1130/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚοινοποιούμενη στον Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ως αναγκαίο ομόδικο των αναιρεσειόντων. Του προσθέτως παρεμβαίνοντος, υπέρ των ήδη αναιρεσειόντων και κατά της αναιρεσιβλήτου, Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευαγγελία Σαλτού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1130/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1130 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1130/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. συζ. Θ. Τ., το γένος Σ. Κ., και 2. Θ. Τ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Κουλούρη.
Της αναιρεσιβλήτου: της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (ΜΑΡΦΙΝ ΠΟΠΙΟΥΛΑΡ ΜΠΑΝΚ ΠΑΜΠΛΙΚ ΚΟ ΛΤΔ), που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου, ( και έχει εγκαταστήσει Υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία (trading name) / διακριτικό τίτλο "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK", με διεύθυνση φορολογικής εγκατάστασης οδός Μητροπόλεως 20 και Κομνηνών Θεσσαλονίκη και διεύθυνση αλληλογραφίας Λεωφ. Κηφισίας αρ. 24, Μαρούσι) , ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη (την 31.3.2011 ώρα 12 μ.μ / ήτοι 1.4.2011), νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη - Γιατρά.
Κοινοποιούμενη στον Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ως αναγκαίο ομόδικο των αναιρεσειόντων.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος, υπέρ των ήδη αναιρεσειόντων και κατά της αναιρεσιβλήτου, Δ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ευαγγελία Σαλτού, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Απριλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3147/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 4602/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Φεβρουαρίου 2010 αίτησή τους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων με την από 22 Φεβρουαρίου 2011 παρέμβασή του προς το Δικαστήριο τούτο, ζήτησε όσα αναφέρονται σ' αυτή.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 20 Απριλίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της ως και του δικογράφου της πρόσθετης παρέμβασης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στην παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, παρόλο ότι αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία του ένδικου μέσου (Ολ.ΑΠ 63/1981). Στην περίπτωση δε αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν είναι παραδεκτή η συζήτηση της προκειμένης αναίρεσης αφού όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 5341 Β'/7-5-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση για τη συζήτηση αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναγκαίο ομόδικο των αναιρεσειόντων Δ. Κ. ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση.
Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ στην οποία ορίζεται ότι "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος έχει δικαίωμα ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτό" προκύπτει ότι προϋπόθεση για το παραδεκτό της ασκήσεως πρόσθετης παρέμβασης αποτελεί η ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ως τρίτου, την οποία δεν έχει αυτός που κατά οποιονδήποτε τρόπο μετείχε ως διάδικος σε στάδια προηγούμενης δίκης.
Κατ' ακολουθίαν η με αριθ. καταθ. 7/28-2-2011 πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση του Δ. Κ. είναι απαράδεκτη διότι ο προσθέτως παρεμβαίνων δεν είναι τρίτος αφού υπήρξε διάδικος ως πρώτος εναγόμενος και πρώτος εφεσίβλητος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση. Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942 ΑΚ προκύπτει ότι για τη διάρρηξη απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας πρέπει να συντρέχουν οι εξής όροι:
α) απαλλοτριωτική πράξη του οφειλέτη β) η πράξη αυτή να έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών και αυτός υπέρ του οποίου έγινε η απαλλοτρίωση (τρίτος) να γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του και γ) η υπολειπόμενη μετά την απαλλοτρίωση περιουσία του οφειλέτη να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών.
Σκοπός βλάβης υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι έχει χρέη και ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου η υπόλοιπη περιουσία του δεν θα επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών του, οι οποίοι έτσι θα υποστούν βλάβη από την απαλλοτρίωση. Η γνώση του τρίτου δεν απαιτείται κατά το άρθρο 942 ΑΚ, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία.
Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: "Η ενάγουσα Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΜΑΡΦΙΝ ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" προέκυψε αρχικώς από την συγχώνευση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" με απορρόφηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" (βλέπετε τη υπ' αριθμ. .../6.7.1999 και .../23.7.1999 πράξεις της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Πουλαντζά και υπ' αριθμ.
