Legislator Case Law & Legislation
112/2025 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of bank's claim for breach of contract due to lack of specificity.

Case Number 112/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal filed by Eurobank against the Second Instance Court's dismissal of their breach of contract claim. The lower court had rejected the suit as inadmissible due to lack of specificity, citing errors in applying Article 559 of the Code of Civil Procedure. The Supreme Court found these errors significant, noting the plaintiff clearly demonstrated a negative balance existed during the relevant period and that the defendant was aware of the debt. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 106, 176, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; A claim for breach of contract is not inadmissible for lack of specificity if the plaintiff clearly demonstrates the existence of a negative balance and the defendant's knowledge of the debt, even without stating the exact amount.

Keywords

AI generated
breach of contract lack of specificity inadmissible claim negative balance remand for retrial Code of Civil Procedure banking dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 112 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 112/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Μαΐου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DO VALUE Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", η οποία εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάλα.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Νέας Ιωνίας Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΛΑΤΕΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΛΑΤΕΙΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στον Δήμο Νέας Ιωνίας Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 5) Θ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 6) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7) Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 8) Σ. - Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 9) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 10) Κ. Μ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη, ο οποίος ανακάλεσε την από 17-5-2024 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των αναιρεσιβλήτων:

1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,

2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Αιγίου", που εδρεύει στο Αίγιο και εκπροσωπείται νόμιμα,

3) επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ" (Ε.Ξ.Η.), που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα,

4. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΑΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων (κοινοποιουμένη η πρόσθετη παρέμβαση προς τους αναιρεσιβλήτους): α) Πρωτοβάθμιου Σωματείου Ένωσης Καταναλωτών με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ" (ΙΝΚΑ ΚΡΗΤΗΣ), που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, β) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και γ) δικηγόρου Αθηνών Ι. Μυταλούλη του Θωμά, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ": Κόμματος Δανειοληπτών - Ταυτότητα κεντρώων, που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου, όπως εκπροσωπείται από τον Πρόεδρό του Γεώργιο Μπαρτζώκη, δικηγόρο. Παραστάθηκε με τον Πρόεδρό του Γεώργιο Μπαρτζώκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2016 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2871/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 2868/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 27-9-2020 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1873/2022 απόφαση του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης σχετικά με το στο σκεπτικό αναφερόμενο ζήτημα.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1/2023 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Πλήρη Ολομέλεια, η οποία αποφάνθηκε ότι οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων και απέρριψε τις από 15-12-2022, 23-12-2022 και 9-1-2023 πρόσθετες παρεμβάσεις του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος", του επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ" και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΑΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Α.Ε.". Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου με την από 17-2-2023 κλήση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 12-3-2024 πρόσθετη παρέμβασή του ό,τι αναφέρεται σε αυτήν, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την 17-2-2023 κλήση τους οι αναιρεσείουσες "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη εταιρεία" και "DO VALUE Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" νόμιμα επαναφέρουν προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 27-9-2020 αίτηση αναίρεσης ,μετά την έκδοση της υπ'αριθ. 1/2023 αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία είχε παραπεμφθεί η υπόθεση με την υπ'αριθ. 1873/2022 απόφαση του Α2 Τμήματος αυτού, λόγω του ανακύψαντος ζητήματος γενικότερου ενδιαφέροντος σχετικά με την ενεργητική νομιμοποίηση των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία έκρινε το εις αυτήν παραπεμφθέν ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων και έκανε δεκτό ότι αυτή έχει την κατ'εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθ. 2 παρ.4 του ν.4354/2015 προς άσκηση κάθε ενδίκου βοηθήματος. Με την εν λόγω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ` αριθ. 2868/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 2871/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού εξαφάνισε κατά το εκκληθέν μέρος της την απόφαση αυτή, απέρριψε την εναντίον τους από 25-7-2016 αγωγή της αρχικά ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", κατά την επικουρική βάση αυτής, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Κατά το άρθρο 80 ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι είναι παραδεκτή στην κατ' αναίρεση δίκη η πρόσθετη παρέμβαση, απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την άσκηση αυτής είναι η ύπαρξη στον παρεμβαίνοντα τρίτο άμεσου (ειδικού) έννομου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στο δικόγραφο της παρέμβασης κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ.1 εδ.β'ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 38/1997, ΑΠ 396/2018).

Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει όμως αυτά, είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της (ΟλΑΠ 1/2023, ΟλΑΠ 28/2007, ΑΠ 781/2020).

Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων ή ότι σε μεταξύ άλλων εκκρεμή δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα, το οποίο θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, διότι υπάρχει ή πρόκειται να προκύψει σε μελλοντική δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου συναφής διαφορά αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του και η απόφαση να έχει σε βάρος του τις πιο πάνω δυσμενείς συνέπειες, δηλαδή του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειάς της (ΟλΑΠ 14/2008, ΟλΑΠ 9/2007). Ακόμη, το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης και να μπορεί να εξακριβωθεί χωρίς να διαταχθούν αποδείξεις, διότι η διάταξη αποδείξεων είναι ασυμβίβαστη με τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου ως ακυρωτικού δικαστηρίου (ΟλΑΠ 5/2003).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 81 παρ.1 ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με την επίδοση αντιγράφου αυτής στους διαδίκους (ΑΠ 396/2018). Ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ των αναιρεσιβλήτων, τα ΝΠΔΔ με την επωνυμία 1)Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών , 2) "Δικηγορικός Σύλλογος Αιγίου, και 3)η "Κεντρική Ενωση Επιμελητηρίων Ελλάδος" 4)το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ", 4)η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΝΑΥΠΗΓΟΕΠΙΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ ΑΕ", και 5)το πρωτοβάθμιο σωματείο με την επωνυμία "ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ".

Από τις πρόσθετες αυτές παρεμβάσεις έγιναν τυπικά δεκτές αυτές των 1ου, 2ου και 5ου των παρεμβαινόντων, ενώ απορρίφθηκαν οι λοιπές ως απαράδεκτες ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Ορθά εν προκειμένω η κλήση των αναιρεσειουσών, δεν επιδίδεται στους 3ο και 4η των προσθέτως παρεμβαινόντων ενώπιον της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου, γιατί οι πρόσθετες παρεμβάσεις τους απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες και επίσης ορθά δεν απευθύνεται κατά των λοιπών προσθέτως παρεμβαινόντων, των οποίων οι παρεμβάσεις έγιναν τυπικά δεκτές, ούτε επιδίδεται αυτή σε αυτούς, καθόσον το νομιμοποιούν αυτούς έννομο συμφέρον κατευθυνόταν μόνο στο νομικό ζήτημα που ήχθη προς κρίση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ήτοι αυτό της ενεργητικής, εν προκειμένω, νομιμοποίησης της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων και όχι στο ζήτημα του κύρους των καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ακινήτων , το οποίο εισήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την προεκτεθείσα κλήση , μετά την έκδοση της αποφάσεως της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην ενώπιον του οποίου (Δικαστηρίου τούτου) εκκρεμή διαδικασία δεν μετέχουν πλέον αυτοί και ως εκ τούτου δεν επιβάλλεται να καλούνται κατ 'άρθ. 81 παρ.3 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου άσκησε για πρώτη φορά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της 1ης αναιρεσίβλητης, με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 12-3-2024 και επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 81 παρ.1 ΚΠολΔ) στις αναιρεσείουσες και την υπερής η πρόσθετη παρέμβαση 1η αναιρεσίβλητη (βλ.

