Legislator Case Law & Legislation
1130/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on damages but dismisses appeal on salary increase for public utility worker.

Case Number 1130/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a public utility worker's claim. The appellant argued for increased damages due to moral injury from denied leave, while the respondent contended the original assessment was correct. The court ruled that the appeal regarding the specific damages calculation was valid and required remittal, but dismissed the separate appeal concerning the salary increase for the years in question.

Legislator headnote

AI generated

Art. 520 para. 1 C.Pol.D.; Art. 522 C.Pol.D.; The Supreme Court must reject vague appeal grounds as inadmissible and remit cases for further examination where the appeal concerns a specific portion of the judgment that requires re-evaluation of facts or law.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remittal for re-examination inadmissible vague grounds public utility worker moral injury damages

Cited Legislation

AI generated
Art. 520 para. 1 C.Pol.D.
Art. 522 C.Pol.D.
Art. 580 para. 3 C.Pol.D.
Art. 178 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1130 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1130/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην…, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΔΕΗ ΑΕ), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αβραάμ Ιορδανίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2069/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5794/2013 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 11-11-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 11-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, κατά το άρθρο 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της εφέσεως, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή και του ίδιου του εκκαλούντος. Οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διατάξεως του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Οι αόριστοι λόγοι εφέσεως εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1709/2013, ΑΠ 297/2013, ΑΠ 864/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της ΔΕΗ, της οποίας καθολική εκ του νόμου διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, την από 23-2-2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενος σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ζητούσε, λόγω του ότι από υπαιτιότητα της εναγομένης δεν του χορηγήθηκε η άδεια αναπαύσεως για τα έτη 2003 - 2007, την καταβολή σ' αυτόν των αποδοχών άδειας των ετών αυτών και την αστική ποινή του 100% επ' αυτών, όλα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε έτους για το αντιστοίχως οφειλόμενο κεφάλαιο, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής.

Ζήτησε, επίσης, λόγω της επικαλούμενης σε βάρος του αδικοπραξίας, από τη συμπεριφορά της εναγομένης, την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα. Με τις προτάσεις ενώπιον του ως άνω πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο αναιρεσίβλητος ζήτησε τόκους επί των αιτουμένων με την αγωγή του τόκων.

Από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίφθηκε εν όλω η αγωγή, ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως της εναγομένης. Κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ασκήθηκε έφεση από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, με την οποία παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης και την αποδοχή της αγωγής του στο σύνολό της, καθώς και του αιτήματος για ανατοκισμό των αιτουμένων με την αγωγή τόκων.

Με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του ο αναιρεσίβλητος, εκφράζει το παράπονο ότι "η προσβαλλομένη έσφαλε στην κρίση της με την οποία δέχθηκε, ως μη έδει, ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη, διότι η εναγομένη (ΔΕΗ ΑΕ) δεν νομιμοποιείται παθητικά, αφού ο ΟΑΠ/ΔΕΗ και ήδη το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (ΤΑΥΤΕΚΩ), βαρύνεται με τη δαπάνη μισθοδοσίας του ενάγοντος, ο οποίος κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 2919/2001, υπηρετούσε στη Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ και αποσπάσθηκε αυτοδικαίως στον ΟΑΠ/ΔΕΗ, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ΤΑΥΤΕΚΩ και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη", στη συνέχεια δε του δικογράφου της εφέσεως παραθέτει τις διατάξεις του α.ν. 539/1945, το άρθρο 12 του ΚΚΠ/ΔΕΗ και των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, με βάση τις οποίες κατά την άποψή του δικαιούταν τα αιτούμενα με την αγωγή του ποσά.

Με αυτό το περιεχόμενο ο πρώτος αυτός λόγος εφέσεως, εκφράζει, όχι, βεβαίως, κατά τρόπο πανηγυρικό, αλλά, πάντως, με σαφήνεια, το παράπονο ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο των ανωτέρω διατάξεων απορρίφθηκε η αγωγή του, κατά τα αιτήματά της περί καταδίκης της εναγομένης σε καταβολή των αποδοχών αδείας και περί αναγνώρισης οφειλής της αστικής ποινής από τη μη χορήγησή της για την αναφερόμενη στην αγωγή χρονική διάρκεια, καθώς και στην καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ως απαράδεκτη.

Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένο το λόγο αυτό εφέσεως, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, όσον αφορά αυτό το λόγο της εφέσεως, είναι αβάσιμος.

2.Επειδή, κατά το άρθρο 556 ΚΠολΔ, "δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι, που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι κύρια, θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον.

Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει, κυρίως, από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασης. Βλάβη, εξάλλου, του διαδίκου υπάρχει, όταν, κατά κανόνα, απορρίπτονται μερικά ή ολικά οι προτάσεις του (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις) ή γίνονται μερικά ή ολικά δεκτές έναντι αυτού οι προτάσεις του αντιδίκου του.