πρωτ/λου Κ2-8832/30.7.1999 εγκριτική απόφαση τον Υπουργείου Αναπτύξεως και ακολούθως με την συγχώνευση των ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", "MARFIN ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και "ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με απορρόφηση της δεύτερης και τρίτης εταιρίας από την πρώτη δυνάμει της υπ' αριθμ. .../22.6.2007 πράξεως του Συμβολαιογράφου Πειραιώς Στεφάνου Βασιλάκη και υπ' αριθμ.
πρωτ/λου 42-9985/29.06.2007 εγκριτικής αποφάσεως τον Υπουργείου Αναπτύξεως (ΦΕΚ ΤΑΕ και Ε11Ε 6753/2.7.2007). (Ήδη η ανωτέρω ενάγουσα συγχωνεύθηκε με απορρόφηση στην παρισταμένη Κυπριακή Δημόσια Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC Co LTD" (ΜΑΡΦΙΝ ΠΟΠΙΟΥΛΑΡ ΜΠΑΝΚ ΠΑΜΠΛΙΚ Κο Λ.Τ.Δ.) που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και έχει εγκαταστήσει υποκατάστημα στην Ελλάδα με την εμπορική επωνυμία (Trading name) διακριτικό τίτλο "MAΡΦIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ" και "MARFIN EGNATIA BANK" κατόπιν της διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως που εγκρίθηκε με την από 15-12-2010 απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με ημερομηνία έναρξης ισχύος της συγχώνευσης 31-3-2011 ώρα 12 μ.μ.).
Πριν συντελεστούν οι προαναφερόμενες συγχωνεύσεις, η ενάγουσα, έχοντας την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", σύνηψε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "PANDEMONIUM ABEE- ενδυμάτων και υποδημάτων" και τον διακριτικό τίτλο "PANDEMONIUM ABEE", στην οποία ο πρώτος εναγόμενος Δ. Κ. ήταν ένας από τους νόμιμους εκπροσώπους της την από 14.5.1992 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό έως του ποσού των 20.000.000 δραχμών πλέον τόκων προμηθειών και εξόδων προκειμένου η πιστούχος εταιρεία να χρησιμοποιήσει το ανωτέρω ποσό ως κεφάλαιο κινήσεως, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και τις συμφωνίες, που περιέχονται στη σύμβαση.
Την εν λόγω σύμβαση συνυπέγραψαν o πρώτος εναγόμενος Δ. Κ. και ο Κ. Μ. - μάρτυρας ανταποδείξεως ως εγγυητές υπέρ της πιστούχου πρωτοφειλέτιδας εταιρείας μέχρι του ποσού της πιστώσεως, πλέον τόκων προμηθειών και εξόδων, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον μετά της ανωτέρου πιστούχου "πρωτοφειλέτιδας" εταιρείας, αφού παραιτήθηκαν από την ένσταση διζήσεως.
Ακολούθως υπεγράφησαν μεταξύ της ενάγουσας Τράπεζας και της πιστούχου πρωτοφειλέτιδας εταιρείας οι υπ' αριθμ. …/1/19.6.1992, …/2/14.12.1992, …/3/19.3.1993, …/4/9.4.1993, …/5/16.6.1993, …/6/10.1.1994, …/7/1.11.1994 συμβάσεις μεταβολής του ύψους της πιστώσεως σε ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με τις οποίες η Τράπεζα χορήγησε στην πιστούχο, πτωχευθείσα πλέον, εταιρεία με την προσκομιζομένη και επικαλούμενη 1363/16.3.1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ημέρα παύσεως πληρωμών η 15η/11/1994), με την εγγύηση μεταξύ άλλων του πρώτου εφεσίβλητου εναγομένου πίστωση μέχρι του ποσού των 50.000.000 δραχμών, η οποία σταδιακώς αυξήθηκε έως του ποσού των 170.000.000 δραχμών, ο οποίος εγγυήθηκε ανεπιφυλάκτως πλέον τόκων, εξόδων και προμηθειών ως πρωτοφειλέτης αφού παραιτήθηκε της ενστάσεως της διζήσεως.