τις προσκομιζόμενες υπ'αριθ. ...-2024, ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Ν.) το κόμμα Δανειοληπτών -Ταυτότητα κεντρώων, ισχυριζόμενο ότι εκπροσωπεί δανειολήπτες εις βάρος των οποίων επισπεύδεται εκτέλεση. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση είναι απαράδεκτη, καθόσον το επικαλούμενο από το προσθέτως παρεμβαίνον κόμμα έννομο συμφέρον δεν δικαιολογεί την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης , διότι, σύμφωνα με τις εκτεθείσες ανωτέρω προϋποθέσεις του παραδεκτού, η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, δεν θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του, η δε απόφαση που θα εκδοθεί δεν θα δημιουργεί σε βάρος του δυσμενές δεδικασμένο, ούτε θα επιφέρει εκτελεστότητα ή θα δημιουργεί διαπλαστική σε βάρος του ενέργεια, ενώ σε κάθε περίπτωση το νομικό ζήτημα κρίθηκε από το Δικαστήριο της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής (ΑΠ 1300/2019), πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος (ΑΠ1284/2011), ενώ αδιάφορο είναι, αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, δηλαδή να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα αυτής και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΑΠ 928/2014, ΑΠ 1720/2014, ΑΠ 278/2011), και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών (δηλαδή ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη χωρίς να αρκεί η υπαίτια άγνοια του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014).

Η γνώση αυτή τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (ΑΠ 708/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθ. 1509 ΑΚ , αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 28/2017).

Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωσή σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 1523/2021, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 28/2017).

Πρέπει να σημειωθεί ότι η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις. Όμως, αν ο δανειστής που ζητεί τη διάρρηξη απαλλοτρίωσης του οφειλέτη του ως καταδολιευτικής συμβαίνει να γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη του και μπορεί να ικανοποιηθεί από αυτά, εκλείπει τότε η αναγκαία για τη διάρρηξη προϋπόθεση της αφερεγγυότητας του οφειλέτη του, αφού η γνώση των αφανών αυτών περιουσιακών στοιχείων από τον δανειστή τα καθιστά τελικώς εμφανή ως προς αυτόν.

Στην περίπτωση αυτή ο δανειστής δεν έχει αξίωση διάρρηξης της γενόμενης από τον οφειλέτη απαλλοτρίωσης, η οποία, άλλωστε, με διαφορετική εκδοχή, ευχερώς θα μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά την έννοια του άρθ. 281 ΑΚ, αν ο δανειστής, παρόλο που γνωρίζει την ύπαρξη αφανών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και μπορεί έτσι να επιληφθεί αυτών για την ικανοποίηση της απαίτησής του, επιλέξει, ωστόσο, να ζητήσει τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης ως καταδολιευτικής χωρίς ιδιαίτερο προς τούτο λόγο, προβάλλοντας απλώς τον κατ` αρχήν αφανή χαρακτήρα των λοιπών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, δηλαδή αν τα αφανή, αλλά γνωστά σ` αυτόν περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, ο δανειστής δεν τα θεωρήσει ως εμφανή τελικώς ως προς τον ίδιο (ΑΠ 928/2014).

Επίσης, από τις αυτές ως άνω διατάξεις των άρθρων 939 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.

Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (ΑΠ 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.

Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 28/2017, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1079/2015).

Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1491/2018).

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 2, 118, 216 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του, πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει: α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (ΟλΑΠ 15/2012) β) επίκληση προθέσεως βλάβης του δανειστή (με τη μεταβίβαση) και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένης στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν επαρκεί γι` αυτό (ΟλΑΠ 6/2003, AΠ 1116/2018, ΑΠ 661/2015). Το βάρος αποδείξεως της αφερεγγυότητας του οφειλέτη φέρει ο ενάγων δανειστής, που πρέπει να αποδείξει και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ απαλλοτριώσεως και αφερεγγυότητας.

Εξάλλου, η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 εδ.β` ΚΠολΔ με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Κριτήριο για τη διάκριση των ορίων του παραδεκτού της συμπλήρωσης, διευκρίνισης ή διόρθωσης των ισχυρισμών του ενάγοντος, ώστε να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, αποτελεί η διάκριση μεταξύ της νομικής και ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας αυτής, με τη δυνατότητα του ενάγοντος να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την (πρώτη) συζήτηση της υπόθεσης μόνο την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία και όχι τη νομική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 146/2024).

Πρέπει να σημειωθεί ότι ενόψει των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 216 παρ. 1 περ. α και 224 του ΚΠολΔ, στους ισχυρισμούς που μπορεί να προταθούν παραδεκτά στο Εφετείο, σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, δεν περιλαμβάνονται εκείνοι που απαρτίζουν ή συμπληρώνουν κατά το νόμο την ιστορική βάση αγωγής και θεμελιώνουν αγωγικό αίτημα, εφόσον αυτοί δεν εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο (ΑΠ 177/2001).

Η προσθήκη δε αυτών για πρώτη φορά στο Εφετείο, ακόμα και με την έφεση ή την αντέφεση επάγεται κατά το άρθρο 526 του ΚΠολΔ το απαράδεκτο της προβολής αυτών, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού με την προβολή αυτών, ως πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα, προστίθεται στο δεύτερο βαθμό νέο αντικείμενο δίκης (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1850/2022 ΑΠ 696/2021, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1704/2007).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 18/2018).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1487/2017).

Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1063/2014).

Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 25-7-2016 αγωγής της 1ης αναιρεσείουσας προκύπτει ότι σ' αυτήν, όπως το περιεχόμενό της παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αναφέρεται ότι η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία κατήρτισε εγγράφως, στις 22.03.2006, 08.03.2010 και 25.06.2010, στην Αθήνα, με την πρώτη εναγόμενη(ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία, ως πρωτοφειλέτρια, την υπ' αριθ. ...006 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες υπ' αριθ. ...010 και .../2010 αυξητικές του ορίου τούτης συμβάσεις αντίστοιχα, δυνάμει των οποίων ανοίχθηκε πίστωση εξυπηρετούμενη με ανοικτούς αλληλόχρεους λογαριασμούς μέχρι του συνολικού ποσού των 45.000.000 €.

Ότι την εκπλήρωση των όρων απάντων των ως άνω συμβάσεων και την ολοσχερή και εμπρόθεσμη εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου των τηρηθέντων λογαριασμών εγγυήθηκε ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος), ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την ανωτέρω πιστούχο. Ότι τα λογιστικά υπόλοιπα των σχετικώς τηρούμενων τεσσάρων υπ'αριθ. ... , ..., ... , ..., ... , ...

