Legislator Case Law & Legislation
1130/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague admissibility claim lacking factual basis.

Case Number 1130/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision regarding the admissibility of a claim. The appellants argued the claim was abusive due to the plaintiff's seventy-year inaction, but the court found their appeal grounds vague and unsupported by the original judgment. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the substantive claim was already rejected as legally improper without a factual basis for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it is vague and lacks the factual basis required for appellate review of a lower court's rejection of a claim as legally improper.

Keywords

AI generated
admissibility appeal abusive claim procedural defect vague grounds Code of Civil Procedure legal impropriety appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1130 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1130/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Ν., 2) Μ. Π. χήρας Ε., 3) Π. Π. του Ε., και 4) Β. Π. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπλάνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.

Της αναιρεσίβλητης: Ιεράς Μονής Οσίου Μελετίου Κιθαιρώνος, που έχει έδρα την ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Ελένη Κοροβέση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2006 μη οριστική, 54/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7594/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/2/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 19/12/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ... 2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ... 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν έχει καθ ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεων των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων.

Επειδή η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από τις διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος αντίστοιχα. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως ότι δεν υπάρχει ενεργητική ή παθητική νομιμοποίηση του διαδίκου στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.

Αν όμως ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποιήσεως σύμφωνα με το νόμο η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη και ο λόγος αναιρέσεως από την άποψη αυτή στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, επιλαμβανόμενο αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου και αρνητικής της αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής κατά των αναιρεσειόντων, που στηριζόταν στην έκτακτη χρησικτησία, μετά από την άσκηση έφεσης των τελευταίων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, που δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά ένα μέρος, την οποία έφεση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή κατά ένα μέρος, η από το 560 αρ. 1 πλημμέλεια της παραβίασης των διατάξεων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που αφορούν στην ίδρυση της αναιρεσίβλητης και στην απόκτηση νομικής προσωπικότητας.

Ειδικότερα εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ενώ με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη Ιερά Μονή νεμόταν το επίδικο ακίνητο πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, δεν εκτίθεται στην αγωγή της ο τρόπος ίδρυσης αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τον απώτατο αυτόν χρόνο και η απόκτηση νομικής προσωπικότητας ώστε να δικαιολογείται η ενεργητική νομιμοποίηση αυτής προς άσκηση της αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον υπό το πρόσχημα της ευθείας παράβασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος όμως δεν ιδρύεται σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων.

Κατά το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (560 αρ 1α ΚΠολΔ) πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο αποφάνθηκε επί της ουσίας της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, τα πραγματικά περιστατικά, που αυτό δέχθηκε ως θεμελιωτικά της κρίσης του και που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση (δεν εφάρμοσε τον ουσιαστικό κανόνα ενώ έπρεπε να τον εφαρμόσει, τον εφάρμοσε εσφαλμένα) καθώς και η επίδραση που έχει τούτο στο διατακτικό της αποφάσεως.

Εξάλλου η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 129/2007, ΑΠ 1411/2007, ΑΠ 1261/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1108, 1045, 987-988 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας. Πλην όμως δεν παρατίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας σε σχέση με την έκτακτη χρησικτησία και με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε και φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, καθώς και το υπαγωγικό σφάλμα αυτού δηλαδή αν η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων οφείλεται σε ψευδή ή εσφαλμένη εφαρμογή τους, αλλά εκτίθενται επιλεκτικά και αποσπασματικά κάποιες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης. Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης από την άποψη της ευθείας παραβίασης των παραπάνω κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος κατά το δεύτερο μέρος του, καθ' όσον υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων του ΑΚ πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικών γεγονότων και αποδείξεων, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο τελευταίος μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως, που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάσταχτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.

Επειδή με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, 28/1998, ΟλΑΠ 7/2006 και ΟλΑΠ 10/2011).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν η αιτίαση αναφέρεται σε σφάλμα ως προς την απόρριψη ισχυρισμού ως νόμω αβάσιμου, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρεται με πληρότητα στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της ένστασης, που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, δηλαδή να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο κατά το πρώτο μέρος αυτού προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ και ειδικότερα της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 17, 18 της ΕΣΔΑ, 17.1.2, 25 του Συντάγματος, 1 του Α Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ και 281 ΑΚ, για την απόρριψη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, τον οποίο παραδεκτώς είχαν προτείνει πρωτοδίκως και επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθ' όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η ιστορική βάση της ένστασης αυτής δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωσή της, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψή της ως νόμω αβάσιμης συνιστά ή όχι παραβίαση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Παρεκτός του ότι ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθ' όσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες, ως εναγόμενοι, προς απόκρουση της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρόβαλαν την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας επικαλούμενοι προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής, την οποία επανέφεραν με σχετικό λόγο έφεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ότι "η ενάγουσα για εβδομήντα και πλέον έτη αδρανεί και έχει παραλείψει να ασκήσει οποιοδήποτε δικαίωμά της, ενώ εύλογα εμείς οι εναγόμενοι έχουμε την πεποίθηση ότι είμαστε νόμιμοι κύριοι, νομείς και κάτοχοι άλλως και σε κάθε περίπτωση είχαμε στη διακατοχή μας το επίδικο ακίνητο".

Επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή των αναιρεσειόντων δεχόμενο ειδικότερα ότι τα εκτιθέμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής, αφού μόνον η επίκληση της αδράνειας της ενάγουσας να ασκήσει την αγωγή, χωρίς επίκληση άλλης συμπεριφοράς που να δικαιολογεί την δημιουργία πεποίθησης στους αναιρεσείοντες ότι δε θα ασκήσει την ένδικη αξίωσή της και, χωρίς να προσδιορίζονται και οι συγκεκριμένες δυσμενείς συνέπειες, που θα επέλθουν σε βάρος των αναιρεσειόντων, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ..

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας υπαγωγικό σφάλμα του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης στους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στο οποίο αν δεν είχε προβεί, θα είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον η σχετική ένσταση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και δεν ερευνήθηκε η ουσιαστική βασιμότητα αυτής.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση των Α. Π., Μ. Π., Π. Π. και Β. Π. περί αναιρέσεως της 7594/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