Στα πλαίσια των συμβάσεων αυτών ανοίχθηκε και κινήθηκε ο υπ' αριθμ. ... ο λογαριασμός χρηματοδοτήσεως μέσω του οποίου η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση της ως άνω πιστώσεως. Όμως, η πιστούχος εταιρεία δεν τήρησε τους όρους και τις συμφωνίες των συμβάσεων με αποτέλεσμα η ενάγουσα τράπεζα να προβεί στις 05.05.1995 στο οριστικό κλείσιμο- καταγγελία της από 14.05.1992 συμβάσεως πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και του λογαριασμού χρηματοδοτήσεως, ο οποίος κατά την ημερομηνία του οριστικού κλεισίματός του, εμφάνισε σε βάρος της πιστούχου εταιρείας το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο των 110.076.202 δραχμών.
Παρά τις κλήσεις της ενάγουσας, η πιστούχος εταιρεία και οι εγγυητές δεν της έχουν καταβάλει το εν λόγω ποσό που της οφείλουν. Στην συνέχεια κατόπιν της από 19.6.1995 σχετικής αιτήσεως της τράπεζας εκδόθηκε η 12648/1995 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την η οποία η πιστούχος εταιρεία και οι ως άνω εγγυητές υποχρεώθηκαν να της καταβάλλουν το ανωτέρω ποσό των 110.076.202 δραχμών πλέον των νομίμων τόκων υπερημερίας από τις 6.6.1995 έως ολοσχερούς εξοφλήσεως και 3.264.000 δραχμές για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη.
Η εν λόγω διαταγή πληρωμής ήδη εξοπλίστηκε με δύναμη δεδικασμένου, δυνάμει της υπ' αριθ. 5239/1996 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την ανακοπή που άσκησαν οι ως άνω εγγυητές (ο ένας εκ των οποίων είναι ο πρώτος εναγόμενος). Το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρείας, αμέσως μετά το κλείσιμο του λογαριασμού χρηματοδοτήσεως (5.5.1995) μεταφέρθηκε μαζί με τους τόκους υπερημερίας, τους τόκους ανατοκισμού και τα λοιπά έξοδα σε λογαριασμό χρηματοδοτήσεως σε καθυστέρηση.
Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε στις 1.1.2002, εμφανίζοντας χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου εταιρείας συνολικού ύψους 167.405.707 δραχμών, που μεταφέρθηκε σε νέο λογαριασμό χρηματοδοτήσεως σε καθυστέρηση, στο ποσό των 563.020,99 ευρώ. Η ενάγουσα με την από 3.11.2004 εξώδικη δήλωση της που επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο στις 14.11.2004 με την 10929/2004 έκθεση επίδοσης τον Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...
γνωστοποίησε στον πρώτο εναγόμενο την ως άνω οφειλή του καθώς και ότι αυτή δεν εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 39 του N. 3259/2004 και δεν υπόκειται σε περιορισμό. Ακολούθως, η προβληθείσα τόσο πρωτοδίκως με τις προτάσεις του όσο και στην παρούσα δίκη ένσταση εξοφλήσεως (416 AK) της ενάγουσας από τον εναγόμενο δεν αποδεικνύεται και πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη και συνακόλουθα δεν συντρέχει περίπτωση να διαταχθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη περί αυτού του χρέους, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) με τις προτάσεις της παρούσας δίκης, καθόσον η υπάρχουσα στην ως άνω σύμβαση συμφωνία, η πίστωση ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού και το κατάλοιπο αποδεικνύονται από αποσπάσματα από βιβλία της Τράπεζας είναι έγκυρη.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. .../15.04.1998 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ταξιάρχη Στενιώτη, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη αδελφή του, Δ. Κ., σύζυγο Θ. Τ. και στον τρίτο εναγόμενο κουνιάδο του, Θ. Τ., κατ' ισομοιρία το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου πλήρους συγκυριότητας και το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ψιλής κυριότητας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του ισογείου ορόφου μιας οικοδομής που έχει κτισθεί επί οικοπέδου που βρίσκεται εντός σχεδίου του Δήμου ...
στη Θέση "..." ή "..." και επί της οδού ..., αριθμός 6 .Ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε το ως άνω διαμέρισμα στη δεύτερη και τρίτο των εναγομένων, αντί τιμήματος 9.000.000 δραχμών με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα δανείστρια και συγκεκριμένα με σκοπό τη ματαίωση της ικανοποιήσεως της απαιτήσεως της τελευταίας, που πηγάζει από την από 14.05.1992 σύμβαση πιστώσεως με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις συμβάσεις μεταβολής ύψους στον λογαριασμό, αφού κατά την ημερομηνία καταρτίσεως του συμβολαίου, γνώριζε την ως άνω οφειλή του προς την ενάγουσα, λόγω της εκδόσεως της 12648/1995 διαταγής πληρωμής.
