Supreme Court dismisses appeal on lack of evidence regarding consideration of prior conviction record.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Larissa. The appellant argued the lower court failed to consider a prior conviction for defamation, claiming this violated procedural rules. The court found the appellant had submitted this evidence earlier and the final judgment explicitly stated all documents were reviewed, making the appeal baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the alleged failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court's judgment confirms all submitted documents were duly examined and weighed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1130 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1130/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Βασιλόγιαννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σταυρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 365/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/1/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 21.01.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 365/2018 τελεσίδικη απόφαση του Moνομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του τότε εκκαλούντος-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 5/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του τότε εφεσιβλήτου-ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, από αδικοπραξία και απορρίφθηκε η ανταγωγή του εναγομένου-εκκαλούντος-αναιρεσείοντος.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2. Με τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, προστατεύεται η προσωπικότητα και κατ' επέκταση η αξία του ανθρώπου, ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του.
Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως, η προσβολή της προσωπικότητας, σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία, με βάση την κοινωνική του αξία, συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του.
Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας, της οποίας η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή συνιστά ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρων 914, 919, 920, 932 ΑΚ, είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου, που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο, όμως, είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, γ) υπαιτιότητα (πταίσμα) του προσβολέα, όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 271/2012), εκδηλούμενη, είτε με τη μορφή του δόλου, είτε με τη μορφή της αμέλειας, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρο 330 παρ. 2 του ΑΚ) και δ) επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή.
Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωσή της (σωματική, πνευματική, ηθική, τιμή, κλπ). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητας. Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητας του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητας του προσώπου, ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης, που ενδέχεται, με την προσβολή, να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου.
Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει, όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψη του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των άρθρων 361-363 ΠΚ (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 292/2020, ΑΠ 1116/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 726/2015).
Κατά τις διατάξεις αυτές, εξύβριση διαπράττει, όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ενώπιον τρίτου ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Ως γεγονός, κατά τις παραπάνω διατάξεις, νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική μ' αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου, ενώ διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον.
Αντιθέτως, δεν συνιστά γεγονός η έκφραση γνώμης ή συγκεκριμένης αξιολογικής κρίσης ή άλλοι χαρακτηρισμοί, εκτός αν τα παραπάνω σχετίζονται και συνδέονται άμεσα με γεγονός που συνιστά το κρίσιμο του αδικήματος στοιχείο, έτσι ώστε ουσιαστικά να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική βαρύτητα του, πράγμα που δεν συμβαίνει, όταν εκφράζονται ή εκδηλώνονται ανεξάρτητα και άσχετα με τον τρόπο αυτό.
Απλές, όμως, κρίσεις, γνώμες και χαρακτηρισμοί, που ενέχουν αμφισβήτηση, κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρόνησης ή ονειδισμού αυτού (χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένο γεγονός), είναι δυνατό να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης και όχι το έγκλημα της δυσφήμησης (ΑΠ 1069/2019).
Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο από αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός, είναι πρόσφορο και κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση ή αποδοχή του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται, επιπλέον, και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει, όμως, ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση κατ' άρθρο 362 του ΠΚ, που προσβάλλει επίσης, την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη.
Ωστόσο ως αστικό αδίκημα, η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους, με οποιονδήποτε τρόπο γεγονότα που θίγουν την τιμή και την υπόληψη άλλου, υπό την προαναφερόμενη έννοια, προσβάλλοντας παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, να τον αποζημιώσει και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του, τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα, αφού οι διατάξεις των άρθρων 361 - 367 του ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ.
ΑΚ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 611/2019, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 343/2016). Ειδικότερα, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1, ότι, ``δεν αποτελούν άδικη πράξη, α) οι δυσμενείς κρίσεις... καθώς και, γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον...`` και στην παρ. 2 ότι η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται, α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης.
Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παράνομου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου (ΑΠ 972/2020, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 343/2016).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι συντρέχει περίπτωση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που αίρει κατά το άρθρο 367 παρ. 1 γ ΠΚ τον άδικο χαρακτήρα δυσφημιστικού για τον ενάγοντα ισχυρισμού του συνιστά ένσταση καταλυτική της εναντίον του αγωγής με αντικείμενο την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του αντιδίκου από την επικαλούμενη προσβολή της προσωπικότητάς του με το δυσφημιστικό σε βάρος του ισχυρισμό, ενώ αντένσταση συνιστά ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησης του από τον εναγόμενο, επειδή οι επίμαχες εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης ή επειδή αυτός ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισης του (ΑΠ 972/2020, ΑΠ 2049/2017).
Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος καίτοι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (ΑΠ 972/2020). Επίσης, κατά το άρθρο 10 παρ.1 της ΕΣΔΑ (κυρ. ν.δ. 52/1974) "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως.
Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων". Το δικαίωμα, όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ.3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα-κυρ.
ν.2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων τρίτων. Εξέχουσα, θέση μεταξύ των περιορισμών, που θέτουν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση και το Διεθνές Σύμφωνο, έχει το δικαίωμα της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ ), σημαντική έκφραση της οποίας αποτελεί η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση και αξία, που αποδίδεται σ' αυτόν από τους συνανθρώπους του (ΟλΑΠ 40/1998, ΑΠ 1177/2002, ΑΠ 788/2000).
Επομένως, ο εκφραστής μιας άποψης ή ιδέας, για να αποφύγει να ευθύνεται ποινικά για τα αδικήματα της τιμής (άρθρα 361 επ. ΠΚ) και για αποζημίωση με βάση τα άρθρα 57 και 59, θα πρέπει να εκφράζεται μέσα στα όρια που θέτουν οι νόμοι στα άρθρα που αφορούν την προστασία της προσωπικότητας κάθε προσώπου και όταν το περιεχόμενο της έκφρασης θίγει την τιμή ή υπόληψη τρίτου προσώπου, η έκφραση να εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 855/2022).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, εφόσον κρίθηκε κατ' ουσίαν η υπόθεση, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια οι πραγματικές διαπιστώσεις, δηλαδή οι παραδοχές της ελάσσονος πρότασης, που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα (ΟλΑΠ 18/2005, ΟλΑΠ 57/2000, ΑΠ 512/2023,ΑΠ 53/2019, ΑΠ 29/2019, ΑΠ 25/2019, ΑΠ 1326/2015).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 25/2004).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται τις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή να εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Επίσης πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός με τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν (ΑΠ 512/2023,ΑΠ 326/2018, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 116/2012, ΑΠ 601/2011, ΑΠ 1206/2008).
3. Με τον πρώτο λόγο, και τον δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 363-367 ΠΚ και 10 της ΕΣΔΑ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι οι επίμαχες δηλώσεις του, οι οποίες αφορούσαν την προσωπικότητα του ήδη αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος δεν ήταν αξιολογικές κρίσεις αλλά συκοφαντικά γεγονότα.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι πολιτικά πρόσωπα που πολιτεύονται στο Νομό Μαγνησίας στο κόμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.
ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) από το Σεπτέμβριο του έτους 2007 έως το Μάιο του έτους 2012 ήταν εκλεγμένος βουλευτής του ως άνω κόμματος ο δε εναγόμενος (αναιρεσείων), αιρετός Νομάρχης, ήταν δε υποψήφια πρόσωπα για να επιλεγούν στο τελικό ψηφοδέλτιο του ως άνω κόμματος στο Ν. Μαγνησίας για τις εκλογές που είχαν ανακηρυχθεί για την 6η Μαϊου 2012.
Στις 19.4.2012 τα αρμόδια όργανα του ως άνω κόμματος ανακοίνωσαν επίσημα τα ονόματα των υποψηφίων βουλευτών για τις επικείμενες εκλογές μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν ο ενάγων ενώ είχε παραλειφθεί ο εναγόμενος, ο οποίος θεωρώντας ότι για τον αποκλεισμό του από τις βουλευτικές λίστες ευθύνονταν ο ενάγων προέβη σε μια γραπτή δήλωση, την οποία διένειμε σε πλήθος πολιτών του Ν.
