", προκύπτει ότι αυτά είναι αλληλένδετα και δεν έχουν καμία αυτοτέλεια, δεν αναφέρεται η περιλαμβανόμενη στην αρχή της διαθήκης περικοπή "κατόπιν σινονοήσεως με την Γυνέκα μου που ζίσαμε 47 χρόνια μαζί και κάναμε 5 παιδιά Ψ2, Χ2, Χ1, Ψ3 και Χ3", ότι δηλαδή ο διαθέτης συνέταξε τη διαθήκη μετά από συνεννόηση με τη σύζυγό του, ούτε εξηγείται ο λόγος που υπαγόρευσε τον διαθέτη ώστε, με τη διαθήκη του αυτή, να αποκληρώσει σιωπηρώς τη σύζυγό του, με την οποία έζησε 47 χρόνια και απέκτησε πέντε παιδιά.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες αιτιάσεις ανάγονται σε ελλείψεις ως προς την ανάλυση και στάθμιση των αποδείξεων, που προέκυψαν, αναφορικώς με το ουσιώδες ζήτημα της αυτοτέλειας των ανωτέρω δύο τμημάτων της επίδικης διαθήκης, και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, καθόσον το αποδεικτικό αυτό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα, εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγος αναίρεσης, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το αν ο διαθέτης είχε την βούληση να συντάξει ιδιόγραφη διαθήκη και όχι απλό σχέδιο για μελλοντική σύνταξη δημόσιας διαθήκης σε συμβολαιογράφο, αφού στην προμετωπίδα της αναφέρεται η φράση "προς τον Συμβολαιογράφο", ή απλό σχέδιο νέμησης ανιόντος, καθόσον ο θανών μνημονεύει σ' αυτήν όλα τα ονόματα των αναγκαίων κληρονόμων του.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ουσιώδες ζήτημα, υπό την έννοια που ανωτέρω εκτέθηκε, δοθέντος ότι, όπως προκύπτει από τα σχετικά διαδικαστικά έγγραφα, κανένα από τα διάδικα μέρη δεν αμφισβήτησε ότι η βούληση του διαθέτη ήταν να συντάξει, με το ανωτέρω έγγραφο, ιδιόγραφη διαθήκη, και, επομένως, δεν προτάθηκε παρόμοιος ισχυρισμός προς θεμελίωση της αγωγής ή ένστασης Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.8α ΚΠολΔ, αποδίδεται, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό, ότι το μέχρι την υπογραφή τμήμα της ανωτέρω διαθήκης είναι αυτοτελές, παρόλο ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν προτάθηκε από τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσιβλήτους, με την έφεση.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 12-9-2005 έφεσης των ήδη αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε με το δεύτερο λόγο αυτής και, επομένως, δεν λήφθηκε υπόψη παρά το νόμο από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Επειδή, κατά το άρθρ.559 αριθ 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του πορίσματός του σχετικά την εγκυρότητα του μέχρι την υπογραφή τμήματος της ανωτέρω, από 21-10-2002, ιδιόγραφης διαθήκης του ΑΑ, και την κατάθεση του μάρτυρα ΒΒ, η οποία περιέχεται στα ανωτέρω πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αποδεικτικό στοιχείο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή, ο από το αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με αποτέλεσμα, εξ αιτίας του σφάλματος αυτού, να καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του πραγματικού γεγονότος για την απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε το έγγραφο.

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο από την διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο προβαίνει στην αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία ανήκει στην κυριαρχική του εξουσία, και από το γεγονός το οποίο πράγματι υφίσταται, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ως ορθό.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τους τρίτο λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου και τον τρίτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων, προσάπτεται, στο Εφετείο, η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου της επίδικης διαθήκης, αναφορικώς με το πρώτο τμήμα αυτής γιατί σ' αυτό αναφέρεται, εκτός των τριών κληρονόμων που προαναφέρθηκαν, και η Χ1, στην οποία ο διαθέτης αναφέρει ότι αφήνει ...

δύο στρέμματα στη θέση "..." που έχει βάλει ελιές, καθώς και γιατί δεν αναγνώσθηκαν, από το Δικαστήριο της ουσίας, ορθώς οι υπάρχουσες περικοπές, στην προμετωπίδα της διαθήκης, "προς τον Συμβολαιογράφο 21-10-2002." και στην αρχή της διαθήκης, "κατόπιν σινονοήσεως με την Γυνέκα μου που ζίσαμε 47 χρόνια μαζί και κάναμε 5 παιδιά Ψ2, Χ2, Χ1, Ψ3 και Χ3", οι οποίες, σύμφωνα με τους λόγους αυτούς αναίρεσης, ήταν δηλωτικές της βούλησης του διαθέτη ότι ετοίμαζε σχέδιο προκειμένου να συντάξει δημόσια διαθήκη με δήλωση ενώπιον συμβολαιογράφου και όχι ιδιόγραφη διαθήκη, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες με αυτούς πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε διαγνωστικό λάθος του Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου της διαθήκης και στο αποδεικτικό πόρισμα τούτου, που συνήγαγε, ως προς την αυτοτέλεια του μέχρι την υπογραφή του διαθέτη τμήματος της διαθήκης, που, ως εκτίμηση πραγματικού γεγονότος, ανήκει στην κυριαρχική του εξουσία και δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ.561 παρ.1ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-9-2006 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-12-2007 πρόσθετους λόγους των Χ1, κλπ, κατά της 34/2006 απόφασης του Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