Επιβεβαιωτική των ανωτέρω είναι η κατάθεση της μάρτυρα της ενάγουσας Σ. Χ., που εργάζεται στη διεύθυνση καθυστερήσεως της "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ" και κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι στο ακίνητο που μεταβιβάστηκε υπάρχουν βάρη και από άλλες οφειλές, που ο Δ. Κ. τα εξάλειψε με δική του ευθύνη, γνωρίζοντας ότι υπήρχαν οφειλές και προς την ενάγουσα.
O ισχυρισμός του τελευταίου που περιέχεται τόσο στις πρωτόδικες προτάσεις του όσο και σε αυτές της παρούσας δίκης ότι ευρισκόμενος σε άσχημη ψυχολογική και σωματική κατάσταση αποφάσισε να πωλήσει την ισόγεια πατρική οικία, προκειμένου να εξοφλήσει ληξιπρόθεσμα και βεβαιωμένα σημαντικά χρέη και αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποδεικνύεται καθόσον η επίδικη δικαιοπραξία έλαβε χώρα το 1998 και ο πρώτος εναγόμενος προσκομίζει πιστοποιητικά του 2001 (βλέπετε και τις 5957/2001 και 92470/2001 αποφάσεις τον Τριμελούς Πημ/κείου Αθηνών, που συγχώνευσαν δώδεκα (12) συνολικώς καταδικαστικές αποφάσεις σε βάρος του τις οποίες πλήρωσε).
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας, γεγονός που καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και ιδίως ο μάρτυρας του πρώτου εναγομένου Κ. Μ., ο οποίος κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου γνωρίζει ως εγγυητής και ο ίδιος της πρωτοφειλέτιδας και συνέταιρος όπως καταθέτει με τον Δ.
Κ. την οικονομική κατάσταση τόσο της εταιρείας όσο και του ίδιου και ο οποίος καταθέτει ότι το ακίνητο που μεταβιβάστηκε ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εναγομένου, επειδή τα υπόλοιπα ακίνητά του, που βρίσκονταν στην ... και στην ... -είχαν ήδη εκποιηθεί με πλειστηριασμούς.
Εξάλλου ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος θα ανέφερε με τις προτάσεις του τυχόν άλλο περιουσιακό στοιχείο, το οποίο δεν συμβαίνει. H αφερεγγυότητά του δε αυτή υπήρχε κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής κατά την ανωτέρω νομική σκέψη. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι τόσο η δεύτερη εναγομένη όσο και ο τρίτος γνώριζαν ότι προέβη στη μεταβίβαση ακινήτου προς αυτούς με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα δανείστριά του.
Τη γνώση των χρεών στο πρόσωπο του πρώτου εναγομένου-εφεσίβλητου, ήδη από το μήνα Ιούνιο του 1997 συνομολογούν και η δεύτερη και τρίτος των εναγομένων με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, οι οποίοι επί λέξει αναφέρουν ότι "τον Ιούνιο του 2007 προσήλθε στην πατρική τους οικία δικαστικός επιμελητής για να τους ρωτήσει αν γνωρίζουν τη διεύθυνση μόνιμης κατοικίας του αδελφού της δεύτερης για να του επιδώσει έγγραφο, που όπως της δήλωσε (δεύτερης) αφορούσε την εκπλειστηρίαση του ισογείου ".
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνει και η πρώτη εξαδέλφη των ως άνω αδελφών (α+β εναγομένων) Μ. Μ. στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση της, η οποία συμπληρώνει ότι η Δ. Κ. πανικοβλήθηκε μετά την επίσκεψη του επιμελητή και αναζήτησε τον αδελφό της και αφού του εξέθεσε τα περί πλειστηριασμού, αυτός τη διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει πλειστηριασμός γιατί "τα χαρτιά αφορούν κάποια ασήμαντη τυπική εκκρεμότητα" και πράγματι δεν έγινε πλειστηριασμός και αργότερα της δήλωσε ότι σκέφτεται να πουλήσει το ισόγειο αφού δεν πρόκειται να κατοικήσουν στην ... (ο ίδιος έμενε τότε στο ...) και της πρότεινε να το αγοράσει με το σύζυγο της, τρίτο εναγόμενο.