και ... ... λογαριασμών, η πρώτη εναγόμενη, ως πιστούχος, κατά δέσμευση και του δεύτερου εναγόμενου, ως εγγυητή, αναγνώρισε ρητά, στις 2.1.2015, τα δε υπόλοιπά τους κατά την 6.7.2016 ανέρχονταν στα ποσά των 582.904,90 €, 8.012.177,22 €, 3.849.801,02 € και 301.723,06 €, μετά των ποσών των 151.800,70 €, 1.498.811,29 €, 720.169,44 € και 78.574,80 € έναντι μη λογιστικοποιημένων συμβατικών τόκων, όπως προκύπτει από τις ενσωματωμένες στο αγωγικό δικόγραφο σχετικές καρτέλες αποσπασμάτων κίνησης των λογαριασμών αυτών από 2.1.2015 έως 6.7.2016 και εξωλογιστικού υπολογισμού συμβατικών τόκων.

Ότι με βάση τα παραπάνω, το οφειλόμενο ποσό από τους ως άνω λογαριασμούς την 6-7-2016 ανήλθε στο συνολικό ποσό των 15.195.962.43 ευρώ, πλέον τόκων από 7-7-2016 ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο. Ότι, επιπλέον, αυτή (η ενάγουσα), κατά τα ειδικώς αγωγικώς ιστορούμενα, ως δικαιούχος όλων των σχετικώς εκδοθεισών ομολογιών, διατηρεί έναντι της πρώτης εναγόμενης, ως εκδότριας, δυνάμει της από 7.3.2008 απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσής της και της, ακόλουθης, από 11.03.2008 απόφασης του διοικητικού της συμβουλίου, κοινού ομολογιακού δανείου του άρθ. 6 του ν. 3156/2006 ύψους 4.000.000 €, το οποίο έληξε την 08.04.2013, και κατά του δεύτερου εναγόμενου ως εγγυητή, επί τη βάσει υπογραφής από μέρους του, του από 13.03.2008 προγράμματος κοινού ομολογιακού δανείου και της από 14.03.2008 σύμβασης κάλυψης και διορισμού πληρεξούσιου καταβολών και εκπροσώπου των ομολογιούχων, συνολική ληξιπρόθεσμη απαίτηση ύψους 4.640.623,84 €, ως εξάγεται από την προσαρτημένη στο αγωγικό σώμα βεβαίωση της ίδιας κατ' άρθρο 4 παρ. 8 του αυτού ως άνω νόμου.

Ότι, επιπλέον, τούτη (η ενάγουσα) έχει κατά του δεύτερου εναγόμενου ληξιπρόθεσμη αξίωση καταβολής του ποσού των 3.000.000 €, από εγγύησή του για την καλή εκτέλεση από μέρους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΤΕΡΕΛΑΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" του από 4.6.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, δυνάμει του οποίου πωλήθηκαν σε αυτή από την ίδια (την ενάγουσα) 3.928.200 κοινές ονομαστικές μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΑΡΙΝΕΣ ΡΟΔΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΜΑΡΙΝΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με πίστωση του τιμήματος σε δόσεις, εκ των οποίων δεν καταβλήθηκε η ίση του ως άνω ποσού τελευταία.

Ότι τις απαιτήσεις εκ της ως άνω σύμβασης παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και των ομολογιών του προαναφερόμενου ομολογιακού δανείου η ενάγουσα, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, τιτλοποίησε κατά τις διατάξεις του ν. 3156/2013, μεταβίβασε, στις 23.02.2009 και 07.07.2008, στις εταιρείες ειδικού σκοπού, με έδρες το Λονδίνο της Αγγλίας, "Anaptyxi SME II APC LIMITED" και "Anaptyxi SME I PLC", αντίστοιχα, παραμείνασα η ίδια διαχειρίστριά τους, και επανέκτησε στις 28.06.2010 και 05.01.2011, αντίστοιχα, καταχωρηθεισών των οικείων συμβάσεων μεταβίβασης στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών σύμφωνα με το νόμο.

Ότι η συνολική απαίτηση της ενάγουσας ανερχόταν, στις 6.7.2016, έναντι της πρώτης εναγόμενης εταιρείας στο ποσό των 19.836.586,27 € (15.195.962,43 + 4.640.623.84) και έναντι του δεύτερου εναγόμενου στο ποσό των 22.836.586,27 € (15.195.962,43 + 4.640.623.84+ 3.000.000). Ότι οι συγκεκριμένοι εναγόμενοι, με σκοπό να ματαιώσουν την εναντίον τους αναγκαστική εκτέλεση, πριν μεν την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης πίστωσης, τη λήξη του ως άνω ομολογιακού δανείου και το ληξιπρόθεσμο της τελευταίας δόσης του από 04.06.2009 ιδιωτικού συμφωνητικού πώλησης μετοχών, σε κάθε όμως περίπτωση σε χρόνους κατά τους οποίους είχαν συντελεστεί τα παραγωγικά των οικείων απαιτήσεων της περιστατικά, κι ενώ γνώριζαν τις συναφείς χρηματικές αξιώσεις της, προέβησαν, ο καθένας διακριτά, προς τους λοιπούς συνεναγόμενούς τους στις ακόλουθες μεταβιβάσεις ακινήτων τους, όπως αυτά περιγράφονται εκτενώς στο αγωγικό κείμενο και τύγχαναν ελεύθερα βαρών: i) η πρώτη εναγόμενη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Α. - Φ., νομίμως μεταγεγραμμένου, πώλησε στην τέταρτη εναγόμενη(ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία ένα οικόπεδο, με το εντός αυτού ανεγειρόμενο συγκρότημα κατοικιών με υπόγεια και στέγη, κείμενο στη θέση "Παλαιό Μουσείο" ή "Βραχώρι" ή "Ζωοδόχος Πηγή" στην πόλη του Αργοστολιού Κεφαλληνίας, έκτασης 1.785 τετραγωνικών μέτρων και τρέχουσας εμπορικής αξίας 2.018.519,36 €, ii) η πρώτη εναγόμενη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών, νομίμως μεταγεγραμμένου, πώλησε στην τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ένα αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο, με την εντός αυτού ευρισκόμενη οικία, κείμενο στη θέση "Χαραβόντα" ή "Ράχη Χαριτάτης" ή "Ράχη Χαριτάτου" στον οικισμό "Σπηλιά" Κεφαλληνίας, έκτασης 8.805,33 τετραγωνικών μέτρων και τρέχουσας εμπορικής αξίας 351.000 €, iii) η πρώτη εναγόμενη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας Κ.

Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου, πώλησε στην πέμπτη εναγόμενη(ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) την υπό στοιχεία "ΟΙΚΙΑ 3" οικοδομή, κτισμένη επί κάθετης ιδιοκτησίας με στοιχεία "ΤΜΗΜΑ 3", που έχει συσταθεί επί οικοπέδου επιφάνειας 852,64 τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στη θέση "Κοκκιναρά" του Δήμου Κηφισιάς Αττικής, τρέχουσας εμπορικής αξίας 320.000 €, iv) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2010 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία, στον υιό του έκτο εναγόμενο(ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο) τις οριζόντιες ιδιοκτησίες υπό στοιχεία "ΑΠ1", "ΑΠ3", "ΑΠ4", "ΚΑΤ-1", "ΚΑΤ-2", "Α-2", "Β- 4" και "Β-5", στον υιό του έβδομο εναγόμενο(ήδη έκτο αναιρεσίβλητο) τις οριζόντιες ιδιοκτησίες υπό στοιχεία "ΑΠ2", "ΚΑΤ-4", "Α-3", "Β-1" και "Β-5", και στον εναγόμενο ανήλικo-υιό του Κ.

