Supreme Court dismisses appeal for failure to cite substantive law regarding monthly allowance calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court decision denying a monthly allowance to heirs. The State argued the appellate court erred by not explicitly calculating the specific allowance based on total income components. The court rejected this claim because the appeal document failed to cite the specific substantive law rule regarding the allowance's application.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground under Article 559(19) of the Code of Civil Procedure is inadmissible unless the appeal document explicitly cites the substantive law rule whose application lacks a legal basis in the contested decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1130 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1130/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου – Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αφροδίτης Καρούκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων:
1) Μ. Α. του Α.,
2) Α. Α. του Μ.,
3) Δ. Α. του Α.,
4) Μ. Α. - Ζ. του Ι.,
5) Χ. Α. του Σ.,
6) Β. Α. του Ι.,
7) Γ. Α. του Μ.,
8) Μ. Α. του Ε.,
9) Α. Α. του Γ.,
10) Μ. Α. του Κ.,
11) α)Σ. Α. του Γ., β) Γ. Α. του Σ., γ) Λ. Α. του Σ., δ) Β. Α. του Σ., ε) Β. Α. του Σ. και στ) Α. Α. του Σ., ως νόμιμων αποκλειστικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Α. Α. του Λ., που απεβίωσε την 18.06.2019, σύμφωνα με την από 28.01.2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιαρχείου Δημοτικής Ενότητας ... Αττικής και το από 18.12.2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ...-..., οι οποίοι διέταξαν τη βίαιη διακοπή και την συνέχιση της δίκης,
12) Α. Β. του Λ.,
13) Ε. Β. του Γ.,
14) Β. Β. του Κ.,
15) Σ. Β. του Σ.,
16) Μ. Β. -Γ. του Σ.,
17) Ε. Β. του Δ.,
18) Α. Β. του Κ.,
19) Ε. Β. του Κ.,
20) Π. Β. -Ζ. του Γ.,
21) Φ. Β. του Ι.,
22) Ε. Β. - Τ. του Β.,
23) Σ. Γ. του Ν.,
24) Σ. Γ. του Κ.,
25) Α. Γ. του Α.,
26) Σ. Γ. του Χ.,
27) Μ. Γ. του Δ.,
28) Π. Γ. του Φ.,
29) Σ. Γ. (αντί του λανθασμένου Γ.) του Α.,
30) Ό. Γ. του Χ.,
31) Β.- Γ. του Π.,
32) Ά. Γ. του Δ.,
33)Μ. Γ. του Γ.,
34) Λ. Γ. του Κ.,
35) Ε. Γ. του Α.,
36) Α. Γ. του Η.,
37) Μ. Γ. του Γ.,
38) Α. Γ. του Κ.,
39) Α. Γ. του Σ., όπως παραστάθηκε,
40) Β. Γ. του Π.,
41) Μ. Γ. του Δ.,
42) Κ. Δ. του Γ.,
43) Κ. Δ. του Δ.,
44) Α. Δ. του Χ.,
45) Ε. Δ. του Ι., όπως παραστάθηκε,
46) Π. Δ. -Τ. του Γ.,
47) Σ. - Φ. Ε. του Ι.,
48) Α. Ζ. του Σ.,
49) Ε. Ζ. του Ε.,
50) Σ. Ζ. του Κ.,
51) Σ. Ζ. του Ε.,
52) Ε. Ζ. του Σ.,
53) Ά. Ζ. του Γ. και
54) Χ. Ζ. του Χ.,
όλων κατοίκων Αθηνών, που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Βασιλείου, ο οποίος δήλωσε τα ανωτέρω και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.06.2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1269/2011 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3619/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 5-12-2014 αίτησή τους και το ήδη αναιρεσείον με την από 20-2-2015 αίτησή του. Αφού συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η 966/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 4530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητά το αναιρεσείον με την από 27-12-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου – Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την ένδικη από 27.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης Εφετείο Αθηνών 454/41/16.1.2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015)] υπ’ αριθμ. 4530/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσία η από 24.11.2011 και με αριθμ.
