Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to inadmissible arguments and failure to challenge main reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court of Piraeus. The appellant argued procedural flaws and new evidence, but the court found all grounds inadmissible because the primary reasoning of the lower decision was not successfully challenged. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the second respondent.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 575, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses a cassation appeal if the appellant fails to challenge the main reasoning of the contested decision, rendering subsequent arguments inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 112 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 112/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κακαντώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ο. Γ. του Κ., συζύγου Ν. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Α. Ν., κατοίκου … , η οποία, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 7/3/2005 αγωγή της δεύτερης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2685/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 861/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 3/4/2009 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 109/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως. Ακολούθως ο ως άνω αναιρεσείων άσκησε την από 16/1/2018 αίτηση αναψηλαφήσης της ως άνω Εφετειακής απόφασης.
Εκδόθηκε η 170/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/9/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Εξάλλου κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 §§ 3, 4 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρον 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως για να ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων η αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολήν δικάσιμο, ώστε να μη χρειάζεται νέα κλήση των διαδίκων, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με την νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για την νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου για την νέα δικάσιμο (ΑΠ 499/2018, ΑΠ 720/2017, ΑΠ 592/2017). Στην εξεταζομένη περίπτωση από την προσκομισθείσα με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 11054 Γ/9-12-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Βασιλείου Χρήστου, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 15ης Φεβρουαρίου 2021, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων Ο.
Γ., κατά την ως άνω όμως δικάσιμο η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID-19) και επαναπροσδιορίσθηκε οίκοθεν για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (6-9-2021) με πράξη της Προέδρου του οικείου τμήματος και εγγράφηκε στο πινάκιο με αριθμό 18 από τον γραμματέα του παρόντος δικαστηρίου και η τελευταία αυτή εγγραφή ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά συνέπειαν, εφόσον, η προαναφερθείσα πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκε στην τελευταία αυτή δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ (που ισχύει και στον Άρειο Πάγο κατ' άρθρον 573 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει, εφ' όσον η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Η κρινομένη από 23-9-2019 αίτηση αναιρέσεως με την οποίαν προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 170/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν απορρίφθηκε η από 16-1-2018 αίτηση αναψηλαφήσεως κατά της υπ' αριθμ. 861/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη υπόθεση από την επιτρεπτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προέκυψε ότι μετά την συνεκδίκαση της από 25-7-2003 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος Γ. Α. και της από 7-3-2005 αγωγής της δευτέρας των ήδη αναιρεσιβλήτων Α. Ν., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2685/2007 οριστική απόφαση του παραπάνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποίαν απερρίφθη η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή της ήδη δευτέρας αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε ο ήδη αναιρεσείων να καταβάλει σ' αυτήν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το χρηματικό ποσόν των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000,00 €).
Ακολούθως κατά της παραπάνω υπ' αριθμ. 2685/2007 αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων άσκησε έφεση, μετά την συζήτησή της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 861/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν έγινε τυπικώς δεκτή η ως άνω ασκηθείσα έφεση αλλά απερρίφθη στην ουσία της. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 16-1-2018 αναψηλάφηση, με την οποίαν ισχυρίσθηκε ότι μετά την έκδοση της ως άνω δευτεροβαθμίου υπ' αριθμ. 861/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς περιήλθε στην κατοχή του το αναφερόμενο σ' αυτήν (αναψηλάφηση) νέο κρίσιμο έγγραφο, το οποίο δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως στην σχετική δίκη από λόγους ανωτέρας βίας.
Μετά την συζήτηση της παραπάνω αιτήσεως αναψηλαφήσεως εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 170/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν απορρίφθηκε η ως άνω ασκηθείσα αίτηση αναψηλαφήσεως και την αναίρεση της τελευταίας αυτής αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την κρινομένη από 23-9-2019 αίτησή του, ισχυριζόμενος ότι η εκ μέρους του ασκηθείσα αναίρεση ασκήθηκε εμπροθέσμως, διότι - πάντα κατά τους ισχυρισμούς του - η προθεσμία της αίτησης αναψηλάφησης αρχίζει από το χρονικό σημείο από το οποίο ο ίδιος έμαθε ότι υπάρχει νέο κρίσιμο έγγραφα, αποδίδοντας με τον πρώτον λόγον της αιτήσεώς του στην ως άνω προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια.