Μαγνησίας, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου αλλά και στα μέσα ενημέρωσης του Ν. Μαγνησίας και συγκεκριμένα ανέφερε "Νίκησε η διαπλοκή του Κ. Κ., του ξενόφερτου και εγκάθετου εκπροσώπου των μεγαλοσυμφερόντων των Αθηνών". Στις 20 Απριλίου 2012, προέβη σε νέα γραπτή δήλωση, που απέστειλε, επίσης σε πολίτες και μέσα ενημέρωσης κατά τον ως άνω τρόπο, στην οποία ανέφερε "Ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε, ενορχηστρώθηκε και εκτελέστηκε ο αποκλεισμός μου από τον Κ.
Κ., καθώς και ο χρονικός προγραμματισμός αυτής της εκτέλεσης προδίδουν αντιλήψεις νονού της πολιτικής νύχτας..., επενδύουν σε μαφιόζικες πρακτικές του παρελθόντος...". Περαιτέρω την ίδια ημέρα έκανε τηλεφωνική παρέμβαση στο ραδιοφωνικό σταθμό με την επωνυμία "Ράδιο Ένα" που εκπέμπει στο Νομό Μαγνησίας και στη ραδιοφωνική εκπομπή που παρουσιάζει ο δημοσιογράφος Θ., όπου μεταξύ άλλων για το ίδιο θέμα ισχυρίστηκε ότι "ο αποκλεισμός μου οφείλεται σε ένα σχέδιο, ένα πρόγραμμα..., ένα οργανωμένο έγκλημα, το οποίο σχεδιάστηκε, ενορχηστρώθηκε και εκτελέστηκε από τον Κ.
Κ. σε συνεργασία με κάποιους ντόπιους βοηθούς εκπλήρωσης..., η μεθόδευση προδίδει λογικές νονού της πολιτικής νύχτας..., επενδύοντας στις πιο μαύρες, στις πιο μαφιόζικες και απαξιωμένες στη συνείδηση των πολιτών αντιδημοκρατικές πρακτικές.., είναι φαινόμενα που εκπορεύονται από συγκεκριμένα συμφέροντα των Αθηνών".
Το ίδιο βράδυ εμφανίστηκε στο τηλεοπτικό κανάλι TRT, που εκπέμπει στη Θεσσαλία και στην τηλεοπτική εκπομπή "...", που παρουσιάζει ο δημοσιογράφος Α. Γ., όπου και εκεί επανέλαβε τα ίδια περί πολιτικής συμπεριφορές που οδήγησαν στον αποκλεισμό του, δήλωσε δε ότι ο κ. Κ. συνέχιζε με τον γνωστό τρόπο να πορεύεται στο δρόμο των παρασκηνίων, της συνωμοσίας, της ίντριγκας, των βυζαντινισμών...".
Σύμφωνα με το Καταστατικό του ως άνω κόμματος ο ενάγων δικαιούταν θέση στο ψηφοδέλτιο δεδομένου ότι ήταν εκλεγμένος βουλευτής κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο ενώ ο εναγόμενος έχαιρε δημοφιλίας στο Ν. Μαγνησίας ως επιτυχημένος Νομάρχης και προφανώς ο ενάγων δεν επιθυμούσε να είναι συνυποψήφιος του γι' αυτό ασκώντας την επιρροή του στον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ Ε.