Εξάλλου ο πρώτος εναγόμενος στις πρωτόδικες προτάσεις του (σελ.4) συνομολογεί ότι κάποια στιγμή ευρισκόμενος σε άσχημη οικονομική κατάσταση παραμέρισε την ψυχική απόσταση και αντιπάθεια που είχε απέναντι της αδελφής του και της πρότεινε να αγοράσει το επίδικο ακίνητο στο οποίο είχε ήδη επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση από τρίτο δανειστή και επίκειτο ο πλειστηριασμός του έτσι ώστε το πατρικό του σπίτι να παραμείνει στην οικογένεια της αδελφής του, δηλαδή στην οικογένειά του.
Η γνώση επομένως του χρέους από τους β+γ των εναγομένων καθιστούσε αναγκαία την εν λόγω καταδολιευτική μεταβίβαση της πατρικής οικίας, αφού ακόμα και αν δεν εκπλειστηριαζόταν με επίσπευση της τότε επισπεύδουσας Α. Ξ., ο πλειστηριασμός του θα ήταν θέμα χρόνου. Το γεγονός δε ότι τότε ζούσε ακόμη o επικαρπωτής υπέργηρος πατέρας του πρώτου των εναγομένων (ο οποίος απεβίωσε στις 16.5.1999 σε ηλικία 88 ετών, όπως προκύπτει από την ληξιαρχική πράξη θανάτου, της ληξιάρχου N. Φιλαδελφείας) καθιστούσε την ανάγκη μεταβιβάσεως του εν λόγω ακινήτου επιτακτικότερη.
Επομένως, ο ισχυρισμός των β+γ εναγομένων ότι δεν γνώριζαν ούτε ότι ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι το επίδικο αποτελούσε την όλη περιουσία του κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως του σ'αυτούς, που προβλήθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και στην παρούσα δίκη, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Ομοίως πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής.
Συνεπώς η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την κυρία βάση της, η εξέταση δε της επικουρικής της βάσεως παρέλκει. Με τις σκέψεις αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι η δεύτερη και τρίτος των εναγομένων δεν γνώριζαν ότι ο πρώτος προέβη στη μεταβίβαση του επιδίκου προς αυτούς με σκοπό, να βλάψει την ενάγουσα δανείστριά του, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων, διατάξεων και την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, όπως βασίμως υποστηρίζει η εκκαλούσα- ενάγουσα με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της εφέσεώς της".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, την εξαφάνισε, δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή και κήρυξε τη διάρρηξη της ένδικης δικαιοπραξίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 941 παρ. 1 Α.Κ.
αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφή και επαρκή αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης που εφάρμοσε. Ειδικότερα με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία κατ' ορθή νοηματική απόδοση του περιεχομένου της απόφασης οι εναγόμενοι αγοραστές γνώριζαν κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας την απαίτηση της ενάγουσας δανείστριας και ότι ο πρώτος εναγόμενος (πωλητής) προέβη στη μεταβίβαση του ακινήτου προς αυτούς με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα δανείστριά του, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης και δεν αρκέστηκε το Εφετείο για την εφαρμογή της σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Γι' αυτό και οι, πρώτος, δεύτερος και όγδοος (κατά το σχετικό του μέρος) λόγοι της αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη στοιχείων που πληρούν το πραγματικό της εφαρμοσθείσης ως άνω διάταξης και ειδικότερα έλλειψη σχετικής παραδοχής ότι αυτοί κατά το χρόνο της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ύπαρξη της συγκεκριμένης απαίτησης της ενάγουσας και ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτριώνει προς βλάβη αυτής είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και σε σχέση με τον εξεταζόμενο λόγο (όγδοο κατά το σχετικό του μέρος) προκύπτει ότι εκτός των άλλων εκτίθενται σ' αυτό και τα εξής: " Ότι η απαίτηση της ενάγουσας κατά του εναγομένου εγγυητού (απαλλοτριώσαντος) που προερχόταν από την σ' αυτή αναφερόμενη (38/14-5-1992) σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις τις οποίες αυτός εγγυήθηκε, κατά το οριστικό κλείσιμο της πίστωσης και του λογαριασμού που έλαβε χώρα στις 5-5-1995 ανερχόταν στο ποσό των 110.076.202 δρχ.