κατάθεσης 8376/2011 έφεση του εναγομένου – εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Εκκαλούμενη, με την από 24.11.2011 έφεση, ήταν η 1269/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 10.06.2009 (αριθμός έκθεσεως καταθέσεως 110448/3081/22.6.2009) αγωγής των ήδη αναιρεσίβλητων κατά του ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε την αγωγή μερικώς στην ουσία.
Η υπ’ αριθμ. 4530/2019 οριστική απόφαση (προσβαλλόμενη) εκδόθηκε μετά την αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθμ. 3619/2014 απόφασης του ίδιου ως άνω εφετείου, με την υπ' αριθμ. 966/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η τελευταία (966/2018 απόφαση) εκδόθηκε επί των αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης (α) - από 20.02.2015 του (και ήδη) αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου και (β) - από 05.12.2014 των (και ήδη) αναιρεσίβλητων.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
(Ι). Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ. 1δ ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατ’ άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και στη δίκη της αναίρεσης, προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος πεθάνει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατός του επήλθε μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση τότε, εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων και η γνωστοποίηση του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες, εκτός από την τυχόν έκδοση απόφασης.
Η διακοπή δηλαδή της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση δεν επέρχεται διακοπή της δίκης και η απόφαση, που εκδίδεται, είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 102/2020).
Αν ο θάνατος επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης, οπότε εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ’ αυτής απόφασης, όταν δηλαδή δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε επομένως στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται από τον αντίδικο του θανόντος πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του θανόντος, απευθυνόμενο δε, κατά του τελευταίου (θανόντος), είναι άκυρο υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναίρεσης, είχε λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αίτηση αναίρεσης.
H αναίρεση που απευθύνεται κατά του θανόντος χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του θανόντος αναιρεσίβλητου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 1165/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτά κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκοπούμενα, τα πρακτικά της συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η κρινόμενη από 27.12.2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε ως άνω την 16.01.2020, με τη σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της 41/2020 πράξης κατάθεσης (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), απευθύνεται, μεταξύ άλλων, και κατά της Α.
Α. (ενδέκατης αναιρεσίβλητης), ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Η ως άνω αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από το από 20.11.2020 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξίαρχου του Δ.Ε. ..., Δήμου ..., απεβίωσε την 18.6.2019, ήτοι πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, και άφησε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, α) το σύζυγό της Σ.
Α. του Γ. και τα τέκνα της: β) Γ. Α. του Σ., γ) Λ. Α. του Σ., δ) Β. Α. του Σ., ε) Β. Α. του Σ. και στ) Α. Α. του Σ. . Η ιδιότητα αυτή των τελευταίων προκύπτει από: α) το με ημερομηνία 18.12.2020 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ... - ..., β) τα υπ’ αριθμ. 3793/11.1.2021, 117/19.1.2021, 241/9.2.2021, 50/14.1.2021, πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, από τα οποία προκύπτει η μη δημοσίευση διαθήκης με στοιχεία διαθέτη:
Α. Α., γ) τα υπ’ αριθμ. …/10.1.2021, …/26.1.2021, …/23.12.2020, …/28.12.2020 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί μη αποποιήσεως, δ) τα υπ’ αριθμ. .../2020, .../2020, .../2020, .../2021 πιστοποιητικά του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος και ε) τα υπ’ αριθμ. .../2021, .../2021, .../2021 και .../2021 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης της θανούσης Α.
Α. συζ. Σ.. Προκύπτει δηλαδή από τα ως άνω έγγραφα ότι δεν υπήρξε δημοσίευση διαθήκης της ως άνω αποβιώσασας αναιρεσίβλητης ούτε υπήρξε αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος ή αποποίηση της κληρονομιάς της παραπάνω αποβιωσάσης εκ μέρους των πιο πάνω συγγενών της. Εξάλλου, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προέκυψε γνωστοποίηση του θανάτου της εν λόγω αναιρεσίβλητης κατά το προ της άσκησης της αίτησης αναίρεσης χρονικό διάστημα στο αναιρεσείον, εκ τούτου δε, συνάγεται ότι το τελευταίο δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου της παραπάνω διαδίκου πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, η οποία επομένως στρεφόμενη και κατ' αυτής είναι έγκυρη και ισχυρή.