Β. και στα αρμόδια κομματικά όργανα αιτήθηκε και επέτυχε τον αποκλεισμό του εναγόμενου από τον κατάλογο των υποψηφίων βουλευτών. Σημειωτέον ότι τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο το βουλευτικό κόμμα του ΠΑΣΟΚ είχε απωλέσει την εκλογική δύναμή του και στην περιοχή θα εξέλεγε έναν βουλευτή. Ο εναγόμενος μόλις πληροφορήθηκε τον αποκλεισμό του δεν περιορίσθηκε στο να καταγγείλει τον αθέμιτο αποκλεισμό του από το κομματικό ψηφοδέλτιο αλλά άσκησε δριμεία κριτική εναντίον του ενάγοντος, προβαίνοντας στους ως άνω ανεπίτρεπτους χαρακτηρισμούς και στη διάδοση ψευδών δυσφημιστικών γεγονότων, την αναλήθεια των οποίων γνώριζε και συνειδητά διέδωσε με σκοπό να αμαυρώσει την τιμή του ενάγοντος και να προκαλέσει τον πολιτικό του εξευτελισμό.
Τα δε ως άνω δυσφημιστικά γεγονότα συνέχισε να τα επαναλαμβάνει εμφανίζοντας τον ενάγοντα ως πολιτικό πρόσωπο διαπλεκόμενο και ανήθικο όλα δε τα ως άνω διαδόθηκαν σε ευρύ και απροσδιόριστο αριθμό πολιτών υπήρχε δε μεγάλη πιθανότητα να βλάψουν την πολιτική πορεία του ενάγοντος τόσο των επικείμενων εκλογών όσο και την μελλοντική.
Και βέβαια είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε πολίτη και πολύ περισσότερο ενός πολιτικού και δημοσίου προσώπου να ασκεί κριτική και να προβαίνει σε αξιολόγηση του πολιτικού γίγνεσθαι καθώς και να ενημερώνει τους λοιπούς πολίτες για το ποιόν του πολιτικού προσώπου που άγεται σε προεκλογικό αγώνα πλην όμως αυτή πρέπει να γίνεται εντός θεμιτών ορίων και να αναφέρεται σε αληθή γεγονότα.
Αντίθετα ο εναγόμενος ανέφερε ψευδή γεγονότα τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ο δε εναγόμενος τελούσε σε γνώση της αναλήθειάς τους. Ειδικότερα ανέφερε ότι ο ενάγων ήταν πρόσωπο διαπλεκόμενο, που δρα παρασκηνιακά για την εξόντωση των πολιτικών του αντιπάλων, που μετέρχεται αντιδημοκρατικές και μαφιόζικες συμπεριφορές προκειμένου να επιτύχει τους στόχους του.
Τα δε ανωτέρω τα διέδωσε παρότι γνώριζε την αναλήθειά τους και χωρίς να ελέγξει το πολιτικό παρελθόν του ενάγοντος και παρότι γνώριζε ότι πέραν της επιθυμίας του ενάγοντος περί αποκλεισμού του εναγόμενου από το ψηφοδέλτιο του ΠΑΣΟΚ υπήρχε για το πρόσωπό του κομματικό ασυμβίβαστο όπως επιβεβαιώθηκε από τον Πρόεδρο του κόμματος τους λίγες ημέρες αργότερα.
Η προβληθείσα ένσταση του εναγόμενου και λόγος έφεσης ότι αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης του κατ' άρθ. 367 ΠΚ κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη καθόσον τα αναφερόμενα εκ μέρους του γεγονότα και ισχυρισμοί αποτελούν συκοφαντική δυσφήμηση του ενάγοντος με σκοπό την προσβολή της τιμής και της υπόληψής του και κυρίως της πολιτικής του υπόστασης.
Οι δε πολίτες του Νομού Μαγνησίας στους οποίους απευθυνόταν ο εναγόμενος και πληροφορούνταν για το πολιτικό ποιόν του ενάγοντος θα μπορούσαν να σχηματίσουν μια εικόνα ανέντιμου πολιτικού γι' αυτόν αφού δεν γνώριζαν την αναλήθεια των λεγόμενών του. Όλα δε τα ανωτέρω μετήλθε ο εναγόμενος με σκοπό να πλήξει την τιμή και την υπόληψη κυρίως την πολιτική του ενάγοντος και με σκοπό εξύβρισης, τα δε ανωτέρω εξυβριστικά επανέλαβε και σε επόμενες, πλην της πρώτης, συνεντεύξεις του και μάλιστα σε μια προεκλογική περίοδο όπου η βλάβη της πολιτικής καριέρας του ενάγοντος ήταν και θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη.