το οποίο ποσό πλέον νομίμων τόκων υπερημερίας, ΕΦΤΕ επί των τόκων 4% ετησίως και δικαστικής δαπάνης 3.264.000 δρχ. υποχρεώθηκε ο εγγυητής να καταβάλλει στην ενάγουσα και με την υπ' αριθ. 12648/1995 διαταγή πληρωμής που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου. Ότι η ίδια απαίτηση κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης (15-4-1998) ανερχόταν στο ποσό των δρχ.108.578.916 κατά δε το χρόνο της άσκησης της αγωγής σε 528.014,00 ευρώ.
Ότι ο οφειλέτης εγγυητής καίτοι γνώριζε την ύπαρξη του ανωτέρω χρέους του προς την ενάγουσα και δεν διέθετε λοιπά εμφανή περιουσιακά στοιχεία με το υπ. αριθ. .../15-4-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ταξιάρχη Στενιώτη που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε λόγω πώλησης το εις την αγωγή περιγραφόμενο ακίνητο (διαμέρισμα) στην δεύτερη και τρίτο των εναγομένων αδελφή του και σύζυγό της αντίστοιχα και κατ' ισομοιρία κατά το μέρος που του ανήκε και έτσι περιήλθε σε κατάσταση αφερεγγυότητας ώστε η υπολειπόμενη περιουσία να μη αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας.
Ότι η δεύτερη και Τρίτη των εναγομένων τελούσαν σαφώς λόγω της ιδιαίτερα στενής συγγενικής σχέσεώς τους με τον πρώτο εναγόμενο κατά το χρόνο της απαλλοτριωτικής σύμβασης εν γνώσει του δόλου του πρώτου των εναγομένων (οφειλέτη της ενάγουσας) ο οποίος συνίστατο στην πρόκληση βλάβης εις βάρος της ενάγουσας".
Υπό τα εκτιθέμενα αυτά πραγματικά περιστατικά η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς τα στοιχεία της απαίτησης της δανείστριας ενάγουσας και της γνώσεως των δεύτερου και τρίτου των εναγομένων ότι ο τρίτος εναγόμενος απαλλοτριώνει προς βλάβη της δανείστριάς του ενάγουσας. Επομένως ο όγδοος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας αυτής ως προς την περιγραφή των προαναφερθέντων στοιχείων είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον έβδομο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση λόγω αοριστίας των λόγων αυτής συνεπεία των εις το λόγο τούτο ειδικότερα αναφερομένων ελλείψεων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι οι επικαλούμενες με το αναιρετήριο ελλείψεις προς θεμελίωση της αοριστίας δεν προτάθηκαν στο Εφετείο από αυτούς, οι οποίοι απλώς αρνήθηκαν ως αόριστη την έφεση.
Κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.Α.Π. 17/95, Ολ.Α.Π. 62/90).
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (Ολ.Α.Π. 62/90), το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του.