Μ.(ήδη δέκατο αναιρεσίβλητο), ως εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο (τον δεύτερο εναγόμενο) και τη σύζυγό του, Σ. Μ. του Κ., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του, τις οριζόντιες ιδιοκτησίες υπό στοιχεία "ΑΠ2", "ΑΠ5", "ΑΠ6", "ΚΑΤ-3", "Α-1", "Β- 1" και "Β-3", οι οποίες (οριζόντιες ιδιοκτησίες) άπασες έχουν συσταθεί επί οικοπέδου επιφάνειας 955,50 τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στο Δήμο Αργοστολίου και έχουν τρέχουσα συνολική εμπορική αξία 876.000 €, ν) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, παραιτήθηκε, λόγω γονικής παροχής, υπέρ των ως άνω υιών του, από το δικαίωμα του της επικαρπίας επί των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, το οποίο έχει τρέχουσα εμπορική αξία 1.215.000 €, vi) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα, στην θυγατέρα του όγδοη εναγόμενη(ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη), α) ένα οικόπεδο, με την εντός αυτού ευρισκόμενη εξ αρωγής οικία, κείμενο στην πόλη του Ληξουρίου Κεφαλληνίας, έκτασης 203,50 τετραγωνικών μέτρων και β) ένα οικόπεδο, με το εντός αυτού ευρισκόμενο εξ αρωγής πλακοσκεπές κτίσμα (κατάστημα), κείμενο στην πόλη του Ληξουρίου Κεφαλληνίας, έκτασης 74,49 τετραγωνικών μέτρων, συνολικής τρέχουσας εμπορικής αξίας αμφότερων τούτων 182.000 €, vii) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα, στην θυγατέρα του ένατη εναγόμενη(ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη), έναν αγρό - κληροτεμάχιο, με την εντός αυτού πεπαλαιωμένη ισόγεια αγροικία, κείμενο στη θέση "Παληαγιάννη" του Δήμου Μελισσίων Αττικής, έκτασης 2.275,73 τετραγωνικών μέτρων και τρέχουσας εμπορικής αξίας 230.000 €, viii) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2010 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία, στον υιό του έκτο εναγόμενο(ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο) την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχεία "ΟΙΚΙΑ 4Α" και στη θυγατέρα του όγδοη εναγόμενη(ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη) την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχεία "ΟΙΚΙΑ 4Β", οι οποίες (οριζόντιες ιδιοκτησίες) αμφότερες έχουν συσταθεί επί οικοπέδου επιφάνειας 2.503,69 τετραγωνικών, κείμενου στη θέση "Κεφαλάρι" ή "Καψοκαλύβα" ή "Καμάρα" και έχουν τρέχουσα συνολική εμπορική αξία 445.000 €, ix) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, παραιτήθηκε, λόγω γονικής παροχής, υπέρ των ως άνω τέκνων του, από το δικαίωμα του της επικαρπίας επί των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, το οποίο έχει τρέχουσα εμπορική αξία 930.000 €, x) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2010 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας την επικαρπία, στον υιό του έβδομο εναγόμενο την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχεία "ΟΙΚΙΑ 4Α", στη θυγατέρα του ένατη εναγόμενη(ήδη όγδοη αναιρεσίβλητη) την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχεία "ΟΙΚΙΑ 3Α", στον εναγόμενο ανήλικο υιό του Κ.

Μ., ως εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο (τον δεύτερο εναγόμενο) και τη σύζυγό του, Σ. Μ. του Κ., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του, την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχεία "ΟΙΚΙΑ 48" και στην εναγόμενη τότε ανήλικη θυγατέρα του Ε. Μ.(ήδη ένατη αναιρεσίβλητη), ως εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο και την ως άνω σύζυγό του, την οριζόντια ιδιοκτησία υπό στοιχεία "ΟΙΚΙΑ 33", οι οποίες (οριζόντιες ιδιοκτησίες) άπασες έχουν συσταθεί επί οικοπέδου επιφάνειας 2.502,26 τετραγωνικών μέτρων, κείμενου στη θέση "Κεφαλάρι" ή "Καψοκαλύβα" ή "Καμάρα" του Δήμου Κηφισιάς Αττικής και έχουν τρέχουσα συνολική εμπορική αξία 940.000 €, xi) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, παραιτήθηκε, λόγω γονικής παροχής, υπέρ των ως άνω τέκνων του, από το δικαίωμα του της επικαρπίας επί των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, το οποίο έχει τρέχουσα εμπορική αξία 2.050.000 €, xii) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....2011 συμβολαίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Νέας Ιωνίας, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά συγκυριότητα, στους υιούς του έκτο και έβδομο εναγόμενους, παρακρατώντας υπέρ του ιδίου και της ως άνω συζύγου του δικαίωμα οίκησης, ένα οικόπεδο, με την εντός αυτού ευρισκόμενη οικία, κείμενο στο Δήμο Κηφισιάς Αττικής, έκτασης 2.151,59 τετραγωνικών μέτρων, τρέχουσας εμπορικής αξίας περίπου 1.200.000 €, και xiii) ο δεύτερος εναγόμενος, δυνάμει των υπ' αριθμ. ..., ..., ...

και ... από ....2011 συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Α. - Φ., νομίμως μεταγεγραμμένων, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα, στον υιό του έκτο εναγόμενο, τέσσερα αγροτεμάχια, κείμενα στη θέση "Βαρδιόλα" του οικισμού Καλλιγάτων Κεφαλληνίας, τρέχουσας συνολικής εμπορικής αξίας 248.500 €.

Ότι όλες οι προαναφερόμενες μεταβιβάσεις, για τους ειδικώς αναπτυσσόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο λόγους, συνιστάμενους στις στενές συγγενικές σχέσεις των συμβαλλομένων φυσικών προσώπων, στη "συγγενική" σχέση των δύο συμβαλλόμενων ανώνυμων εταιρειών, των οποίων αμφοτέρων ο δεύτερος εναγόμενος αποτελεί τον βασικό φορέα, και στην κακή οικονομική κατάσταση τόσον αυτού, όσο και της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, με δεδομένη τη βεβαιότητα περί επιδείνωσης της, είναι απόλυτα εικονικές και άκυρες, αφού εν γνώσει όλων των συμβαλλόμενων και των νομίμων εκπροσώπων τους κατά περίπτωση (λόγω της ανηλικότητας ορισμένων) δεν καταρτίσθηκαν στα σοβαρά, αλλά φαινομενικά, κατ' επίφαση και χωρίς να υπάρχει στους δικαιοπρακτούντες συναλλακτική πρόθεση μεταβίβασης των αντίστοιχων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, παρά μόνο η θέληση να δημιουργηθεί στους τρίτους η εντύπωση πως μεταβιβάστηκαν τα αντίστοιχα ακίνητα, ώστε αυτά να εκφύγουν της υπέγγυας στους δανειστές των μεταβιβασάντων περιουσίας.