Η βλάβη, δηλαδή, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Κατ' εξαίρεση και σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 556 παρ.2 ΚΠολΔ, αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, είτε με το να γίνει δεκτή η αγωγή του κλπ είτε με το να απορριφθεί αγωγή κλπ του αντιδίκου του, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, το οποίο κρίνεται σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και όταν ο διάδικος βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης και, ειδικότερα, όταν δημιουργείται από αυτές δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, οπότε δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση της αποφάσεως μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 226/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, προκύπτουν τα εξής: Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και εξέτασε την αγωγή, απέρριψε το με τις προτάσεις αυτού υποβληθέν αίτημα για καταβολή τόκων επί των αιτουμένων με την αγωγή τόκων.

Δηλαδή, ως προς το αίτημα αυτό η εναγομένη, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η αναιρεσείουσα, νίκησε. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι έσφαλε το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο δεύτερος λόγος εφέσεως είναι ορισμένος και να μη τον απορρίψει ως απαράδεκτο για το λόγο αυτό (αοριστία).

Με το δεύτερο λόγο εφέσεως ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, ως εκκαλών, παραπονέθηκε για την απόρριψη πρωτοδίκως του αιτήματός του περί ανατοκισμού. Το αίτημα αυτό, όπως προαναφέρθηκε, απορρίφθηκε και από το Εφετείο. Επομένως, κατά το μέρος του αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, για τη θεμελίωση του οποίου γίνεται επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, αφού η αναιρεσείουσα, ως νικήτρια διάδικος, ενόψει του ότι το σχετικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου, ως ενάγοντος και εκκαλούντος, απορρίφθηκε, δεν επικαλείται ειδικό έννομο συμφέρον για την εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

3.Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ.1 και 4 παρ.1 του α.ν. 539/ 1945, όπως η παρ.1 του άρθρου 4 τροπ. µε το άρθρο 4 παρ.15 του ν. 4504/1966 και 3 του ν.δ. 3755/1957, που ορίζουν, η πρώτη ότι "Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας ασκουμένας επί κέρδει, βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής φύσεως, διενεργείας μεταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της μορφής ή του χαρακτήρος (δημοσίου ή ιδιωτικού) της οργανώσεώς των, ως και εις τας επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ιδρύματα ή οργανισμούς ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγόμενα διά λογαριασμόν ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του Δημοσίου, εις σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχας", η δεύτερη ότι "1.

Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήση την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των, κατ' έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος.

Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις διά την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν διά την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν µετ' αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν, έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού" και η τρίτη ότι "επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτόν αυτού της νομίμου κατ' έτος αδείας του, υποχρεούται όπως, άμα τη λήξει του έτους, καθ' ο δικαιούται αδείας ο μισθωτός και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ημερών αδείας, ηυξημένας κατά 100%", συνάγεται ότι, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αδείας του μισθωτού, που απασχολείται σε επιχείρηση, εργασία κλπ, από τις αναφερόμενες στην πρώτη από τις πιο πάνω διατάξεις, δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής).

Για τη θεμελίωση, όμως, της αξίωσής του προς λήψη της ανωτέρω κατά 100% προσαύξησης, που έχει το χαρακτήρα ποινής, ισχύει χωρίς εξαίρεση για όλους τους εργοδότες και κατοχυρώνει όλους τους μισθωτούς, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθµό ελαφριάς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε.

Η πρόβλεψη της κύρωσης που θεσπίσθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και αφορά στην υποχρέωση του εργοδότη, ο οποίος αρνήθηκε τη χορήγηση στον εργαζόμενο της νόμιμης κατ' έτος άδειας μέχρι τη λήξη του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, εφαρμόζεται και στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγονται, επίσης, τα εξής: α) Εφόσον ο εργοδότης υποχρεούται προ της λήξεως του έτους να χορηγήσει την άδεια στο μισθωτό έστω και αν αυτή δεν ζητήθηκε, καθιστάμενος διαφορετικά ως προς τούτο υπερήμερος από το τέλος του έτους (ΟλΑΠ 40/2002, ΑΠ 1399/2013), σε περιπτώσεις κατά τις οποίες νομίμως ο μισθωτός απασχολείται κατά τη διάρκεια του έτους σε περισσότερους εργοδότες, όπως συμβαίνει σε συμβατικό δανεισμό της εργασίας με ειδικότερη συμφωνία να βαρύνεται με τη χορήγηση της άδειας και το μισθολογικό κόστος ο τρίτος ή σε εκ του νόμου δανεισμό με ειδικότερη ρύθμιση να φέρει ο τρίτος το μισθολογικό βάρος, σε δανεισμούς που δεν διαρκούν καθ' όλο το έτος υπόχρεος για χορήγηση της άδειας και φέρων το σχετικό μισθολογικό κόστος είναι ο εργοδότης στον οποίο απασχολείται ο μισθωτός κατά το τέλος του έτους, διότι προ της επελεύσεως του χρονικού αυτού σημείου δεν περιέρχεται ο εργοδότης σε υπερημερία περί τη χορήγηση της άδειας και, συνακόλουθα, δεν φέρει το αντίστοιχο μισθολογικό κόστος.

β) Δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, η μεταφορά των ημερών της προαναφερόμενης ετήσιας άδειας του τελευταίου, που δεν του χορηγήθηκαν από τον εργοδότη, στο επόμενο ή στα μεθεπόμενα έτη, με συνέπεια να είναι ανίσχυρη τέτοια συμφωνία και ο εργοδότης, ο οποίος δεν χορήγησε πλήρη την κανονική άδεια στο μισθωτό του, κατά τη διάρκεια του έτους που αυτή αφορά, να είναι υποχρεωμένος, από το τέλος του αντίστοιχου έτους, να καταβάλει σ' αυτόν τις αντίστοιχες προς τις ημέρες αυτές αποδοχές αδείας με προσαύξηση κατά 100%, μη δυνάμενος να εκπληρώσει τη συγκεκριμένη υποχρέωσή του προς το μισθωτό με τη χορήγηση σ' αυτόν των παραπάνω ημερών αδείας και το συμψηφισμό αυτών προς το ανύπαρκτο σύνολο συσσωρευμένων ημερών άδειας περασμένων ετών, που δεν του χορηγήθηκαν.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 651 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι "Αν κάτι άλλο δεν προκύπτει από τη συμφωνία ή από τις περιστάσεις, ο εργαζόμενος οφείλει να εκτελέσει αυτοπροσώπως την υποχρέωσή του και η αξίωση του εργοδότη στην εργασία είναι αμεταβίβαστη", σε συνδυασμό και προς τα άρθρα 361 και 648 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι είναι έγκυρη η συμφωνία με την οποία ο εργοδότης παραχωρεί σε άλλον εργοδότη την υπηρεσία του συνδεόμενου με αυτόν με σύμβαση εργασίας μισθωτού κατόπιν συναινέσεως τούτου, οπότε η σχέση αυτή στηρίζεται στη βούληση των τριών μερών και ο παραχωρήσας εργοδότης, εκτός διαφορετικής ειδικής συμφωνίας, είναι και ο μόνος υπόχρεος στην καταβολή του μισθού και τη χορήγηση αδείας αναψυχής, λόγω της μη μεταβολής της συμβάσεως εργασίας ως προς τις υποχρεώσεις αυτές έναντι του μισθωτού (ΑΠ 718/2013, ΑΠ 1125/2006).

4.Επειδή, με το ν. 2773/1999 "Απελευθέρωση αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κλπ διατάξεις", ενόψει της υποχρεωτικής απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, διαχωρίστηκε το διφυές νομικό πρόσωπο της ΔΕΗ σε δύο αυτοτελή νομικά πρόσωπα, ήτοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας (ΔΕΗ ΑΕ) και σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που θα λειτουργεί ως ασφαλιστικός φορέας του προσωπικού της (Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ, ΟΑΠ - ΔΕΗ).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 34 του εν λόγω νόμου, του οποίου η ισχύς άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 44 αυτού, από 22-12-1999, ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "1. Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (ΟΑΠ - ΔΕΗ)", το οποίο έχει την έδρα του στην Αθήνα και σκοπό την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ), όπως αυτή υφίσταται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και των θυγατρικών της εταιρειών, καθώς και των τυχόν διαδόχων της, ως προς την επιχειρηματική δραστηριότητα που αυτή ασκεί, σε περίπτωση μεταβολής, με οποιονδήποτε τρόπο, της νομικής της μορφής ή της σύνθεσης του μετοχικού της κεφαλαίου, καθώς και του προσωπικού του ίδιου οργανισμού.

Ο ΟΑΠ - ΔΕΗ, ασκεί την κύρια και επικουρική ασφάλιση και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του, όπως αυτή προβλέπεται από τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις. 2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ρυθμίζονται στο πλαίσιο των επόμενων παραγράφων και της συμφωνίας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 12 του άρθρου αυτού, τα σχετικά με τη σύσταση, την οργάνωση και λειτουργία του ΟΑΠ - ΔΕΗ, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. [...] 7. (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ.3 του άρθρου 26 του ν. 2919/2001).

Το Προσωπικό που υπηρετεί κατά την έναρξη λειτουργίας του ΟΑΠ - ΔΕΗ στη Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ αποσπάται αυτοδίκαια στον ΟΑΠ - ΔΕΗ, χωρίς χρονικό περιορισμό. Η υπηρεσιακή και μισθολογική κατάσταση των υπαλλήλων αυτών διέπεται από τον ισχύοντα εκάστοτε Κανονισμό Κατάστασης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ) και το ισχύον εκάστοτε μισθολόγιο.