Συνεπώς ο ενάγων, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, των συκοφαντικών γεγονότων που διέδωσε ο εναγόμενος και που μπορούσαν να βλάψουν την πολιτική πορεία του ενάγοντος ως υποψηφίου βουλευτή και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσόν των 10000 ευρώ ποσόν που κρίνεται εύλογο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο λοιπόν που έκρινε όμοια και επιδίκασε το ίδιο ποσόν στον ενάγοντα ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή επιδικάζοντας στον ενάγοντα το ως άνω ποσόν...".
4. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι οι αναφερόμενοι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, εναγομένου, είναι, για το πρόσωπο του αναιρεσίβλητου, ενάγοντα συκοφαντικοί και, στη συνέχεια, ν' απορρίψει την προβληθείσα ένσταση του αναιρεσείοντος, εναγομένου, από άρθρο 367 παρ. 1, περ.
γ' ΠΚ, περί διαφύλαξης δικαιώματος και δικαιολογημένου ενδιαφέροντός του, κρίνοντας, ότι η επικαλούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της συκοφαντικής δυσφήμησης, την οποία δέχθηκε ότι τέλεσε ο αναιρεσείων, εναγόμενος και ότι, εντεύθεν, προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι των άρθρων, 361-363 και 367 του ΠΚ και 10 της ΕΣΔΑ, (σε συνδυασμό με άρθρα 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ).
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο αναιρεσείων, μόλις πληροφορήθηκε τον αποκλεισμό του από το ψηφοδέλτιο του κόμματος ΠΑΣΟΚ, προέβη σε γραπτές δηλώσεις, τις οποίες διένειμε σε πλήθος πολιτών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αλλά και στα μέσα ενημέρωσης του Ν.
Μαγνησίας, στις οποίες ανέφερε ότι νίκησε η διαπλοκή του αναιρεσιβλήτου, του ξενόφερτου και εγκάθετου εκπροσώπου των μεγαλοσυμφερόντων των Αθηνών, ότι ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάστηκε, ενορχηστρώθηκε και εκτελέστηκε ο αποκλεισμός του από τον αναιρεσίβλητο,καθώς και ο χρονικός προγραμματισμός αυτής της εκτελέσεως προδίδουν αντιλήψεις νονού της πολιτικής νύχτας, επενδύουν σε μαφιόζικες πρακτικές του παρελθόντος, ότι ο αποκλεισμός του οφείλεται σε ένα οργανωμένο έγκλημα, το οποίο σχεδιάστηκε, ενορχηστρώθηκε και εκτελέστηκε από τον αναιρεσίβλητο σε συνεργασία με ντόπιους βοηθούς εκπληρώσεως, η μεθόδευση προδίδει λογικές νονού της πολιτικής νύχτας, επενδύοντας στις πιο μαύρες, μαφιόζικες και απαξιωμένες στη συνείδηση των πολιτών αντιδημοκρατικές πρακτικές είναι φαινόμενα που εκπορεύονται από συγκεκριμένα συμφέροντα των Αθηνών και ότι ο αναιρεσίβλητος συνέχιζε να πορεύεται στο δρόμο των παρασκηνίων, της συνωμοσίας, της ίντριγκας, των βυζαντινισμών, με τις δηλώσεις δε αυτές ο αναιρεσείων διέδωσε ψευδή δυσφημηστικά γεγονότα για τον αναιρεσίβλητο, τον οποίο εμφάνιζε ως πολιτικό πρόσωπο διαπλεκόμενο και ανήθικο, εν γνώσει της αναληθείας αυτών, με σκοπό να βλάψει την τιμή, την υπόληψή του και την πολιτική του πορεία, οι περιεχόμενοι δε στις ως άνω δηλώσεις χαρακτηρισμοί του αναιρερισβλήτου συνδέονται άμεσα με γεγονότα προσδιοριστικά της συμπεριφοράς του.