Ότι, επικουρικά, αφενός, η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, όπως εκπροσωπείτο νόμιμα από τον δεύτερο εναγόμενο και την αδελφή του - πέμπτη εναγόμενη, ενώ γνώριζε πως οι σχετικώς τηρηθέντες αλληλόχρεοι λογαριασμοί εμφάνιζαν σταθερά χρεωστικά υπόλοιπα εις βάρος της, ως πρωτοφειλέτριας, ότι ο 2ος των εναγομένων Ι.

Μ., κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της έναρξης των ως άνω απαλλοτριωτικών μεταβιβάσεων (Ιανουάριος του 2010) αναγνώρισε ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας ΙΟΝΙΟΣ Α.Ε. με την υπογραφή του υπό την εταιρική της επωνυμία τα χρεωστικά υπόλοιπα που εμφάνιζαν οι λογαριασμοί της πιστώσεως και δη δυνάμει των από 04.01.2010 επιστολών αναγνώρισης χρεωστικού υπολοίπου αναγνώρισε ότι ο υπ' αριθ. ...

λογαριασμός εμφάνιζε την 04.01.2010 χρωστικό υπόλοιπο ύψους 6.937.000,00 ευρώ και ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός εμφάνιζε την 04.01.2010 χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 1.500.000,00 ευρώ, η δε αναγνώριση αυτή εκ μέρους της πιστούχου δεσμεύει κατά τα άνω αναφερόμενα και τον β' των εναγομένων εγγυητή, περαιτέρω ότι : α) την 30.06.2010 οι άνω υπ' αριθ. ...

και ... λογαριασμοί εμφάνιζαν χρεωστικά εις βάρος της πιστούχου υπόλοιπα ύψους 9.962.000,00 ευρώ και 3.500.000,00 ευρώ αντίστοιχα, β) την 30.12.2010 ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός και ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός εμφάνιζαν χρεωστικά εις βάρος της πιστούχου υπόλοιπα ύψους 9.962.000 ευρώ και 3.500.000,00 ευρώ αντίστοιχα και γ) την 30.03.2011 ο υπ' αριθ. ...

λογαριασμός και ο υπ'αριθ. ... λογαριασμός εμφάνιζαν χρεωστικά εις βάρος της πιστούχου υπόλοιπα ύψους 9.961.835,34 ευρώ και 3.500.000 ευρώ αντίστοιχα, πως η ίδια είχε γεγενημένες χρηματικές υποχρεώσεις εκ του προαναφερόμενου ομολογιακού δανείου, και, αφετέρου, ο δεύτερος εναγόμενος ενώ γνώριζε την ευθύνη του ως εγγυητή στα πλαίσια τόσο της ένδικης σύμβασης παροχής πίστωσης όσο και του ομολογιακού δανείου της ως άνω εταιρείας του, αλλά και εκ της προαναφερόμενης από 04.06.2009 σύμβασης πώλησης μετοχών, αλλά και διαβλέποντας την κακή οικονομική πορεία του επιχειρηματικού του ομίλου, εν τούτοις, με σκοπό ματαίωσης της ικανοποίησης των ανωτέρω απαιτήσεων αυτής (της ενάγουσας) αμφότεροι τούτοι (οι πρώτη και ο δεύτερος εναγόμενοι), προέβησαν στις ανωτέρω μεταβιβάσεις των μοναδικών ελεύθερων βαρών περιουσιακών τους στοιχείων, προκειμένου να τα προστατεύσουν από ενδεχόμενη αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση των ως άνω ενδίκων απαιτήσεων.

Ότι με τις μεταβιβάσεις των μοναδικών γνωστών ανωτέρω περιουσιακών τους στοιχείων τους, ήθελαν και οι δύο συγκεκριμένοι διάδικοι να περιέλθουν και πράγματι περιήλθαν σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μην υπάρχει εμφανής και ελεύθερη βαρών περιουσία στο όνομά τους. Ότι η τέταρτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, όπως εκπροσωπείτο από τον δεύτερο εναγόμενο, ανήκοντας στο επιχειρηματικό του όμιλο, όπως και η πέμπτη εναγόμενη - αδελφή του, έχουσα συμμετοχή στις διοικήσεις και τα μετοχικά κεφάλαια αμφότερων των εν προκειμένω διαδίκων εταιρειών, αναμφίβολα γνώριζαν τον ως άνω καταδολιευτικό σκοπό της αντισυμβαλλόμενης τους κατά περίπτωση πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας.

Ότι οι λοιποί εναγόμενοι - τέκνα του δεύτερου εναγόμενου, όπως, αναφορικά με τους ανηλίκους που συνήψαν δικαιοπραξία εξ αυτών, η σχετική ενδιάθετη κατάστασή τους αποκρυσταλλώθηκε στα πρόσωπα των ασκούντων τη γονική μέριμνα γονέων τους, ήτοι του πρώτου εναγόμενου και της προαναφερόμενης συζύγου του αρχικής δεύτερης εναγομένης, γνώριζαν πως οι ανωτέρω αφορώσες τους ίδιους απαλλοτριώσεις έγιναν προς βλάβη αυτής (της ενάγουσας), λόγω της συμβίωσης και της συνύπαρξης με τους εν λόγω γονείς τους.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για απαλλοτριώσεις από χαριστική αιτία, οπότε δεν απαιτείτο η γνώση των εν λόγω διαδίκων - τέκνων του δεύτερου εναγόμενου. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω εικονικότητας των δικαιοπραξιών που καταρτίσθηκαν και β) επικουρικά, να απαγγελθεί υπέρ αυτής η διάρρηξη όλων των απαλλοτριωτικών δικαιοπραξιών που συντελέσθηκαν με τα ανωτέρω συμβόλαια.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε την κύρια βάση της αγωγής νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθ. 138 παρ. 1, 139, 180 ΑΚ και την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, ερευνώντας δε περαιτέρω την επικουρική βάση της αγωγής περί διάρρηξης, εκτιμώντας ότι η ενάγουσα με την προσθήκη - αντίκρουσή της, παραδεκτά συμπλήρωσε την ιστορική της βάση με την αναφορά περί κλεισίματος των επίδικων αλληλόχρεων λογαριασμών προ της ενώπιόν του συζήτησης, έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 455 επ. ,496, 512, 513, 516, 847 επ, 873, 874, 939, 941 έως 943, 1033, 1192 αρ.1, 1509 εδ.