Επομένως, νομίμως, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχείο (Ι) νομική σκέψη, οι ανωτέρω κληρονόμοι της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου (ενδέκατης αναιρεσίβλητης) δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτήν πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βασιλείου, το θάνατο της εν λόγω αναιρεσίβλητης και την εκουσία στο όνομά τους επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης και, αφού δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων της θανούσας ενδέκατης αναιρεσίβλητης, η διακοπείσα δίκη παραδεκτά και νόμιμα συνεχίζεται από αυτούς (Σ.
Α., Γ. Α., Λ. Α., Β. Α., Β. Α. και Α. Α.).
(ΙΙ). Κατά τα άρθρα 118 αριθμός 3, 119, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο (δικόγραφο) της αναίρεσης πρέπει να περιέχει (και) το επώνυμο των διαδίκων - φυσικών προσώπων ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους. Η τυχόν εσφαλμένη αναγραφή του στοιχείου του επωνύμου, εφ’ όσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του διαδίκου - φυσικού προσώπου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου της αναιρέσεως (ΑΠ 175/2007).
Εν προκειμένω, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αναγράφεται το επώνυμο της αναιρεσίβλητης υπό τον αριθμό 29, ως «Σ. Γ. του Α.». Εν τούτοις, από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, σε συνδυασμό προς τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, προκύπτει ότι η λέξη «Γ.» ως επώνυμο, είναι ορθώς «Γ.», όπως και η αναιρεσίβλητη αυτή ισχυρίζεται, με το από 14.5.2021 έγγραφο "υπόμνημά" της, στο παρόν Δικαστήριο. Παρά την εσφαλμένη, από προφανή παραδρομή, αναγραφή στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα της συγκεκριμένης διαδίκου. Έτσι και κατά τα γενόμενα δεκτά στην υπό στοιχείο (ΙΙ) νομική σκέψη, δεν δημιουργείται ακυρότητα του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως και η αναιρεσίβλητη αυτή στο εξής προσδιορίζεται, με το ορθό επώνυμο «Σ. Γ. του Α.».
(ΙΙΙ). - Με το άρθρο 14, υπό τον τίτλο «Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών» του ν. 3016/2002 «Για την εταιρική διακυβέρνηση θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 110), ορίσθηκαν τα εξής:
«1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.
2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγουμένης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.
4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. [...]
5. [...].
6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002».
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν, εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν, περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Περαιτέρω, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 καθώς και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που λάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό, ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (ΟλΣτΕ 95/2013).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, επίσης, ότι η παροχή των 176 ευρώ συνιστά «ειδική παροχή», καταβαλλόμενη υπό προϋποθέσεις σε χαμηλόμισθους υπαλλήλους και όχι γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης και αμείβονται σύμφωνα με αυτό, εξομοιούμενη με μισθό.
Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σε αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 3205/2003 «μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις», καταργήθηκε από 01.01.2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού) εκτός των άλλων, «το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του».
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιονδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 24 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, « [...] ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου […]. Μετά την 31.12.2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που •συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις [...]».
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 01.01.2004, οι οποίοι ελάμβαναν ήδη μέχρι την 31.12.2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005 (ΦΕΚ Α' 96), με τον τίτλο «Εισοδηματική πολιτική έτους 2005» [κεφάλαιο Β], που ορίζει ότι «Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 01.01.2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 01.01.2005», προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση, ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1.1.2004, σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών, στην οποία οι υπάλληλοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στους υπαλλήλους των Υπηρεσιών αυτών, διότι αν οι τελευταίοι υπάλληλοι λαμβάνουν την προσωπική διαφορά, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι, να μη λαμβάνουν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή (αλλά και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης μετά από εκτίμηση των δημοσιονομικών συνθηκών), οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 01.01.2005, ούτε και με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015).
Επομένως για τη χορήγηση της πιο πάνω ειδικής παροχής των 176 ευρώ δεν αρκεί το γεγονός ότι αυτή χορηγείται σε υπαλλήλους της ιδίας υπηρεσίας προσαυξάνοντας τις αποδοχές τους, ούτε η υπαγωγή των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, εφόσον η παροχή αυτή παρέχεται μόνο, εάν η Διοίκηση, ασκώντας τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002.