Η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας καθώς και οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη βαρύνουν τον οργανισμό, για όσο χρόνο οι ανωτέρω παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε αυτόν. [...] 12. Κυρώνεται η συμφωνία που υπεγράφη την 30η Ιουλίου 1999 μεταξύ του Υπουργού Ανάπτυξης και της ΓΕΝΟΠ - ΔΕΗ, με την οποία συμφωνήθηκαν τα εξής: 1 [...] 2.

Το Κράτος αναγνωρίζει πλήρως τις υποχρεώσεις της ΔΕΗ προς τον ασφαλιστικό της φορέα, έναντι της προαναφερόμενης ενσωματωμένης περιουσίας και υποκαθιστά τη ΔΕΗ σε όλες τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους και συνταξιούχους της. Προς τούτο το Κράτος αναλαμβάνει την πλήρη κάλυψη, με τις αναγκαίες καταβολές, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 6, όλων των αναγκών του νέου Ασφαλιστικού Φορέα Προσωπικού ΔΕΗ (ΝΠΔΔ), καθώς και των εν γένει υποχρεώσεών του. 3.

Ενόψει της υποχρεωτικής απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας σε εφαρμογή της οδηγίας 96/92 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ΔΕΗ θα υπαχθεί στο ν. 2414/1996 και θα μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία με συνέπεια να καθίσταται πλέον αναγκαίος ο διαχωρισμός του σημερινού διφυούς νομικού προσώπου της ΔΕΗ, αφ' ενός μεν σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, αφ' ετέρου σε ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που θα εξακολουθεί να λειτουργεί ως ασφαλιστικός φορέας του προσωπικού της ΔΕΗ [...] 5.

Έτσι για τους παραπάνω λόγους το ΝΠΔΔ - Ασφαλιστής ΔΕΗ, διαχωρίζεται από τη ΔΕΗ Επιχείρηση ΑΕ και δημιουργείται ένα ΝΠΔΔ (ΔΕΗ - Ασφαλιστής). Ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα καλύψει, θα εξασφαλίσει και θα προστατεύσει, εις το ακέραιο, όλες τις κάθε είδους ασφαλιστικές παροχές και υποχρεώσεις του ασφαλιστικού φορέα της ΔΕΗ, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος, καθώς και με το άρθρο 35 του ν. 4491/1966 κατ' ελάχιστο στο επίπεδο και την έκταση που προβλέπεται σήμερα".

Κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 34 παρ.2 του ν. 2773/1999 εκδόθηκε το π.δ. 51/2002, με το οποίο ρυθμίσθηκαν τα σχετικά με τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία του ΟΑΠ- ΔΕΗ. Στην από 10-4-2002 ΕΣΣΕ, που καταρτίσθηκε μεταξύ της ΔΕΗ και της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ, κατατέθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας Αθηνών με αριθ. πρωτ. 4/10-4-2002 και με το περιεχόμενό της συμφώνησε ο ΟΑΠ- ΔΕΗ με την 22-11-2002 απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για το αποσπασμένο στον ΟΑΠ - ΔΕΗ προσωπικό της ΔΕΗ.

Ειδικότερα, με αυτές προβλέπονται τα εξής: α) στο άρθρο 1 "1.Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διαδικαστικών ρυθμίσεων που προβλέπονται στην παρούσα, το αυτοδίκαια και χωρίς χρονικό περιορισμό αποσπασμένο στον Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ, ο οποίος θα αναφέρεται εφεξής στην παρούσα ΕΣΣΕ "ΟΑΠ - ΔΕΗ" ή "Οργανισμός", προσωπικό της ΔΕΗ, κατ' εφαρμογή της παρ.7 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.3 του άρθρου 26 του ν. 2919/2001, εξακολουθεί να διέπεται από τους όρους της ατομικής σύμβασης που το συνδέει με τη ΔΕΗ, καθώς και από τις διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΚΠ/ΔΕΗ) και το μισθολόγιο της ΔΕΗ, όπως κάθε φορά ισχύουν και έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτά, εφαρμοζομένων, αναλόγως, των ατομικών συμβάσεων εργασίας, των διατάξεων του ΚΚΠ/ΔΕΗ και των κανονιστικών και λοιπών ρυθμίσεων της ΔΕΗ, προκειμένου να προσαρμοστούν καταλλήλως στην πραγματικότητα της προσφοράς της εργασίας του ανωτέρω προσωπικού στον Οργανισμό και όχι στη ΔΕΗ. 2.Η απασχόληση του προσωπικού της παραγράφου 1 στον ΟΑΠ - ΔΕΗ λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στη ΔΕΗ και προσμετράται για κάθε συνέπεια στη λοιπή προϋπηρεσία του στη ΔΕΗ".