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι χωρίς καμία αιτιολογία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από την ενάγουσα η οποία θεμελιωνόταν στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "α) ότι η αντίδικος παρέλειψε να εγγράψει προσημείωση στο υπ'όψιν ακίνητο του οφειλέτη της και να αναγγελθεί στον επισπευθέντα από τρίτο δανειστή πλειστηριασμό, προκειμένου να προστατευθούμε εμείς ως καλόπιστοι τρίτοι, παρότι διέθετε εκτελεστό τίτλο από την υπ' αριθμό 12648/1995 Διαταγή Πληρωμής, επρόκειτο δε για μεγάλη τραπεζική εταιρία με καλά οργανωμένες οικονομικές και νομικές υπηρεσίες σε αντίθεση με εμάς που είμασταν δύο απλοί υπάλληλοι στον O.T.E. χωρίς άλλη υποδομή β) ότι η αντίδικος παρέλειψε να καταθέσει αίτηση περί πτωχεύσεως του μεταβιβάζοντος οφειλέτη της, με τη δημοσιότητα της οποίας Θα προστατευόμεθα εμείς, γ) ότι η αξία του ισογείου ανήρχετο κατά το χρόνο της συζητήσεως στον πρώτο βαθμό, χωρίς τις βελτιώσεις που τελέσαμε με δικές μας δαπάνες, σε ποσό 40.000 Ευρώ (ενώ κατά το χρόνο της συζητήσεως στο δεύτερο βαθμό η αντικειμενική αξία τον ακινήτου ανήρχετο μετά από αναπροσαρμογή σε ποσό 59.097,60 Ευρώ), και συνεπώς εάν εγένετο δεκτή η επικουρική βάση της αγωγής θα έπρεπε εμείς, προκειμένου να ικανοποιήσουμε την αξίωση της αντιδίκου για καταβολή εις αυτήν ποσού 100.000 Ευρώ, να πωλήσουμε και την υπόλοιπη ιδιοκτησία μας αξίας 50.000 Ευρώ και να συμπληρώσουμε με μετρητά το υπόλοιπο, δ) ότι η αντίδικος είχε αποκτήσει από προγενέστερο πλειστηριασμό ακίνητα του μεταβιβάσαντος και των συνεγγυητών αυτού, η αξία των οποίων υπερέβαινε τα 900.000 Ευρώ, και κυρίως:
ε) ότι η αντίδικος άφησε να παρέλθει συναπτή (παρά μία ημέρα) πενταετία από την ημέρα της αγοράς και έως την άσκηση της αγωγής της, κατά την οποία ουδόλως ενεφανίσθη ως δανείστρια του μεταβιβάζοντος δι' οιασδήποτε προσημειώσεως, κατασχέσεως ή αναγγελίας σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, με αποτέλεσμα εμείς, παντελώς ανύποπτοι όντες, να μην επιδιώξουμε να διασφαλίσουμε τα δικαιώματά μας έναντι του μεταβιβάζοντος, αλλά αντίθετα να δαπανήσουμε ποσό 42.858 Ευρώ προκειμένου να αποκαταστήσουμε σοβαρές βλάβες που το ακίνητο είχε υποστεί από το σεισμό του 1999 ώστε να καταστήσουμε αυτό κατοικήσιμο".
Η ανωτέρω ένσταση δεν είναι νόμιμη καθόσον υπό τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά η άσκηση του δικαιώματος από την ενάγουσα δεν καθίσταται καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. Το Εφετείο όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Παρά το εσφαλμένο όμως αιτιολογικό της ως άνω απόφασης, το διατακτικό της είναι ορθό, χωρίς παράλληλα να δημιουργείται δυσμενής για τους αναιρεσείοντες δεδικασμένο, αφού με οποιαδήποτε από τις ανωτέρω αιτιολογίες αποκλείεται η ευδοκίμηση της ένστασης). Επομένως, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν κατά τούτο την προσβαλλομένη απόφαση και ο προαναφερόμενος λόγος της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στις καταθέσεις των μαρτύρων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων οι καταθέσεις των μαρτύρων Κ.
Μ. και Θ. Μ., οι υπ. αριθ. ... και .../ 2-3-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ν. Ιωνίας των Μ. Μ. και Μ. Ζ. αντίστοιχα και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι εναγόμενοι αναιρεσείοντες ήτοι τις καταθέσεις και τις ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερθέντων μαρτύρων στις οποίες γίνεται και ρητή αναφορά στην απόφαση καθώς και τα ακόλουθα έγγραφα:
το υπ. αριθ..../1998 συμβόλαιο με βάση το οποίο καταρτίσθηκε η ένδικη απαλλοτρίωση, (γίνεται και ειδική αναφορά στην απόφαση) τα αντίστοιχα φύλλα του βιβλιαρίου και τα συναφή έγγραφα της τράπεζας το υπ. αριθ. …/12-2-1998 συμβόλαιο, το υπ. αριθ. …/11-2-1998 συμβόλαιο, την από 14-7-2004 βεβαίωση του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Γιαννούλα τα πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακίου Ν.