Επί πλέον για την επιδίκαση αυτής απαιτείται αφενός μεν, οι ενάγοντες να μην λαμβάνουν τόσον αυτοί, όσο και οι υπάλληλοι της υπηρεσίας στην οποία μετατάχθηκαν ή διορίσθηκαν οποιαδήποτε πρόσθετη παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των 176 ευρώ, αφετέρου δε και ειδικότερα για τους διορισθέντες ή μεταταχθέντες μετά την 1.1.2004 σε υπηρεσίες του Δημοσίου να διαλαμβάνεται παραδοχή ότι η παροχή αυτή, (υπό την προϋπόθεση ότι είχε χορηγηθεί νομίμως κατά τα ήδη προαναφερθέντα) είχε διατηρηθεί και εξακολούθησε να καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά στο προσωπικό της υπηρεσίας, όπου διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν οι ενάγοντες (ΑΠ 1066/2019, ΑΠ 966/2018).
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των (προισχυσάντων) άρθρων 579 παρ. 1, 580, 581 παράγραφο 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.
Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 332 ΚΠολΔ), εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.
Αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της αποβάλλει την ισχύ της, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική απόφαση κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού (διατακτικού) την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους. (ΟλΑΠ 27/2007).
Με την αναίρεση της απόφασης, στο μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έφεση, αγωγή κ.λπ.
Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του εφετείου και δεν πρόκειται για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί από το εφετείο. Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται για ορισμένη παράβαση, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν κεφάλαιο επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 679/2011).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθμός 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4, 581 παρ. 2 και 579 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ. δεν ακολούθησε όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου αναιρέσεως. Το νομικό ζήτημα μπορεί ν' ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς ν’ αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά.
Συνεπώς, δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση ή όταν τούτο αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς, η επί της οποίας κρίση άλλωστε είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 923/2017, ΑΠ 556/2011, ΑΠ 906/2009, ΑΠ 201/2009).
Στην υπ’ αριθμ. 966/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η (προηγούμενη) υπ’ αριθμ. 3619/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του περιεχομένου της, αναφέρονται τα εξής (σελίδες 31-34, 39-40):
«| Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες ζήτησαν με την αγωγή τους, κατά το σχετικό αίτημα αυτής, την επιδίκαση στην καθεμία από αυτές ολόκληρου του ποσού της ειδικής παροχής από 88 ευρώ μηνιαίως από 01.01.2002 και από 176 ευρώ μηνιαίως για τον μετά την 01.07.2002 χρόνο, επικαλούμενες απλώς τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας υπ’ αριθμό 2/32172/0022/4.7.2002 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 870) με την οποία προβλέφθηκε η καταβολή μηνιαίας ειδικής παροχής ύψους (από 01.01.2002) 88 ευρώ και (από 01.07.2002) 176 ευρώ, μεταξύ άλλων, στους διοικητικούς υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 «Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις» (ΦΕΚ Α' 40), του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν. 3205/2003 για τη διατήρηση αυτής ως προσωπικής διαφοράς στους υπαλλήλους στους οποίους αυτή καταβαλλόταν και του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005 για τη χορήγηση αυτής από 01.01.2005 και σε διοριζομένους ή μετατασσομένους μετά την 01.01.2004 υπαλλήλους σε υπηρεσίες, όπου αυτή διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά.
Επί του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος, η (τότε προσβαλλόμενη) υπ’ αριθμ. 3619/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες, υπαγόμενες και αμειβόμενες σύμφωνα με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου, δικαιούνται να λάβουν, για το αναφερόμενο στην απόφαση χρονικό διάστημα (2004-2008), μεταξύ άλλων και την διαφορά μεταξύ της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 από 176 ευρώ μηνιαίως και του κινήτρου απόδοσης ύψους 86 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό κατηγορίας ΥΕ (άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 3205/2003) και ύψους 57 ευρώ μηνιαίως για το ίδιας κατηγορίας προσωπικό από 01.01.2008 (άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3670/2008), εφόσον από μισθολογικής άποψης δικαιούνται των αποδοχών που προβλέπονται στο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς, την δε παροχή αυτή ελάμβαναν οι συνάδελφοί τους στην ίδια υπηρεσία.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που επιδίκασε τμήμα της πιο πάνω παροχής των 176 ευρώ, μετά από αφαίρεση δηλαδή από το ποσό αυτό του κινήτρου απόδοσης, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 Ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005 τις οποίες παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.
