Legislator Case Law & Legislation
112/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal due to lack of active standing in first instance. The appellant was not a party to the original suit, rendering the appeal admissible. The court reverses the lower court's ruling and remands the case for retrial.

Case Number 112/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court of Appeal's dismissal of the appeal. The appellant argued that the lower court erred in declaring the appeal inadmissible because she lacked active standing in the original property registration suit. The court found that the appellant was indeed not a party to the first instance proceedings, making the lower court's rejection of the appeal legally incorrect. Consequently, the Supreme Court reversed the lower court's decision, accepted the appeal, and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; If a party lacks active standing in the first instance, the lower court cannot declare the subsequent appeal inadmissible on that ground, and the appeal must be accepted and the case remanded for retrial.

Keywords

AI generated
active standing admissibility of appeal property registration suit lack of party status remand for retrial Code of Civil Procedure procedural standing

Cited Legislation

AI generated
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 498, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 568, paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 576, paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5, paragraph 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 1328/2022
Supreme Court Case 948/2022
Supreme Court Case 477/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 112 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 112/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. του Ε. και Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νοτάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Οργανισμός Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεως (Ο.Κ.Χ.Ε)", που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Τιμολέοντος Βάσσου, αριθ. 11-13 και εκπροσωπείται νομίμως, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Κρωπίας, που εδρεύει στο Κορωπί, οδός Αττικής 61 και Σπετσών, στον οποίο υπάγεται ο Δήμος Γέρακα, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Τοπαλίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2009 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 1401/6-3-2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2809/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν οι διάδικοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (ΑΠ 1328/2022, ΑΠ 948/2022, ΑΠ 477/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη σημερινή συνεδρίαση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζήτηση της υπόθεσης, το πρώτο και ο δεύτερος των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από τις με αριθμ. ...

και ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Γ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, με επιμέλεια της οποίας επισπεύδεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την στη συνέχεια αυτής, από 22-9-2021, πράξη της Προέδρου του ΑΠ περί ορισμού του Γ' Τμήματος αρμοδίου για την εκδίκαση της εν λόγω αίτησης αναίρεσης, την από 22-09-2021 πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας προς συζήτηση της προκείμενης υπόθεσης, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο πρώτο και στον δεύτερο των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα.

Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω συνεδρίαση, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσίβλητων.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 2809/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την εκουσία δικαιοδοσία, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η έφεση της αιτούσας ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμ. 1401/6-3-2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αίτηση διόρθωσης εσφαλμένης (πρώτης) κτηματολογικής εγγραφής. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 761 ΚΠολΔ σαφώς συνάγεται, ότι κατά των αποφάσεων που εκδίδονται επί των υπαγόμενων στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 έως 781 ΚΠολΔ) υποθέσεων δικαιούνται να ασκήσουν έφεση και αν νίκησαν ο αιτών, εκείνος κατά του οποίου έχει στραφεί η αίτηση, εκείνοι που άσκησαν κυρία και πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι τους, καθώς και ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών.

Αν κάποιος που έχει έννομο συμφέρον δεν μετάσχει, ούτε κλήθηκε να μετάσχει στη δίκη, κατά το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεν δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης που εκδόθηκε, αλλά έχει δικαίωμα να ασκήσει τριτανακοπή κατ` αυτής. Η έφεση που ασκείται από πρόσωπο που δεν νομιμοποιείται σε άσκησή της είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 741 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781 ΚΠολΔ, εφόσον προσαρμόζεται στη διαδικασία αυτή και δεν αντίκειται σε ειδικές διατάξεις (ΑΠ 30/2021, ΑΠ 305/2005).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).

Έτσι, ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων και των προσθέτων λόγων έφεσης (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 1206/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα :

Η αιτούσα, Α. Γ. του Ε., ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 8/12/2009 αίτηση διόρθωσης ανακριβούς πρώτης (αρχικής) κτηματολογικής εγγραφής, επικαλούμενη ότι είναι κυρία με πρωτότυπο τρόπο του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου), με κτηματολογικό αριθμό ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στη θέση "...", επί της οδού ..., έχει κωδικό αριθμό …, στη συνοικία "...", του Δήμου Γέρακα Αττικής, το οποίο εσφαλμένα φέρεται στις κτηματολογικές εγγραφές ως ''άγνωστου ιδιοκτήτη''.

Επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, η με αριθμ. 1401/6-3-2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αίτηση. Επί της από 23-4-2014 και με αριθμ. έκθ. κατ. 3268/14-5-2014 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, που ενεγράφη στο πινάκιο, με τη με αριθμ. 4395/21-5-2014 Πράξη του Γραμματέα, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, συζητηθείσας στη δικάσιμο της 6-11-2014 εκδόθηκε η με αριθμ.11/2015 απόφασή του, με την οποία κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση αυτής, και, κατόπιν κλήσης προς συζήτηση της έφεσης, εκδόθηκε η με αριθμ. 2809/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η έφεση της αιτούσας, την αναίρεση της οποίας ζητεί, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα.

Το Εφετείο στο προεισαγωγικό τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης από προφανή παραδρομή διέλαβε στη δεύτερη σελίδα αυτής, ότι η 3268/14-5-2014 έφεση στρέφεται κατά της με αριθμ. "..1401/14-5-2012..", απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε "..δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της" η ως άνω αγωγή, δηλαδή με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 33119/2011 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 2413/22-2-2011 αγωγή της Μ.