Φιλαδέλφειας περί μη υπάρξεως καμίας υποθήκης προσημειώσεως ή κατασχέσεως στο ακίνητο κατά το χρόνο της μεταβιβάσεώς του. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου, μεταξύ των οποίων και η δικαστική ομολογία ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 11 του ΚΠολΔ. Αν όμως το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ομολογία αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνο η τελευταία αιτιολογία.
Κατ' ακολουθίαν ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι 12 που αναφέρεται στο αναιρετήριο με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη δικαστική ομολογία σχετικά με τη γνώση τους περί των χρεών του πρώτου εναγομένου είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής προεχόντως διότι όπως προκύπτει από την απόφαση το Δικαστήριο για να καταλήξει στο σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα στηρίχθηκε στο σύνολο των αποδείξεων και επάλληλα και στην ομολογία των εναγομένων.
Μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής αποφάσεως και της εισαγωγής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.
Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ενστάσεως πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί, στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.
Από τις διαλαμβανόμενες ως άνω αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι στην παραδοχή της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως για τη βασιμότητα των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών και με την έννοια αυτή δεν κατέληξε στην περί πραγμάτων κρίση του αυτή λόγω αδυναμίας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων να βεβαιώσουν ανταποδεικτικώς τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό τους για ανυπαρξία της γνώσεώς τους ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτρίωνε προς βλάβη της ενάγουσας, ώστε να τίθεται θέμα αναστροφής και παραβιάσεως του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο υποστηρίζονται τα' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το λοιπό μέρος του είναι απαράδεκτος διότι οι δ' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997). Κατ' ακολουθίαν ο έκτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης η ένσταση αυτή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Ο ένατος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη δια του λόγου τούτου ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν συνιστούν πράγματα κατά την προεκτεθείσα του όρου έννοια αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και ειδικότερα του στοιχείου αυτής ότι οι αναιρεσείοντες τελούσαν σε γνώση ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτρίωνε για να βλάψει την ενάγουσα δανείστρια οι οποίοι και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος.
Ο ίδιος ένατος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προταθείσα από αυτούς ένσταση: "ένσταση δαπανών" με την οποία ζητούσαν στη περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή να τους καταβληθούν οι αναγκαίες δαπάνες τις οποίες πραγματοποίησαν ως καλόπιστοι αγοραστές εντός της τελευταίας πενταετίας στο αγορασθέν ακίνητο ανερχόμενες στο ποσό των 42.858 ευρώ, είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι δεν πρόκειται για ισχυρισμό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης.
Ο όγδοος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος διότι τα φερόμενα δια του λόγου τούτου ως ληφθέντα υπόψη χωρίς να έχουν προταθεί από την ενάγουσα, οι ισχυρισμοί περί συνομολόγησης από τους αναιρεσείοντες της γνώσης των χρεών του μεταβιβάζοντος και επιβεβαίωσης τούτου από την μάρτυρά τους Μ.
Μ., συνομολόγησης από τον εναγόμενο μεταβιβάζοντα πρότασης προς την αναιρεσείουσα για αγορά του ακινήτου που είχε κατασχεθεί από τρίτο και επέκειτο πλειστηριασμός του ώστε τούτο να μείνει στην οικογένεια και περί του ότι το γεγονός ότι ο επικαρπωτής πατέρας ζούσε καθιστούσε την ανάγκη μεταβιβάσεως του ακινήτου επιτακτικότερη, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του νόμου αλλά συμπεράσματα και επιχειρήματα από τις αποδείξεις.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου τους (αναιρεσίβλητης) κατά το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ). Παρά όμως το σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης έστω και αν αυτή νίκησε δεν πρέπει να επιδικασθούν δικαστικά έξοδα υπέρ αυτής και σε βάρος του προσθέτως παρεμβάντος υπέρ των αναιρεσειόντων εφ' όσον η (αναιρεσίβλητη) δεν υποβλήθηκε σε κάποια πρόσθετη εξ αιτίας της παρέμβασης δαπάνη (άρθρ. 183 και 182 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και την πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειόντων παρέμβαση.
Απορρίπτει την από 19 Φεβρουαρίου 2010 αίτηση των 1) Δ. συζ. Θ. Τ. και 2) Θ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 4602/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και την από 22-2-2011 πρόσθετη παρέμβαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