Και τούτο γιατί, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή, μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται εάν η Διοίκηση ασκήσει νομίμως την διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 Ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μην λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ.
Διέλαβε δε, στην 3619/2014 στην (προσβαλλόμενη) απόφαση, ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Και τούτο διότι, ουδόλως εκτίθενται τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά, που απαιτούνται για την υπαγωγή των αναιρεσιβλήτων στις διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 και ειδικότερα δεν διέλαβε στο σκεπτικό του σε ποιες κατηγορίες υπαλλήλων της ιδίας Υπηρεσίας του αναιρεσείοντος επεκτάθηκε η παροχή αυτή και υπό ποίες συνθήκες και όρους ούτε αν είχε προβλεφθεί ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, ούτως ώστε να κριθεί εάν η σχετική ΚΥΑ (η οποία μάλιστα δεν προσδιορίζεται στην 3619/2014 απόφαση) είχε εκδοθεί νόμιμα και εντός της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης, ενώ δεν διευκρινίζεται εάν οι αναιρεσίβλητοι λαμβάνουν και άλλου είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές (πλην του αφαιρεθέντος κινήτρου απόδοσης από 86 και 57 ευρώ), ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, ούτε ότι η ανωτέρω παροχή εξακολούθησε να καταβάλλεται νομίμως σε υπαλλήλους (και ποίας κατηγορίας) ως προσωπική διαφορά και μετά την 31.12.2003 στην Υπηρεσία, όπου τοποθετήθηκαν οι αναιρεσίβλητοι.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος (της από 20.2.2015 αιτήσεως) αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει) είναι βάσιμος|».
Στη συνέχεια, «κατά μερική παραδοχή της από 20.02.2015 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου», αναιρέθηκε η υπ' αριθμ. 3619/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, «κατά το πληττόμενο, με τον τέταρτο, λόγο αναίρεσης, κεφάλαιο, που αναφέρεται στην επιδίκαση της «ειδικής παροχής των 176 ευρώ», για ολόκληρο το διάστημα που επιδικάσθηκε για την αιτία αυτή η σχετική παροχή" και, ακολούθως, η υπόθεση παραπέμφθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών. Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο παραπομπής, στο οποίο επανεισήχθη η υπόθεση νομίμως, εξέδωσε επί της υποθέσεως την ήδη προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 4530/2019 απόφασή του, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 24.11.2011 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικότερα, το εφετείο, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του την οποία, κατά περιεχόμενο, ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), αφού εκτίμησε τις αποδείξεις, δέχθηκε, ανελέγκτως τα εξής:
«||Με τη με αριθμό κατάθεσης 110448/3081/2009 αγωγή τους οι ενάγουσες (ήδη αναιρεσίβλητες) ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) να καταβάλει στην καθεμία από αυτές για τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007 και 2008 τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, αφού προηγουμένως είχαν αφαιρέσει τα ήδη καταβληθέντα από το εναγόμενό σ' αυτές ποσά για το μετά την κατάταξή τους σε οργανική θέση αορίστου χρόνου διάστημα, συγκεκριμένα δε, τον αντιστοιχούντα σε ετήσια βάση βασικό μισθό του κλιμακίου στο οποίο είχαν καταταγεί, το κίνητρο απόδοσης, στην ειδική παροχή των 176 ευρώ, το επίδομα γάμου, το επίδομα αδείας και τα δώρα εορτών, όπως ρητά αναφέρεται στην αγωγή τους.