Εξάλλου, με όλα τα παραπάνω που δέχθηκε το Εφετείο, στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης, διέλαβε σαφείς, πλήρως εμπεριστατωμένες και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος-εναγομένου, με την μορφή της συκοφαντικής δυσφήμησης, την υπαιτιότητά του με το στοιχείο του δόλου και την έκταση της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 361-363 του ΠΚ και 10 της ΕΣΔΑ, καθώς και για την μη συνδρομή των όρων της διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 περ.
γ' ΠΚ, περί άρσης του αδίκου ένεκα δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, στην οποία διάταξη στήριξε την σχετική ένστασή του ο εναγόμενος - αναιρεσείων, αφού δέχθηκε ότι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος συνιστούν συκοφαντική δυσφήμηση και, σύμφωνα με το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ, η παρ. 1 του ίδιου άρθρου δεν εφαρμόζεται.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. 5. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ.
β') και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016). Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 855/2022, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 855/2022).
Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 99/2016).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ. 2 εδ. β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενο του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 686/2021). Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν σημαίνει και ότι ο κανόνας είναι δημοσίας τάξεως, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως, αφού στην έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνονται οι κανόνες με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι παραδεκτοί το πρώτο στον Άρειο Πάγο εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που τους στηρίζουν προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 93/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του αριθ. 8(και όχι και του αριθ. 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος α) ότι παρασύρθηκε στην πράξη του από δικαιολογημένη αγανάκτηση εξαιτίας της προηγούμενης συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 361 παρ. 3 σε συνδ.
με άρθ. 308 παρ. 3 του ΠΚ, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο), β) ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 84 παρ. 2γ του ΠΚ), που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος κατ' άρθρο 300 του ΑΚ, επιπροσθέτως η ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος μπορεί να οδηγήσει σε απόκρουση της αγωγής λόγω καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός αναφορικά με τον ισχυρισμό περί δικαιολογημένης αγανάκτησης, ο οποίος προτάθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως, είναι αβάσιμος διότι σύμφωνα με τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ο αναιρεσείων προέβη στη διάδοση ψευδώς δυσφημιστικών γεγονότων για τον αναιρεσίβλητο εν γνώσει της αναληθείας αυτών, με σκοπό να βλάψει την τιμή, την υπόληψη και την πολιτική πορεία του, δηλαδή τέλεσε την πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συνεπώς δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 361 παρ. 3 ΠΚ.
Ο ίδιος λόγος αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί ανάρμοστης συμπεριφοράς του παθόντος και καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος είναι απαράδεκτος, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι ο μεν πρώτος ισχυρισμός προβλήθηκε το πρώτον με την έφεση, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ο δε δεύτερος ισχυρισμός προβλήθηκε το πρώτον με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. 6.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1864/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των επίδικων αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 855/2022,ΑΠ 455/2014). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008). Το ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι τούτο έχει και η μη αξιολόγησή του και σύγκρισή του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα δεν ιδρύει τον από τον αρ. 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 855/2022,ΑΠ 2103/2017). Με το τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι δεν έλαβε υπόψη του, αν και με τις προτάσεις που είχε καταθέσει είχε επικαλεστεί και προσκομίσει την υπ' αριθμ. 275/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάστηκε για συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση, απλή και διά του τύπου, σε βάρος του αναιρεσιβλήτου με τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου, ότι ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος και της ειλικρινούς μεταμέλειας.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων πράγματι, με τις από 23-11-2017 προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, δικάζοντος επί της έφεσής του κατά της 5/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ως αποδεικτικό μέσο, εκτός των άλλων, και την επικαλούμενη απόφαση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, από την βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη εκτός των άλλων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, αλλά και το τελικό αποτέλεσμα της κρίσης του, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και την 275/2015 ποινική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να καθίσταται αναγκαία και η ειδική αναφορά και αξιολόγηση του περιεχομένου αυτής της αποφάσεως.
7. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-1-2019 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 365/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