α', 1510, 1511 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 του ν.δ. της 17.7/13.8.1923, 1 έως 6, 10 του ν. 3156/2003, 3 του ν. 2844/2000 και την έκανε δεκτή κατ'ουσίαν απαγγέλλοντας την ολική διάρρηξη υπέρ της ενάγουσας/1ης αναιρεσείουσας όλων των απαλλοτριώσεων ως καταδολιευτικών. Ασκηθείσης εφέσεως από τους εναγόμενους, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία έκρινε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα εξής: "Εν προκειμένω, σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομική σκέψη, η αγωγή, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της και αναφερόμενα παραπάνω στο υπό στοιχείο

ΙΙ κεφάλαιο της παρούσας, περιστατικά, τυγχάνει αόριστη για τους ακόλουθους λόγους: 1ον) Η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν αναφέρει στην αγωγή ποιά συγκεκριμένα εμφανή περιουσιακά στοιχεία απέμειναν στους οφειλέτες μετά τις επίμαχες απαλλοτριώσεις και υφίστανται κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής καθώς και την αξία καθενός από αυτά.

Η δε αόριστη και ασαφής μνεία που διαλαμβάνεται στην αγωγή ότι μετά τις καταδολιευτικές μεταβιβάσεις δεν υφίστανται επαρκή μη απαλλοτριωθέντα περιουσιακά στοιχεία των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη - κατά την αρίθμηση που διαλαμβάνεται παραπάνω στα εισαγωγικά της παρούσας - δύο πρώτων εκκαλούντων, προς ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας - εφεσίβλητης τράπεζας, καθόσον τα μοναδικά (εμφανή) ακίνητα που εξακολουθούν να βρίσκονται στην κυριότητά τους είτε έχουν μικρή εμπορική αξία, καθώς τυγχάνουν ως επί το πλείστον αγροτεμάχια, είτε είναι υπερβεβαρημένα (με τεραστίου ύψους προσημειώσεις υποθηκών και κατασχέσεις) υπέρ τρίτων πιστωτών (κατά πιστή μεταφορά των διαλαμβανομένων στις 4η και 5η παραγράφους της 86ης σελίδας της αγωγής), η οποία συνιστά ποσοτική αοριστία της αγωγής, ουδόλως συμπληρώθηκε και διευκρινίστηκε από την ενάγουσα, με τις έγγραφες προτάσεις που αυτή κατέθεσε προ της επ' ακροατηρίου συζήτησης της αγωγής, κατ' εφαρμογή των άρθρων 224, 236 και 237 παρ. 1 του ΚΠολΔικ ...μη αρκουμένης(ενν.

αρκούσης) της, επίσης αόριστης και ασαφούς, αναφοράς στις προτάσεις της ότι από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως εκτυπώσεις από το διατραπεζικό σύστημα "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ" προκύπτουν επ' ονόματι των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη - κατά την διαλαμβανόμενη παραπάνω στα εισαγωγικά της παρούσας αρίθμηση - δύο πρώτων εκκαλούντων, η καταχώριση πλήθους δυσμενών εις βάρος τους στοιχείων και συνακόλουθα η πλήρης αφερεγγυότητά τους κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής (κατά πιστή μεταφορά των διαλαμβανομένων στην 2η παράγραφο της 25ης σελίδας των έγγραφων πρωτόδικων προτάσεων της ενάγουσας, τις οποίες αυτή ενσωματώνει αυτούσιες στις προκείμενες κατ' έφεση προτάσεις της, με κάτωθι αυτών υπογραφή των πληρεξουσίων δικηγόρων της, ώστε να συνιστούν ενιαίο κείμενο), με περαιτέρω αναφορά κατ' είδος και ποσό απαίτησης, για έκαστο των παραπάνω εναγομένων - εκκαλούντων, των επιμέρους δυσμενών στοιχείων και τούτο διότι, η ύπαρξη δυσμενών στοιχείων συνιστά μεν οικονομική δυσπραγία, δεν συνεπάγεται, όμως, αφερεγγυότητα, υπό την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ, ως προϋπόθεση της διάρρηξης, ήτοι ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη προς ικανοποίηση του αιτουμένου την διάρρηξη δανειστή, η οποία (υπόλοιπη περιουσία) εν προκειμένω, ως προεκτέθηκε, ουδόλως αναφέρεται.

Ομοίως, για τους αυτούς ως άνω λόγους, δεν αρκεί και δεν συνιστά συμπλήρωση - διευκρίνηση της κατά τα ανωτέρω αοριστίας της αγωγής ως προς το στοιχείο της ανεπάρκειας της υπόλοιπης εμφανούς περιουσίας των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη - κατά την διαλαμβανόμενη παραπάνω στα εισαγωγικά της παρούσας αρίθμηση - δύο πρώτων εκκαλούντων, η επίσης αόριστη και ασαφής αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας, ότι από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκτυπώσεις του Δ.Σ.Α έχουν καταχωρηθεί σε βάρος των ανωτέρω εναγομένων - εκκαλούντων πλήθος διαταγών πληρωμής (κατά πιστή μεταφορά των διαλαμβανομένων στην 2η παράγραφο της 26ης σελίδας των έγγραφων πρωτόδικων προτάσεων της ενάγουσας), καθώς και ότι από την από 12/4/2016 έρευνα ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας εταιρείας στο Υποθηκοφυλακικό/ Κτηματικό Γραφείο Αμαρουσίου, προκύπτει, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη μεγάλου ύψους υποθηκών/κατασχέσεων υπέρ τρίτων σε ακίνητο ιδιοκτησίας της (κατά πιστή μεταφορά των διαλαμβανομένων στην 4η παράγραφο της 26ης σελίδας των έγγραφων πρωτόδικων προτάσεων της ενάγουσας), το οποίο (ακίνητο) ουδόλως περιγράφεται ούτε και γίνεται επίκληση ότι συνιστά το μοναδικό εμφανές περιουσιακό στοιχείο της ανωτέρω εναγομένης - εκκαλούσας εταιρείας, με περαιτέρω αναφορά κατ' είδος, ποσό και στοιχεία δανειστή, των επιμέρους βαρών. 2ον) Καθ' ό μέρος η αιτούμενη διάρρηξη σκοπεί στην ικανοποίηση της επιμέρους απαίτησης της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης από την διαλαμβανόμενη στην αγωγή πιστωτική σύμβαση διά ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, μετά των πρόσθετων πράξεων αυτής, η αγωγή είναι, επιπροσθέτως, αόριστη διότι η ενάγουσα δεν προσδιορίζει στο δικόγραφο αυτής ότι είχε γεννημένη απαίτηση κατά των μεταβιβασάντων οφειλετών από την ανωτέρω αιτία, κατά το χρόνο των επίδικων απαλλοτριώσεων, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 18/1/2010 έως 29/7/2011, με ακριβή προσδιορισμό του ύψους αυτής, διά της παραθέσεως των αναλυτικών κινήσεων των επιμέρους χρεοπιστώσεων των λογαριασμών που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της πίστωσης.

Ειδικότερα, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα στο αγωγικό δικόγραφο δεν ισχυρίζεται, ούτε έστω υπονοεί, ότι ο λογαριασμός αυτός, εάν γινόταν αντιπαραβολή των κονδυλίων του κατά το επίμαχο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των μεταβιβάσεων, δηλαδή από 18/1/2010 έως 29/7/2011, θα παρουσίαζε χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος των μεταβιβασάντων οφειλετών, ούτε επικαλείται και το ποσό του καταλοίπου αυτού, δηλαδή το ποσό της απαίτησής κατά των τελευταίων.