β) στο άρθρο 2 "Διακοπή της απόσπασης μισθωτού μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από αίτησή του, με απόφαση του ΔΣ του Οργανισμού και σύμφωνη γνώμη του αρμοδίου οργάνου της ΔΕΗ. Σε περίπτωση διαφωνίας, η απόφαση λαμβάνεται από το διευθύνοντα σύμβουλο της ΔΕΗ με σύμφωνη γνώμη της πλέον ΑΣΟΠ/ΔΕΗ". γ) στο άρθρο 3 παρ.3 και 4 "3.Το ωράριο απασχόλησης του αποσπασμένου στον ΟΑΠ - ΔΕΗ προσωπικού της ΔΕΗ καθορίζεται με αποφάσεις του ΔΣ του ΟΑΠ - ΔΕΗ στο πλαίσιο λειτουργίας των υπηρεσιών του Οργανισμού και του προγράμματος εργασίας του προσωπικού του, χωρίς όμως να μεταβάλλεται ο συνολικός χρόνος απασχόλησης που καθορίζουν ο ΚΚΠ/ΔΕΗ και οι ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ. 4.

Οι κανονικές άδειες καθώς και οι ειδικές άδειες που προβλέπονται από τον ΚΚΠ/ ΔΕΗ, τις ΕΣΣΕ/ΔΕΗ, τις αποφάσεις του διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ και την εργατική νομοθεσία, εγκρίνονται από το γενικό διευθυντή του Οργανισμού ή από το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο αυτού". δ) Στο άρθρο 4 "1. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, το αποσπασμένο στον Οργανισμό προσωπικό της ΔΕΗ μισθοδοτείται με βάση το μισθολόγιο (μισθός, επιδόματα, αποζημιώσεις, οδοιπορικά έξοδα, έκτακτες αμοιβές κλπ) και τη διαδικασία που διέπουν κάθε φορά το λοιπό προσωπικό της. 2.

Η υπερωριακή, κατά Κυριακές, αργίες και νύχτες απασχόληση του παραπάνω προσωπικού στον Οργανισμό, οι προβλεπόμενες από το άρθρο 11 του ΚΚΠ/ΔΕΗ ηθικές και έκτακτες αμοιβές και παροχές, καθώς και η απασχόλησή του εκτός έδρας αποφασίζεται από τα αρμόδια όργανα του ΟΑΠ - ΔΕΗ και οι αντίστοιχες αμοιβές, αποζημιώσεις και τα οδοιπορικά έξοδα υπολογίζονται με τη διαδικασία και τον τρόπο που ισχύει κάθε φορά για τη ΔΕΗ και καταβάλλονται από τον Οργανισμό".

Στη συνέχεια, κατ' εξουσιοδότηση της παρ.9 του άρθρου 34 του ν.2773/1999 εκδόθηκε η ΚΥΑ Φ.ΟΑΠ/ ΔΕΗ/599/2002 (ΦΕΚ Β' 1592/2002) των Υπουργών Εσωτερικών- Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης- Οικονομίας και Οικονομικών- Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, με την οποία καταρτίσθηκε ο Κανονισμός Διάρθρωσης των Υπηρεσιών του Προσωπικού ΟΑΠ-ΔΕΗ.

Στο άρθρο 5 αυτής ορίζεται ότι ο Τομέας Προσωπικών και Διοικητικών Θεμάτων "έχει ως αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, τη διαχείριση πάσης φύσεως θεμάτων διοικητικού περιεχομένου, που αφορούν το προσωπικό του Οργανισμού αποσπασμένου ή μη, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 10-4-2002 ΕΣΣΕ και του παρόντος". Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε με νέο που θεσπίσθηκε με την ΚΥΑ Φ.10050/27871/831/2006 (ΦΕΚ Β' 1592/2006), ο οποίος δεν έχει κάποια ρύθμιση, όμοια με αυτήν του άρθρου 5 του προηγούμενου ως άνω Κανονισμού του 2002.

Από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του ν. 2773/ 1999, της ΕΣΣΕ από 10-4-2002 και των Κανονισμών Διάρθρωσης των Υπηρεσιών του Προσωπικού ΟΑΠ-ΔΕΗ συνάγονται τα ακόλουθα: Ο συσταθείς, με το άρθρο 34 παρ.1 του ν. 2773/1999, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (ΟΑΠ-ΔΕΗ), σκοπό έχει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της ΔΕΗ και ασκεί την κύρια και την επικουρική ασφάλιση καθώς και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του, όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω ν. 2773/ 1999 διατάξεις, την οποία ασκούσε η ειδικώς συσταθείσα για το σκοπό αυτό Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ.