Α. - Π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου και αφορούσε την αναγνώριση της κυριότητας αυτής, επί του αναφερόμενου σ' αυτήν αγροτεμαχίου, με ΚΑΕΚ ..., που βρίσκεται στη θέση "..." της Κτηματικής Περιφέρειας του ήδη Δήμου Γλυκών Νερών, ενώ η παραπάνω με αριθμ. 3268/14-5-2014 έφεση στρεφόταν κατά της με αριθμ. 1401/6-3-2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η από 8-12-2009 αίτηση της αναιρεσείουσας, Α.

Γ.. Περαιτέρω, στο κυρίως σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, διαλαμβάνονται τα εξής : "..Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση, από 23-4-2014 (αριθ. εκθ. κατ. 3268/14-5-2014 έφεση, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμ. 1401/14-5-2012, οριστικής αποφάσεως του συγκροτηθέντος από τον Κτηματολογικό Δικαστή του Δικαστηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, αντιμωλία των διαδίκων, εκείνης της πρωτοβάθμιας δίκης, επί της με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 33119/2011 και Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 2413/22-2-2011, αγωγής, της ενάγουσας Μ.

Α.-Π. του Κ., κατά του εναγομένου, και ήδη τρίτου των εφεσιβλήτων, Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου, έχει μεν ασκηθεί εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015, εντός της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας άσκησής της, προ πάσης επιδόσεως της εκκαλουμένης απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 14-5-2012, πριν την 1-1-2016, και μέχρι την άσκηση της ένδικης έφεσης στις 14-5-2014, δεν παρήλθε τριετία από την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε η εκκαλούσα επικαλείται επίδοσή της, ενώ έχει καταβληθεί από την εκκαλούσα το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει από 2-4-2012, παράβολο ποσού 200 € (βλ.

τα υπ' αριθ. 071262, 071261, σειράς Α, παράβολα του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., και ..., ..., σειράς Α, παράβολα του Δημοσίου, που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα), και έχει προκαταβληθεί, και η κατ' άρθρο 61 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) εισφορά της παράστασης της πληρεξούσιας Δικηγόρου της εκκαλούσας (βλ. τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα, υπ' αριθ.

Π ..., και Π ..., γραμμάτια προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών). Όμως, ενόψει όσων εκτίθενται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, η ένδικη έφεση, απαραδέκτως ασκήθηκε από την νυν εκκαλούσα, Α. Γ., του Ε. και Μ., διότι όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα, που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα αυτή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συγκροτούμενου από τον Κτηματολογικό Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκε από την ως άνω μη διάδικο της δίκης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, ενάγουσα, Μ.

Α.- Π., η με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 33119/2011, και με Αριθμό Κατάθεσης Δικογράφου 2413/22-2-2011, αγωγή, κατά του εναγομένου της πρωτοβάθμιας δίκης, και τρίτου εφεσιβλήτου της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης, Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου. Από το κείμενο της εκκαλουμένης απόφασης, αλλά και από το εισαγωγικό της, προκύπτει σαφώς ότι η ασκηθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη ως άνω αγωγή, για διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής του περιγραφόμενου στην ως άνω αγωγή (αίτηση) ακινήτου, από την εσφαλμένη κτηματολογική του εγγραφή, ως αγνώστου ιδιοκτήτη, στην ορθή κτηματολογική εγγραφή του, ως ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας Μ.

Α. - Π., δεν ασκήθηκε από, ή κατά, της εκκαλούσας, Α. Γ., του Ε. και της Μ., η οποία ουδέποτε υπήρξε διάδικος της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, και συνεπώς, όπως εκτίθεται στην παραπάνω μείζονα σκέψη αυτεπαγγέλτως, ελλείψει της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης της εκκαλούσας στην άσκηση της ένδικης έφεσης...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση ως απαράδεκτη διότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη, κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την έφεση, καθώς νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση αυτής. Και τούτο διότι διάδικος - αιτούσα της με Γ.Α.Κ. 243026 Α.Κ.Δ 12573/14-12-2009 αίτησης αυτής, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν η Α. Γ., και επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η με αριθμ. 1401/6-3-2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας η αιτούσα, ως ηττηθείσα διάδικος, έστρεψε την 23-4-2014 και με αριθμό έκθ. κατ. 3268/14-5-2014 έφεσή της, και εσφαλμένως και από παραδρομή στο προεισαγωγικό και στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνεται ότι η έφεση στρεφόταν κατά της με αριθμ. 1401/14-5-212 απόφασης του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, η οποία πράγματι είχε εκδοθεί επί της παραπάνω αγωγής της Μ. Α. - Π.. Επομένως, ο, από τον αρ. 14 (και όχι 20) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για την παραπάνω πλημμέλεια είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο και από άλλον δικαστή (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του προκαταβληθέντος απ' αυτήν παράβολου (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του τρίτου αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το σχετικό αίτημά της μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν, 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμ. 2809/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Εφετείο συγκροτούμενο από διαφορετικό, από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας στο τρίτο αναιρεσίβλητο, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