Συγκεκριμένα, στη σελίδα 49 της αγωγής, υποσημείωση 5, αναφέρεται επί λέξει: «Μετά την κατάταξή μας σε θέση αορίστου χρόνου, αφαιρούμε ειδικότερα τα κονδύλια που λάβαμε που αντιστοιχούν σε ετήσια βάση στο βασικό μισθό του κλιμακίου που είχαμε καταταγεί, το κίνητρο απόδοσης, την ειδική παροχή των 176 ευρώ, το επίδομα γάμου και τα δώρα εορτών και επίδομα αδείας».
Επομένως, το κονδύλι της ειδικής παροχής των 176 ευρώ δεν αποτέλεσε μέρος του αιτήματος της κρινόμενης αγωγής για το μετά την κατάταξη των εναγουσών σε οργανικές θέσεις εργασίας χρόνο και, για το λόγο αυτό, το σχετικό κονδύλιο δεν επιδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το εν λόγω χρονικό διάστημα, ελλείψει σχετικού αιτήματός.
Επίσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε αμετάκλητα ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη για το διάστημα πριν από την κατάταξη των εναγουσών σε οργανικές θέσεις και ότι επομένως, οφείλονταν διαφορές μισθολογικών κλιμακίων μόνο για το χρονικό διάστημα από την κατάταξη καθεμίας ενάγουσας σε θέση αορίστου χρόνου μέχρι το έτος 2008, για το οποίο (διάστημα) οι ενάγουσες λάμβαναν βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176 ευρώ (βλ.
σελ. 18 της εκκαλουμένης) και για το οποίο δεν υφίστατο, όπως προεκτέθηκε σχετικό αίτημα στην αγωγή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη επιδίκασε στις ενάγουσες - (αναιρεσίβλητες) για το μετά την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις χρονικό διάστημα τα αιτούμενα με την αγωγή τους ποσά, στα οποία, ωστόσο, δεν περιλαμβάνονταν η ειδική παροχή των 176 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, με αποτέλεσμα η κρινόμενη έφεση, αναφορικά με την εν λόγω ειδική παροχή, να τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω έλλειψης αντικειμένου||».
Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον με την 4530/2019 προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι στις επιδικασθείσες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο διαφορές δεν περιλαμβάνονταν η ειδική παροχή των 176 ευρώ, καθόσον το κονδύλιο αυτό δεν αποτέλεσε μέρος του αιτήματος της κρινόμενης αγωγής για το μετά την κατάταξη των εναγουσών σε οργανικές θέσεις εργασίας χρόνο, ενώ όσον αφορά το διάστημα πριν από την κατάταξη των εναγουσών σε οργανικές θέσεις είχε κριθεί, αμετακλήτως, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προς την αναιρετική και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, όπως εκτέθηκε, στην υπό στοιχείο (ΙΙΙ) μείζονα σκέψη, δεν υπάρχει μη συμμόρφωση, όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη, όπως εν προκειμένω, του νομικού ζητήματος που έδωσε λαβή στην αναίρεση.
(IV). Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ) και προϋποθέτει, εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 19/2010). «Πράγματα», κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής, κύρια ή επικουρική και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων, περιστατικά. Δεν στοιχειοθετείται, πάντως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη του ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό διότι η απόρριψη σημαίνει ότι ο ισχυρισμός λήφθηκε υπ' όψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 797/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ’ αμφότερα τα σκέλη αυτού, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, επικαλούμενο ότι το εφετείο της παραπομπής δεν έλαβε υπ’ όψη τον «ισχυρισμό» του ότι η επίμαχη ειδική παροχή των 176 ευρώ συμπεριλαμβανόταν στο ποσό που αιτήθηκαν οι (ενάγουσες) αναιρεσίβλητες και συγκεκριμένα ότι στις αποδοχές που εδικαιούντο να εισπράξουν από το ίδιο (αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο) περιλαμβανόταν η ως άνω ειδική παροχή.
