1131/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 983/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1611/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 23/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1131/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διότι, η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί και απασχολούνταν ως εργάτης, δεν αποκλείει λογικώς την υπερωριακή του απασχόληση με συναφείς των κυρίων καθηκόντων του εργασίες έστω και αν αυτές αρμόζουν σε εργαζόμενο συνδεόμενο με την εργοδότρια με υπαλληλική σχέση, εφόσον οι σχετικές αμοιβές και αποζημιώσεις υπολογίζονται με βάση τις καταβαλλόμενες νόμιμες ή συμφωνηθείσες αποδοχές.
Full text
Απόφαση 1131 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1131/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία ..... ΕΠΕ, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κάκο.
Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χορτάτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/10/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 983/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1611/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 23/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, λόγος για αναίρεση αποφάσεως επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, με το να δεχθεί το Εφετείο, σχετικά με το αγωγικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου να του επιδικαστούν τα εκτιθέμενα χρηματικά ποσά για απασχόλησή του πέραν του νομίμου ωραρίου, ότι αυτός προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως εργάτης με αντικείμενο τη μεταφορά των προς διάθεση στο καταναλωτικό κοινό εμπορευμάτων από τις αποθήκες της αναιρεσείουσας στο κατάστημα αυτής και ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απασχολήθηκε πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου του επί τρεις ώρες ημερησίως διότι, εκτός από την πιο πάνω εργασία του εκτελούσε και τα καθήκοντα του καθαρισμού του καταστήματος και της τακτοποιήσεως των εμπορευμάτων, βοηθώντας επιπροσθέτως στην πώληση τούτων, δεν παρέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, που να καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Διότι, η παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσληφθεί και απασχολούνταν ως εργάτης, δεν αποκλείει λογικώς την υπερωριακή του απασχόληση με συναφείς των κυρίων καθηκόντων του εργασίες έστω και αν αυτές αρμόζουν σε εργαζόμενο συνδεόμενο με την εργοδότρια με υπαλληλική σχέση, εφόσον οι σχετικές αμοιβές και αποζημιώσεις υπολογίζονται με βάση τις καταβαλλόμενες νόμιμες ή συμφωνηθείσες αποδοχές.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 379/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στο Εφετείο η παραπάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα, ότι δέχτηκε απασχόληση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας από την 9η π.μ. μέχρι τη 12η μεσημβρινή, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αυτή δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και τα ανωτέρω περιστατικά από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις νομοτύπως ληφθείσες, μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους με επίκληση έγγραφα.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων ή η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, που δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος εργαζόταν επί τρεις ώρες ημερησίως πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου, απασχολούμενος και με την τακτοποίηση των εμπορευμάτων, δεν έλαβε υπόψη, αν και προτάθηκε παραδεκτώς, ότι αυτός δε γνώριζε Ελληνικά και συνεπώς δε θα μπορούσε να εκτελέσει την εργασία αυτή, η οποία απαιτεί γνώση της Ελληνικής γλώσσας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 122 Κ.Πολ.Δ., η παράλειψη αναγραφής της ακριβούς διευθύνσεως της κατοικίας του διαδίκου στα δικόγραφα που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές, έχει ως συνέπεια ότι οι επιδόσεις που αφορούν τη δίκη μπορούν να ενεργηθούν στη γραμματεία του δικαστηρίου ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη και όχι δικονομική ακυρότητα ή απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως (ΑΠ 135/1987).
Εξάλλου, για την ίδρυση του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο προταθείς ενώπιον του δικαστηρίου ισχυρισμός να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να είναι λυσιτελής (Ολ.ΑΠ 2/1989). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτώς ενώπιόν του προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό ότι η διεύθυνση κατοικίας του αναιρεσιβλήτου που αναγράφεται στα δικόγραφα αυτού τόσο της αγωγής όσο και της εφέσεως, είναι ανακριβής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι ο εν λόγω ισχυρισμός, όντας αλυσιτελής, αφού και αληθής υποτιθέμενος δε συνεπάγεται κατά τα προαναφερόμενα, δικονομική ακυρότητα ή απαράδεκτο, δεν ιδρύει το λόγο αυτόν αναιρέσεως.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ενώπιόν του προταθείσα ένσταση εξοφλήσεως του αναιρεσιβλήτου που προέκυπτε από τις προσκομισθείσες αποδείξεις πληρωμών αυτού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία αναφέρεται ότι "η προβαλλόμενη από την εργοδότρια ένσταση εξοφλήσεως των παραπάνω αποδοχών του ενάγοντος, ανεξαρτήτως της αοριστίας της, εφόσον δεν εξειδικεύεται ως προς κάθε επί μέρους οφειλόμενο ποσό, δεν αποδεικνύεται..", ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι΄ αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, προβλέποντας ιδίως ότι ορισμένο αποδεικτικό μέσο παράγει πλήρη απόδειξη χωρίς ή με δυνατότητα ανταποδείξεως, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως κατ' αρχήν έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ) αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα από τα άλλα αυτά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την παραπάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι έλαβε υπόψη του μόνο την κατάθεση της μάρτυρος ..... που είναι και σύζυγος του αναιρεσιβλήτου ενώ αγνόησε τους λοιπούς μάρτυρες και τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον σε κανένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα δεν προσδίδεται από το νόμο αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 15του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποτελεί κύρωση του εδαφίου α΄ του άρθρου 309 του ιδίου Κώδικα και προϋποθέτει ότι αμφότερες οι αποφάσεις ήτοι τόσο η ανακαλούσα όσο και η ανακαλούμενη εκδόθηκαν από το αυτό δικαστήριο (ΑΠ 140/2006).
Συνεπώς, ο έβδομος από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του παρά το νόμο ανακάλεσε την πρωτόδικη εφεσιβληθείσα απόφαση με την οποία είχεν απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η αγωγή, κρίνοντας ότι αυτή είναι ορισμένη, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αποφάσεις (ανακαλούσα και ανακαλούμενη) δεν εκδόθηκαν από το αυτό δικαστήριο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-5-2006 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".... ΕΠΕ"για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1611/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