Ενόψει δε του σκοπού του νομοθέτη για την εφεξής δραστηριοποίηση της ΔΕΗ αποκλειστικώς και μόνο στον τομέα της αφορώσας την ηλεκτρική ενέργεια επιχειρηματικής δραστηριότητας και την απαλλαγή της από κάθε σχετική με την ασφάλιση του προσωπικού της υποχρέωση, ιδρύθηκε το ως άνω νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΟΑΠ-ΔΕΗ) και θεσπίσθηκε υποχρέωση του Κράτους να καλύπτει με τις αναγκαίες καταβολές, που εγγράφονται στον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό, όλες τις οικονομικές ανάγκες του νέου Οργανισμού, ακόμη και τις έκτακτες, καλύπτοντας από 1-1-2000 όλες τις ανάγκες και τις εν γένει υποχρεώσεις του, μεταξύ δε αυτών και τη δαπάνη μισθοδοσίας του προσωπικού του.

Όσον αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού που από τη ΔΕΗ αποσπάται στον ΟΑΠ-ΔΕΗ, πρόκειται για προβλεπόμενο από το νόμο δανεισμό μισθωτού, κατά τον οποίο, ισχύουν όσα και επί συμβατικού, κατά τα άρθρα 361, 648, 651 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία ο αρχικός εργοδότης, δηλαδή η ΔΕΗ εν προκειμένω, είναι υπόχρεη για την καταβολή του μισθού και των λοιπών με την παροχή της εργασίας συνδεομένων παροχών, αν δεν προβλέπεται κάτι αντίθετο από τις διατάξεις που ρυθμίζουν το δανεισμό.

Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση ρητά προβλέπεται από την παρ.7 του άρθρου 34 του ν. 2773/1999, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 παρ.3 του ν. 2929/ 2001, ότι η δαπάνη της εν γένει μισθοδοσίας βαρύνει τον οργανισμό (ΟΑΠ - ΔΕΗ), για όσο χρόνο οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε αυτόν. Ως δαπάνες μισθοδοσίας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται και οι αποδοχές άδειας και οι εκ της υπαίτιας μη χορηγήσεώς της ποινές.

Άλλωστε, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ.4 της από 10-4-2002 ΕΣΣΕ, οι κανονικές άδειες καθώς και οι ειδικές άδειες που προβλέπονται από τον ΚΚΠ/ΔΕΗ, τις ΕΣΣΕ/ΔΕΗ, τις αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου της ΔΕΗ και την Εργατική Νομοθεσία, εγκρίνονται από το Γενικό Διευθυντή του Οργανισμού ή από το εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο αυτού.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 129/2014, 1632/2013).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, 38/2008).

Διάταξη ουσιαστικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ (ΑΠ 468/2010). Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον που θεμελιώνονται στην ανωτέρω διάταξη, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 712/2014, ΑΠ 481/2012).

Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά τη σύναψη των ΣΣΕ νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι ΣΣΕ ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 2011/2013, 56/2012, 74/2009), οπότε και αυτών η παραβίαση ελέγχεται αναιρετικά με το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ. 5.

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγόμενη την 10-12-1992 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου, ως οδηγός. Την 14-9-1993 εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, με την ειδικότητα του οδηγού και σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Τα χρονικά διαστήματα από τα έτη 1997 έως 6-9-2005 και από 15-2-2007 έως και 15-10-2007 αποσπάστηκε στον ΟΑΠ-ΔΕΗ. Ο ΟΑΠ-ΔΕΗ είχε αναλάβει την υποχρέωση καταβολής των μισθολογικών παροχών στον ενάγοντα, όχι, όμως, και την υποχρέωση παροχής αυτούσιας της ετήσιας άδειας σ' αυτόν. Τα έτη 2002, 2003, 2004, 2005, 2006 και 2007 η εναγόμενη δεν χορήγησε, εντός καθενός από τα παραπάνω έτη, καθόλου αυτούσια άδεια στον ενάγοντα, όπως προέβλεπε και το άρθρο 12 του ΚΚΠ/ΔΕΗ.

Ο ενάγων, καθένα των παραπάνω ετών, επανειλημμένα ζητούσε να του χορηγηθεί αυτούσια η άδεια, αλλά η εναγόμενη, δια την οργάνων της, αρνιόταν κάθε φορά, επικαλούμενη υπηρεσιακούς λόγους, οι οποίοι καθιστούσαν απαραίτητη την παρουσία του, εξαναγκάζοντας τον ενάγοντα στην παροχή εργασίας κατά το χρόνο, κατά τον οποίο έπρεπε να λάβει την ετήσια άδεια.

Επομένως, οι αποδοχές αδείας οφείλονται στον ενάγοντα προσαυξημένες κατά 100%. Το ότι για το έτος 2007 η εναγόμενη χορήγησε στον ενάγοντα την άδεια το έτος 2008, δεν αναιρεί την κρίση αυτή του Δικαστηρίου, αφού η υποχρέωση αυτή της εναγομένης έπρεπε να εκπληρωθεί έως την 31/12 κάθε έτους. Για το έτος 2002 η αξίωση του ενάγοντα έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.17, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν ένστασης που παραδεκτά προτείνει η εναγόμενη, καθόσον η παραγραφή της αξίωσης του έτους 2002 άρχισε την 1-1-2003 και κατά την επίδοση της αγωγής, την 10-4-2008, είχε συμπληρωθεί.

Οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονται σε 1165,08 ευρώ για το έτος 2003, σε 1279,05 ευρώ για το έτος 2004, σε 1452,99 ευρώ για το έτος 2005, σε 1609,83 ευρώ για το έτος 2006 και σε 1708,20 ευρώ για το έτος 2007. Η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα α) για το έτος 2003, 1165,08 ευρώ για την άδεια αναψυχής και 100% προσαύξηση, β) για το έτος 2004, 1452,99 ευρώ για την άδεια αναψυχής και 100% προσαύξηση, γ) για το έτος 2005, 1452,99 ευρώ για την άδεια αναψυχής και 100% προσαύξηση, δ) για το έτος 2006, 1609,83 ευρώ για την άδεια αναψυχής και 100% προσαύξηση, ε) για το έτος 2007, 1708,20 ευρώ για την άδεια αναψυχής και 100% προσαύξηση, ήτοι η εναγόμενη οφείλει 7215,15 ευρώ (1165,08 + 1279,05 + 1452,99 + 1609,83 + 1708,20 = 7215,15) και προσαύξηση επίσης 7215,15 ευρώ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 2069/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως της εναγομένης ΔΕΗ και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμη και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, για αποδοχές άδειας των ετών 2003-2007 το ποσό των 7.215,15 ευρώ, αναγνώρισε δε ότι οφείλει η εναγομένη το ίδιο ποσό (7.215,15 ευρώ), ως προσαύξηση 100% των αποδοχών άδειας, για το ίδιο χρονικό διάστημα, λόγω μη χορηγήσεως αυτούσιας αυτής εντός του αντιστοίχου έτους, επί πλέον δε έκρινε ότι, από την υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, ήτοι τη μη χορήγηση αυτούσιας της κανονικής αδείας στον ενάγοντα παρά τις σχετικές προς τούτο επανειλημμένες οχλήσεις και παραστάσεις αυτού προς τους προϊσταμένους του, ο τελευταίος (ενάγων) υπέστη ηθική μείωση της προσωπικότητας του και του επιδίκασε γι' αυτό, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 500 ευρώ.

Κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο ότι η ΔΕΗ ΑΕ, καθολικός εκ του νόμου διάδοχος της οποίας είναι η αναιρεσείουσα, υποχρεούται στη χορήγηση της κανονικής άδειας προς τον αναιρεσείοντα και, συνεπώς, αυτή νομιμοποιείται παθητικά να καταβάλει τις αποδοχές άδειας των ετών 2005, 2006 και 2007, αυξημένες κατά 100%, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του, από 7-9-2005 μέχρι 14-2-2007 και από 16-10-2007 μέχρι 31-12-2007, λόγω λήξης της απόσπασής του, ο αναιρεσίβλητος είχε επανέλθει στη θέση του και παρείχε τις υπηρεσίες του κατά το τέλος των ετών αυτών στην εν λόγω εκ του νόμου δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας (ήτοι στη ΔΕΗ ΑΕ) και, μετά ταύτα, δεχθέν κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή και δεχόμενο αυτήν ως παραδεκτή, νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά το μέρος της αυτό, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 651 ΑΚ, 68 ΚΠολΔ, 34 του ν.2773/1999, 3 παρ.4 [και όχι 4 παρ.2 που από προφανή παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο], της από 10-4-2002 ΕΣΣΕ προσωπικού ΔΕΗ και 12 ΚΚΠ/ΔΕΗ.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, όσον αφορά το χρονικό διάστημα των ως άνω ετών 2005, 2006 και 2007, υποστηρίζονται τα αντίθετα και με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Με το να κρίνει, όμως, περαιτέρω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι υποχρεούτο η ΔΕΗ ΑΕ, ως αρχική εργοδότρια του αναιρεσιβλήτου, στην καταβολή των αποδοχών άδειας και της προσαύξησης 100%, λόγω υπαίτιας μη χορήγησης της άδειας και κατά τα έτη 2003 και 2004, κατά τα οποία αυτός ήταν αποσπασμένος καθ' όλη τη διάρκειά τους στον ΟΑΠ-ΔΕΗ, παρά τη διάταξη του άρθρου 34 παρ.7 του ν. 2773/1999, κατά την οποία το μισθολογικό βάρος για τον αναιρεσίβλητο, κατά τη διάρκεια της απόσπασής του, έφερε ο ΟΑΠ-ΔΕΗ, να δεχθεί την έφεση και, εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ερευνώντας ακολούθως την αγωγή, να την κάνει δεκτή και κατά το μέρος της αυτό και να καταδικάσει τη ΔΕΗ ΑΕ να καταβάλει για το διάστημα αυτό ως αποδοχές άδειας 1165,08 ευρώ για το έτος 2003 και 1452,99 ευρώ για το έτος 2004, να αναγνωρίσει δε ότι τα ίδια ποσά οφείλει να καταβάλει ως 100% προσαύξηση, λόγω υπαίτιας μη χορηγήσεως της αδείας για το ίδιο διάστημα, παραβίασε τις ως άνω διατάξεις.