Αντιθέτως, η ενάγουσα - εφεσίβλητη ισχυρίζεται α) στην αγωγή της ότι το ποσό των 15.195.962,43 ευρώ, για την είσπραξη του οποίου ζητείται η διάρρηξη, προέκυψε την 6/7/2016, δηλαδή λίγο πριν από την άσκηση της αγωγής που συντελέστηκε με την επίδοσή της στους εναγόμενους (και ήδη εκκαλούντες) στις 27/7/2016 και έξι (6) και επτά (7) χρόνια μετά τις επίδικες φερόμενες ως καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις, παραθέτοντας προς ακριβέστερο προσδιορισμό του ύψους αυτού τις επιμέρους κινήσεις χρεοπιστώσεων των σχετικών λογαριασμών από την 2/1/2015, οπότε και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ήδη - κατά την διαλαμβανόμενη στα εισαγωγικά της παρούσας αρίθμηση - δύο πρώτοι εκκαλούντες αναγνώρισαν το προηγούμενο χρεωστικό σε βάρος τους κατάλοιπο ύψους 16.082.806,11 ευρώ, έως την 6/7/2016 και β) στις έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις της αφενός μεν ότι στις 29/11/2016, ήτοι έξι (6) και επτά (7) χρόνια από τις επίδικες μεταβιβάσεις και πριν από την πρώτη συζήτηση της αγωγής, έκλεισε οριστικά τους σχετικούς λογαριασμούς της πίστωσης, οι οποίοι εμφάνιζαν χρεωστικό σε βάρος των ανωτέρω εναγομένων - εκκαλούντων συνολικού ποσού 12.746.606,20 ευρώ, πλέον τόκων τους οποίους δεν είχε συνυπολογίσει κατά την ανωτέρω ημερομηνία του κλεισίματος, αφετέρου δε ότι στις 21/5/2012, ήτοι δύο (2) και έναν (1) χρόνο μετά τις επίδικες μεταβιβάσεις, ενημέρωσαν εγγράφως τους παραπάνω εναγομένους - εκκαλούντες ότι η πίστωση εμφανίζει χρεωστικό σε βάρος τους υπόλοιπο ύψους 30.340.992,45 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων τόκων και οφειλομένων προμηθειών από εγγυητικές επιστολές, υπενθυμίζοντας τους (όπως επί λέξει αναγράφεται στις προτάσεις της και δη στους τρεις τελευταίους στοίχους της τελευταίας παραγράφου της 23ης σελίδας αυτών) την υποχρέωσή τους να προχωρήσουν στην εξόφληση ποσού 2.000.000 ευρώ.

Εξάλλου, η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν παραθέτει αναλυτική κίνηση των επιμέρους χρεοπιστώσεων για το χρονικό διάστημα πριν από την 2/1/2015, οπότε και έλαβε χώρα η, μοναδική επικαλούμενη στην αγωγή, αναγνώριση εκ μέρους των παραπάνω εναγομένων - εκκαλούντων του χρεωστικού καταλοίπου ύψους 15.195.962,43 ευρώ, με την επισήμανση ότι ουδεμία έννομη επιρροή επάγεται η επικαλούμενη στην αγωγή και δη στις 3η και 4η παραγράφους της 84ης σελίδας του δικογράφου αυτής, έγγραφη αναγνώριση, εκ μέρους της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας πιστούχου εταιρείας, του, κατά την 4/1/2010, προκύψαντος χρεωστικού, σε βάρος των ανωτέρω εναγομένων - εκκαλούντων, καταλοίπου της ανωτέρω πίστωσης, συνολικού ύψους 8.437.000 ευρώ, καθόσον η αναγνώριση αυτή, όπως διαλαμβάνεται στην αγωγή, αφορά τους υπ' αριθ. ...

και ... λογαριασμούς, οι οποίοι, ωστόσο, είναι διαφορετικοί από τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή υπ' αριθ. ......., ......., ....... και ....... λογαριασμούς, τους οποίους η ίδια η ενάγουσα - εφεσίβλητη αναφέρει ως αυτούς που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της χορηγούμενης πίστωσης, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση και διευκρίνιση της ανωτέρω διαφοροποίησης.

Επιπροσθέτως, ουδεμία έννομη συνέπεια επάγεται το ότι η ενάγουσα στην 4η παράγραφο της 84ης σελίδας της αγωγής, συνέχεια της οποία συνιστά η 1η παράγραφος της 85ης σελίδας αυτής, προβαίνει σε ενδεικτική αναφορά, όπως αναγράφεται στο δικόγραφο (επί λέξει "ενδεικτικά αναφέρουμε") ότι τα σε βάρος των ανωτέρω εναγομένων - εκκαλούντων χρεωστικά υπόλοιπα, στις 30/6/2010, 30/12/2010 και 30/11/2011, ήτοι σε ημερομηνίες που ως επί το πλείστον εμπίπτουν στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα των επίδικων απαλλοτριώσεων (18/1/2010 έως 29/7/2011), ανέρχονταν στα συνολικά ποσά των 13.462.000 ευρώ, κατά τις ανωτέρω δύο πρώτες ημερομηνίες και των 13.461.835,34 ευρώ κατά την ανωτέρω τρίτη ημερομηνία, καθόσον αφορούν την κίνηση των υπ' αριθ. ..., ...

και ... λογαριασμών, οι οποίοι, ωστόσο, είναι διαφορετικοί από τους προαναφερόμενους υπ' αριθ. ......., ......., ....... και ....... λογαριασμούς, τους οποίους, όπως προεκτέθηκε, η ίδια η ενάγουσα - εφεσίβλητη αναφέρει στην αγωγή της ως αυτούς που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της χορηγούμενης πίστωσης, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση και διευκρίνιση της ανωτέρω διαφοροποίησης.

Και ναι μεν ο φορέας της απαίτησης από κατάλοιπο αλληλόχρεου και ανοικτού λογαριασμού έχει την ιδιότητα του δανειστή και μπορεί να ασκήσει την αγωγή διάρρηξης και πριν το οριστικό κλείσιμο αυτού, καθόσον τα παραγωγικά της απαιτήσεώς του γεγονότα υπάρχουν ήδη από τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, θα πρέπει, όμως, κατά τον δεδομένο χρόνο της απαλλοτρίωσης να είχε γεννημένη απαίτηση εκ χρεωστικού καταλοίπου, η οποία εν συνεχεία κατέστη ληξιπρόθεσμη με το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού έως και την πρώτη συζήτησης της αγωγής, ενόψει του ότι, όπως προεκτέθηκε στη νομική σκέψη που διαλαμβάνεται στο υπό στοιχείο II κεφάλαιο της παρούσας, λόγω της φύσεως και του τρόπου λειτουργίας του λογαριασμού αυτού, έκαστος των μερών είναι εν δυνάμει δανειστής και οφειλέτης του άλλου, ανάλογα με την ενεργητική ή παθητική θέση του από την σε δεδομένη στιγμή αντιπαράθεση των αμοιβαίων χρεοπιστώσεων.

