Supreme Court dismisses appeal against conviction for issuing a dishonored check, rejecting claims of insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for issuing a dishonored check, ruling that the lower court's reasoning was sufficient. The appellant argued the judgment lacked specific justification regarding his knowledge of the bank's lack of funds at the time of issuance. The court held that under the relevant law, the existence of intent is inherent in the circumstances of the crime and does not require separate detailed exposition in the judgment's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticle 79 of Law 5960/1933; Article 1 of Law 1325/1972: The crime of issuing a dishonored check is a typical offense where the subjective element of intent is presumed from the circumstances of the act, and the lower court's reasoning is valid if it establishes the objective elements and the existence of intent without requiring a separate detailed exposition of the specific knowledge of the payer's lack of funds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1130 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1130/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Απριλίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 2690/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Ιουλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 796/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", (κατά την αρχική του διατύπωση και πρό της αντικαταστάσεώς του με το άρθρο 1 του ν.δ.1325/1972) "εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο, της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή ή με εκατέρα των ποινών".
Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ.1325/1972 και ορίσθηκε ότι: "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν, α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, για δε την ύπαρξη του αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.
Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Άρα, για να είναι, δηλαδή, αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.
Όταν, συνεπώς, στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε εκ προθέσεως (εκ δόλου), σημαίνει ότι αυτός γνωρίζει και αποδέχεται όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα.
Ήτοι, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ’ αυτή και ειδική αναφορά σε "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, όπως απαιτούσε η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίηση της από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Σε σχέση μετά αποδεικτικά μέσα, δεν υπάρχει ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους, ούτε αναφοράς των όσων προέκυψαν από καθένα, πρέπει όμως να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο τούτων και όχι ορισμένα μόνον από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Η αιτιολογία τέλος της καταδικαστικής απόφασης, παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό της, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει, τα πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά, και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 2690/2015 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά την εκτίμηση, και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα κάτωθι: "Στη ... Θεσσαλονίκης, στις 5-10-2008, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με επωνυμία "...", εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής, και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ... επιταγή, ποσού 17.042,50ευρώ, σε διαταγή "....", προς την Τράπεζα Αττικής, (Υποκατάστημα ...), η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 9-10-2008 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αρίθμ. ... λογαριασμό της προαναφερόμενης εταιρείας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, γεγονός το οποίο ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της ως άνω εταιρίας οπωσδήποτε γνώριζε.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης, να του αναγνωριστεί όμως το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων (άρθρο 84§2γ ΠΚ), καθόσον αποδείχθηκε ότι στην μη πληρωμή της επίδικης επιταγής ωθήθηκε από αίτια μη ταπεινά, αφού η επιχείρηση του επλήγη από τη νόσο των χοίρων, οι οφειλέτες της επιχείρησης του δεν πλήρωναν τις υποχρεώσεις τους, και σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση δεν μπόρεσε να καλύψει την επίδικη επιταγή." Ακολούθως κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο, του ότι :
Στη ... Θεσσαλονίκης, στις 5-10-2008, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με επωνυμία "...", εξέδωσε επιταγή μη πληρωθείσα από την πληρώτρια τράπεζα, στην οποία δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής, και κατά το χρόνο της πληρωμής αυτής, συγκεκριμένα, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ...
επιταγή, ποσού 17.042,50ευρώ, σε διαταγή "....", προς την Τράπεζα Αττικής, (Υποκατάστημα ...), η οποία εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 9-10-2008 και δεν πληρώθηκε γιατί στον υπ’ αρίθμ. ... λογαριασμό της προαναφερόμενης εταιρείας δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια". Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας, κατ’ αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 του ΠΚ και 79 παρ.1 του Ν.5960/1933 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ΝΔ 1325/1972) τις οποίες ορθά εφάρμοσε, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και έτσι, δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα: α)αναφέρεται στο αιτιολογικό ότι η ένδικη επιταγή εκδόθηκε δηλαδή υπογράφηκε στη θέση του εκδότη από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, ως νόμιμο εκπρόσωπο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και δεν απαιτείτο άλλος ειδικότερος προσδιορισμός ως προς την εν λόγω ιδιότητά του, β) εκθέτει τον χρόνο εκδόσεως της ένδικης επιταγής γ)την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή και την μη πληρωμή της, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων.
Η περαιτέρω αιτίαση ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας διότι υφίσταται απλή επανάληψη στο σκεπτικό της αποφάσεως του διατακτικού, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές, και εκτίθενται σ’ αυτό πλήρως και σαφώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων που εφάρμοσε.
Προς δε, η αιτίαση του αναιρεσείοντα, ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ελλιπής, διότι δεν εκτίθεται σ’ αυτή ότι γνώριζε την ανυπαρξία διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια Τράπεζα, κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της επίμαχης επιταγής, είναι αβάσιμη, αφού, όπως εκτίθεται ανωτέρω η αναφορά αυτή στη "γνώση", δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αιτιολογίας και ειδικότερα για την υποκειμενικά θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος.
Η ύπαρξη δε του στοιχείου του δόλου στο έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής ενυπάρχει στη θέληση της παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του. Ειδική αιτιολογία του δόλου απαιτείται αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, τέτοια όμως, πρόσθετα στοιχεία, μετά την κατά τ’ ανωτέρω τροποποίηση του άρθρου 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, δεν αξιώνονται (όπως προεκτέθηκε) επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.
Τέλος, δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, από το γεγονός ότι, ενώ κρίθηκε ένοχος για έκδοση της ως άνω επιταγής, στη συνέχεια αναγνωρίσθηκε σ’ αυτόν το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων, λόγω ταμειακής δυσχέρειας.
Συνεπώς, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχεία Δ και Ε του ΚΠοινΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως και ελλείψεως νόμιμης βάσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αριθμ.29/9-7-2015 αίτηση του Τ. Β. του Κ. για αναίρεση της με αριθμό 2690/2015 απόφασης του Β’ Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2016
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