Επομένως, οι ίδιοι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, όσον αφορά το χρονικό διάστημα των ετών 2003 και 2004, είναι βάσιμοι. 6.

Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως κατά το αντίστοιχο μέρος. Στο Εφετείο, κατόπιν εφέσεως του ενάγοντος, τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση στο σύνολό της ως προς την ένδικη αγωγή, η οποία, είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως της εναγομένης ΔΕΗ ΑΕ. Το Εφετείο έκρινε ότι νομιμοποιείται παθητικά η εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ και αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, δέχθηκε στη συνέχεια την αγωγή. Η κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τα όσα έχουν αναπτυχθεί στις προηγούμενες σκέψεις της παρούσας, υπήρξε εν μέρει ορθή, διότι δεν νομιμοποιείται παθητικά η ΔΕΗ ΑΕ, για το ανωτέρω αναφερόμενο μέρος της αγωγής, ως προς το οποίο αναιρείται η απόφαση του Εφετείου. Επομένως, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά τη μερική αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει η έφεση, με τους λόγους της οποίας υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί κατ' ουσίαν, κατά το μέρος της που αναφέρεται στις ένδικες αξιώσεις για τα έτη 2003 και 2004.

7.Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση", συνάγεται ότι η αναίρεση της απόφασης και, επομένως, η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική και ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά το κεφάλαιο (αίτηση παροχής έννομης προστασίας), το οποίο αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς το αναιρεθέν (AΠ 811/2014, 1684/2008, 2057/2006).

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι με αυτές παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο της ουσίας να επιδικάσει στον προσβαλλόμενο στην προσωπικότητά του ή στον παθόντα από αδικοπραξία εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής, αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσόν της μετ' εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του υπαιτίου, το είδος της προσβολής, την έκταση του άλγους του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του, την ηλικία και το φύλο αυτού, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 256/2004, 1502/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ακόμη, εκτός των ανωτέρω αναφερομένων, ότι από την υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων της εναγομένης, ήτοι τη μη χορήγηση αυτούσιας της κανονικής αδείας στον ενάγοντα για τα έτη 2003 - 2007, παρά τις σχετικές προς τούτο επανειλημμένες οχλήσεις και παραστάσεις αυτού προς τους προϊσταμένους του, ο τελευταίος (ενάγων) υπέστη ηθική μείωση της προσωπικότητας του και δικαιούται γι' αυτό χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το εύλογο ποσό της οποίας προσδιόρισε για όλες τις επί μέρους προσβολές, δηλαδή τόσο για τα έτη 2003 και 2004, κατά τα οποία αναιρείται η απόφασή του, όσο και για τα έτη 2005 και 2007, για τα οποία απορρίφθηκε η αναίρεση, αλλά και για το έτος 2006, για το οποίο δεν προσβλήθηκε η απόφασή του με την αίτηση αναιρέσεως, σε 500 ευρώ, ποσό το οποίο και του επιδίκασε.

Μετά την εν μέρει αναίρεση της αποφάσεως του Εφετείου για τα έτη 2003 και 2004 και την απόρριψη κατά το αντίστοιχο μέρος της εφέσεως κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή κατά το μέρος της αυτό, τα κριτήρια του είδους της προσβολής και της έκτασης του άλγους του παθόντος, για τον προσδιορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως διαφοροποιούνται, αφού πλέον η προσβολή περιορίζεται στην υπαίτια μη χορήγηση της άδειας για τα έτη 2005, 2006 και 2007, όχι, όμως, και για τα έτη 2003 και 2004.

Πρέπει, επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και κατά το κεφάλαιο αυτό της χρηματικής ικανοποιήσεως, το οποίο συνέχεται άρρηκτα με το κεφάλαιο για το οποίο αναιρέθηκε εν μέρει η απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του τετάρτου λόγου της αναιρέσεως, με τον οποίο προσβάλλεται η απόφαση του Εφετείου, ως προς το κεφάλαιο αυτό, ως άνευ αντικειμένου και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με σύνθεση άλλη από εκείνη που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

8.Επειδή, τα δικαστικά έξοδα, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων και, μάλιστα, κατ' ίσο μέρος, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ αυτών στο σύνολό τους (ΚΠολΔ 178 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 5794/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα κεφάλαιά της που αναφέρονται στο σκεπτικό.

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στις αποδοχές άδειας, προσαυξημένες κατά 100%, για τα έτη 2003 και 2004.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-1-2012 έφεση κατά της 2069/2011 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο αυτό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Και

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