Η κρίση αυτή επιρρωνύεται λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών προϋποθέσεων του ΑΚ 939 και δη αυτών του δόλου του οφειλέτη, ο οποίος είναι αδιανόητος για μεταγενέστερες απαιτήσεις και της βλάβης του δανειστή ο οποίος δεν μπορεί να υπολογίζει για την ικανοποίηση της αξιώσεώς του σε περιουσιακά στοιχεία που έχουν ήδη εξέλθει από την περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο γέννησης της απαίτησής του.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την αγωγή ορισμένη κατά την επικουρική βάση της περί διάρρηξης των διαλαμβανομένων στο αγωγικό δικόγραφο δικαιοπραξιών ως καταδολιευτικών, ενώ έδει να την απορρίψει ως αόριστη, απορρίπτοντας και τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και δη των διατάξεων που διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο Α παράγραφο του προκείμενου κεφαλαίου της παρούσας, κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο του ορισμένου της αγωγής από το Δικαστήριο τούτο, ενόψει του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και του ότι οι εκκαλούντες επικαλούνται ως πλημμέλεια (και) την κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά και κατά παραδοχή ως βάσιμου κατ' ουσίαν του αντίστοιχου δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης, όπως αυτός εκτιμάται ορθά από το Δικαστήριο τούτο και δη κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος αυτού με τα οποία οι εκκαλούντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη λόγω της μη αναφοράς στο δικόγραφο αυτής αφενός μεν της συγκεκριμένης εμφανούς υπόλοιπης, μετά τις επίμαχες μεταβιβάσεις, περιουσίας τους, καθώς και της αξίας αυτής, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, αφετέρου δε του ύψους της απαίτησης της ενάγουσας και δη αυτήν που απορρέει από την πιστωτική σύμβαση κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων.

Ακολούθως, πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να εξαφανισθεί κατά το ως άνω κεφάλαιό της που έκανε δεκτή την αγωγή". Με τις ανωτέρω αιτιολογίες το Εφετείο απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι: 1) επί αγωγής διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας για τη ποσοτική επάρκεια και συνεπώς για το ορισμένο της ιστορικής βάσεως της αγωγής αναφορικά με την αφερεγγυότητα του οφειλέτη κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής θα έπρεπε στο αγωγικό δικόγραφο να αναφέρονται, πέραν της επίκλησης της βλάβης του δανειστή ως εκ της αφερεγγυότητας του οφειλέτη και τα συγκεκριμένα εμφανή περιουσιακά στοιχεία του τελευταίου, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο υποπίπτοντας, κατ'εκτίμηση του λόγου, στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αφού για την πληρότητα της ιστορικής βάσεως της αγωγής αρκούσε η αναφορά ότι ο οφειλέτης ήταν αφερέγγυος κατά τον κρίσιμο χρόνο, πραγματικό περιστατικό που βαρύνεται, όπως προεκτέθηκε, να αποδείξει ο ίδιος ο επικαλούμενος αυτό ενάγων προσκομίζοντας τις σχετικές αποδείξεις του, χωρίς να είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται σε αυτήν και τα συγκεκριμένα εμφανή περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη εναγομένου. 2)Επίσης, παρά το ότι δέχθηκε ότι παραδεκτά συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής αναφορικά με το όντως ελλείπον από την ιστορική της βάση στοιχείο του κατάλοιπου του αλληλόχρεου λογαριασμού δια της αναφοράς στις προτάσεις του πρώτου βαθμού του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού και του εξ αυτού προκύπτοντος καταλοίπου, το οποίο ήταν απαιτητό, εν τούτοις έκρινε ότι εξακολουθεί να υπάρχει ποσοτική αοριστία λόγω του ότι η ενάγουσα αναφέρει την κίνηση λογαριασμών άλλων από αυτούς από τους οποίους προέκυπτε το κατάλοιπο.

Ετσι όμως παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον η αναφορά άλλων λογαριασμών από τους αρχικά αναφερόμενους ως τηρηθέντες, ουδόλως καθιστά την αγωγή αόριστη, αφού τα ακριβή στοιχεία των πράγματι τηρηθέντων, η κίνηση των οποίων, μετά την αναγνώριση εκτίθεται στην αγωγή, θα προκύψουν από τις αποδείξεις. 3) Αναφορικά με τα κονδύλια από το ομολογιακό δάνειο και την οφειλή του β'εναγομένου/2ου αναιρεσιβλήτου από το ιδιωτικό συμφωνητικό, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε σιωπηρά το αίτημα και γι'αυτά ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, αν και στην ιστορική βάση της αγωγής αναφέρονται τα δικαιοπαραγωγικά αίτια από τα οποία προέκυπτε η από τις συμβάσεις αυτές οφειλή των εναγομένων, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. 4)Τέλος, εσφαλμένα έκρινε ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι η ενάγουσα είχε γεγενημένη αξίωση εκ χρεωστικού καταλοίπου κατά τον χρόνο των επιδίκων απαλλοτριώσεων, αφού ρητά αναφέρεται στην ιστορική βάση της αγωγής (σελ. 84) ότι καθόλο το διάστημα που συντελέστηκαν οι κρίσιμες απαλλοτριώσεις, οι λογαριασμοί που τηρούνταν για τη λειτουργία της συμβάσεως πιστώσεως εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο, και ότι αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο 2ος εναγόμενος/2ος αναιρεσίβλητος ως νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης εναγομένης και εγγυητής , όπως επίσης αναφέρεται ότι γνώριζε την ενοχή της 1ης εναγομένης από το ομολογιακό δάνειο αλλά και του ιδίου από το από 4-6-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης μετοχών, δεν είναι δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρεται σε αυτήν το ακριβές ύψος της απαίτησης της ενάγουσας, που απορρέει από την πιστωτική σύμβαση, κατά τον χρόνο των απαλλοτριώσεων, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο φορέας της απαίτησης από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού έχει την ιδιότητα του δανειστή και μπορεί να ασκήσει την αγωγή διάρρηξης και πριν το οριστικό κλείσιμο αυτού, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, καθόσον τα παραγωγικά της απαιτήσεώς του γεγονότα υπάρχουν ήδη από τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής.

Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο απορρίπτοντας την αγωγή συνολικά ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο υποπίπτοντας στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 (όχι δε και 1) του άρθ. 559 ΚΠολΔ και συνεπώς θα πρέπει να γίνουν δεκτοί αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με αυτό που εξέδωσε την προσβληθείσα απόφαση, αποτελούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που δίκασαν (άρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών που νίκησαν και κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθ. 106, 176, 189 παρ.1 , 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό αναφερόμενα, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος κόμματος, η παρέμβαση του οποίου απορρίφθηκε, ελλείψει αιτήματος από τις αναιρεσείουσες (άρθ. 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 27-9-2020 αίτηση αναίρεσης με την από 12-3-2024 πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση.

Δέχεται την από 27-9-2020 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ'αριθ. 2868/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αποτελούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