Όπως, όμως, προκύπτει από τις πιο πάνω παραδοχές της 4530/2019) προσβαλλόμενης απόφασης, το εφετείο δέχεται ότι οι (αναιρεσίβλητες) - ενάγουσες, με την επισημείωση (5) στη σελίδα (49) του δικογράφου της αγωγής τους, αφαιρούν μετά την κατάταξή τους τα κονδύλια που έλαβαν και αντιστοιχούν σε ετήσια βάση στο βασικό μισθό του κλιμακίου που είχαν καταταγεί, το κίνητρο απόδοσης, την ειδική παροχή των 176 ευρώ, το επίδομα γάμου και τα δώρα εορτών και επίδομα αδείας και, συνεπώς, το κονδύλι της ειδικής παροχής των 176 ευρώ δεν αποτέλεσε μέρος του αιτήματος της κρινόμενης αγωγής για το μετά την κατάταξη των εναγουσών σε οργανικές θέσεις εργασίας χρόνο και για το λόγο αυτό το σχετικό κονδύλιο δεν επιδικάσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το εν λόγω χρονικό διάστημα, ελλείψει σχετικού αιτήματός.
Επίσης, το εφετείο δέχεται ότι με την προηγούμενη υπ’ αριθμ. 3619/2014 απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κρίθηκε αμετακλήτως ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη για το διάστημα πριν από την κατάταξη των εναγουσών σε οργανικές θέσεις και ότι, επομένως, οφείλονταν διαφορές μισθολογικών κλιμακίων μόνο για το χρονικό διάστημα από την κατάταξη καθεμίας ενάγουσας σε θέση αορίστου χρόνου μέχρι το έτος 2008, για το οποίο (διάστημα) οι ενάγουσες λάμβαναν βασικό μισθό, κίνητρο απόδοσης, οικογενειακό επίδομα και ειδική παροχή 176 ευρώ.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (IV) νομική σκέψη, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, σε κάθε περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται κατ' αμφότερα τα σκέλη του διότι το εφετείο απέρριψε τον «ισχυρισμό» αυτό του αναιρεσείοντος και η απόρριψή του σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπ' όψη, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός.
(V) Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση απόφασης, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση, ιδρύεται (και) όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τους, η οποία αποκλείει την εφαρμογή του κανόνα αυτού ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/1999). Ιδρύεται, έτσι, ο συγκεκριμένος λόγος, μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρεται (και) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον προσάπτει στην 4530/2019 προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενο ότι το Εφετείο «δεν αιτιολόγησε νομίμως την κρίση του ότι δεν επιδικάσθηκε με την πρωτόδικη απόφαση στις αναιρεσίβλητες το κονδύλι της ειδικής παροχής των 176 ευρώ μηνιαίως, αλλά αρκέσθηκε στον συλλογισμό ότι η μη συμπερίληψη, ρητά, στο αιτητικό της αγωγής, σχετικού αιτήματος, απέκλειε, άνευ ετέρου, την επιδίκασή του» καθώς και ότι το «εφετείο όφειλε, προκειμένου να αιτιολογήσει νομίμως την ανωτέρω παραδοχή του, να παραθέσει, κατά ποσό και είδος (βασικό μισθό, επιδόματα, δώρα κ.α.) τις αποδοχές, που κρίθηκε ότι εδικαιούοντο οι παραπάνω ώστε να καταστεί δυνατό να διακριβωθεί, εάν σε αυτές συμπεριλήφθη ή μη η ειδική παροχή».
Ο λόγος αυτός, όπως έγινε δεκτό στην υπό στοιχείο (V) νομική σκέψη, είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος διότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με τη εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της 4530/2019 αποφάσεως.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Η δικαστική δαπάνη ορίζεται μειωμένη στο συνολικό ποσό των (300) ευρώ, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία του Ελληνικού Δημοσίου (Αφροδίτη Καρούκη) – μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους [άρθρα 106, 191 παρ. 2, 183, 176 ΚΠολΔ, 480 ΑΚ, 22 ν. 3693/1957 (ΦΕΚ Α. 79), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 52 αριθμός 18 ΕισΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α. 200), 28 παρ. 5 ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α. 31) και την υπ' αριθμ. 134423/8.12.1992 (ΦΕΚ Β 11/20,1,1993) κοινή απόφαση των Υπ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.03.2019 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά των αναιρεσιβλήτων (και της με αριθμό (29) αναιρεσίβλητης υπό το ορθό επώνυμο «Σ. Γ. του Α.») για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4530/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων εκ τριακοσίων (300) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22 Ιουνίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23 Σεπτεμβρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