Κατά την διάταξη του άρθρου 544 αριθμ. 7 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναψηλάφηση και αν ο διάδικος που την ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανωτέρα βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικος του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο, που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίξει την σχετική αίτησή του, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από το έγγραφο αυτό προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση, αν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή τρίτο σε συνεννόηση με τον τελευταίο.
Ως ανώτερη βία, από την οποία ήταν αδύνατη η έγκαιρη προσκομιδή των νέων κρίσιμων εγγράφων, συνιστά κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, κάθε γεγονός τυχερό και απρόβλεπτο το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως. Δεν αποτελεί όμως ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο (ΑΠ 103/2018, ΑΠ 447/2014, ΑΠ 830/2014, ΑΠ 1174/2011), ενώ το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι πραγματικό εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1610/1986, 1529/1995, 796/2000).
Κατά την διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία αναψηλαφήσεως είναι τρία χρόνια από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον είναι τελεσίδικη ή ανέκκλητη, αλλιώς από την ημέρα, που έγινε τελεσίδικη. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση του προβλεπομένου από το άρθρο 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ λόγου αναψηλαφήσεως, δηλαδή της ανεύρεσης από τον διάδικο μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέων κρισίμων εγγράφων (ΑΠ 101/2005).
Με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 545 παρ. 5 εδ. α' ΚΠολΔ καθιερώνεται καταχρηστική προθεσμία, αντίστοιχη προς εκείνες των διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (για την έφεση) και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ (για την αναίρεση), τριών (3) ετών για την άσκηση της αναψηλαφήσεως, προς τον σκοπό ασφαλείας των συναλλαγών, με την θέση ακραίου χρονικού σημείου, ώστε το ένδικο αυτό μέσο να μην μπορεί να ασκηθεί μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η προθεσμία αυτή αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την δημοσίευση της τελεσίδικης ή ανέκκλητης αποφάσεως. Η αναφορά στην ανωτέρω διάταξη (545 παρ. 5 ΚΠολΔ) "αν δεν επιδόθηκε η απόφαση" δεν σημαίνει ότι στην περίπτωση, που αυτή έχει επιδοθεί, θα ισχύσει χρόνος μεγαλύτερος της τριετίας από την δημοσίευσή της (προσβαλλομένης) διότι, αφού ο νομοθέτης, για την ασφάλεια των συναλλαγών, όπως προαναφέρεται, καθιερώνει ως ανώτατο χρονικό σημείο την τριετία για τον διάδικο, στον οποίον δεν επιδόθηκε η απόφαση και ο οποίος, κατά τεκμήριο, αγνοεί το εις βάρος του περιεχόμενο της αποφάσεως, την οποία έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει με αναψηλάφηση, πολύ περισσότερο ισχύει το ακρότατο αυτό σημείο της τριετίας από την δημοσίευσή της και για τον διάδικο, στον οποίον έχει αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) επιδοθεί (ΑΠ 2022/2017, ΑΠ 2023/2017, ΑΠ 78/2007).
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως (ΑΠ 862/2011, ΑΠ 558/2008), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 1735/2008).
Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρα 583 επ, 632, 933, 979 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών (ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 371/2008, ΑΠ 370/2014). Στην προκειμένη υπόθεση για το θέμα του εμπροθέσμου ή μη της εν λόγω ασκηθείσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος αίτησης αναψηλάφησης κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 170/2009 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, έγιναν δεκτά από την πλειοφηψία των μελών του προαναφερθέντος Δικαστηρίου επί λέξει τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, στην υπό κρίση από 16.1.2018 (αριθμ.
εκθ. καταθ. ΓΑΚ/ΕΑΚ/50/8/16.1.2018) αίτηση αναψηλάφησης ο αιτών εκθέτει ότι σε βάρος των καθ' ων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 25.7.2003 και με αριθμ.εκθ.καταθ.6485/2003 αγωγή του, στην οποία εξέθετε ότι κατά τη συζήτηση της από 30.6.1998 αίτησης λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η πρώτη των καθ' ων, Ο.
Γ., μεταξύ άλλων και σε βάρος του, αμφότερες οι καθ' ων και δη η πρώτη ως αιτούσα και η δεύτερη ως μάρτυρας σ' αυτήν τη δίκη παρουσίασαν εν γνώσει τους αναληθή περιστατικά ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και απέκρυψαν δολίως στοιχεία, τα οποία γνώριζαν, σχετικά με την κίνηση των αναφερόμενων στο αγωγικό δικόγραφο τραπεζικών λογαριασμών, μεταξύ των οποίων και ο ..., που ήταν στο όνομα της πρώτης, με σκοπό να τον συκοφαντήσουν και βλάψουν παρανόμως την περιουσία του προς όφελος αντίστοιχα της δικής τους, ενώ, εξάλλου, οι εναγόμενες στην ως άνω αγωγή και ήδη καθ' ων με την άσκηση της από 11.2.1999 αγωγής τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (η πρώτη ως ενάγουσα και η δεύτερη ως πληρεξούσια δικηγόρος της κατά τη συζήτηση αυτής), παρουσιάζοντας εν γνώσει τους ψευδή περιστατικά δολίως επιδίωξαν και πέτυχαν την καταδίκη του για παραβίαση του διατακτικού της εκδοθείσας επί της ανωτέρω αίτησης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, θίγοντας βαρύτατα και σκόπιμα την τιμή και την υπόληψή του σε ευρύ κύκλο προσώπων, καθόσον τον εμφάνισαν ως συνειδητό παραβάτη δικαστικής απόφασης που με πρόθεση επιχειρεί να σφετεριστεί την περιουσία της πρώτης των καθ' ων-εναγόμενης.
Ότι μετά ταύτα ζητούσε με την ως άνω αγωγή του, το δικόγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, να υποχρεωθούν οι ως άνω εναγόμενες-καθ' ων, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλουν νομιμοτόκως, από την επομένη επίδοσης της αγωγής, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις, κατά τα ανωτέρω, τελεσθείσες σε βάρος του άδικες πράξεις και να απαγγελθεί σε βάρος τους προσωπική κράτηση διάρκειας 6 μηνών, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί.
Ότι η δεύτερη των καθ' ων, Α. Ν., άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 7.3.2005 αγωγή της (αριθμ.εκθ.καταθ.2391/29.3.2005), στην οποία εξέθετε ότι αυτός (αιτών) στους αναφερόμενους στο δικόγραφο της, το οποίο, σημειωτέον επίσης επισυνάπτεται στην ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, τόπους και χρόνους την απείλησε και επίσης προέβη ενώπιον τρίτων στους διαλαμβανόμενους σ' αυτήν (αγωγή) υβριστικούς χαρακτηρισμούς και ισχυρισμούς για το πρόσωπό της, οι οποίοι ήταν αναληθείς, συκοφαντικοί και δυσφημιστικοί για εκείνη, ενώ, εξάλλου, στην ασκηθείσα σε βάρος της ως άνω αγωγή του ενάγοντος (και ήδη αιτούντος) εμπεριέχονται σε βάρος της αναληθή περιστατικά και ιδιαιτέρως καταφρονητικοί ισχυρισμοί για εκείνη, οι οποίοι προσβάλλουν την τιμή, την υπόληψη και την επαγγελματική της φήμη και υπόσταση.
Ζητούσε δε με την ως άνω αγωγή, μετά από νομότυπο περιορισμό του αιτήματός της, αφ' ενός μεν να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 370.000 ευρώ και αφ' ετέρου να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει νομιμότοκα από την επομένη επίδοσης της αγωγής, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την, κατά τα ανωτέρω, τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του και να απαγγελθεί σε βάρος του προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί.
Ότι επί των ανωτέρω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εκδόθηκε η με αριθμό 2685/2007 απόφασή του, που απέρριψε την ως άνω αγωγή του, ενώ αντίθετα έκανε εν μέρει δεκτή την από 7.3.2005 αγωγή της δεύτερης των καθ' ων-τότε ενάγουσας, υποχρεώνοντάς τον να της καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
Ότι κατά της ως άνω απόφασης άσκησε την από 30.8.2007 και με αριθμ. καταθ. 878/2007 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 861/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο δέχτηκε τυπικά αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή του, κατά τα αναφερόμενα αναλυτικά στην ως άνω απόφαση, το αιτιολογικό και διατακτικό της οποίας επισυνάπτει στην κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης, στην οποία σημειωτέον αναφέρει ότι κατά της ως άνω απόφασης αυτού του Δικαστηρίου (προσβαλλόμενης) άσκησε και την από 3.4.2009 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την με αριθμό 109/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Με το μοναδικό δε λόγο της ένδικης αίτησής του, ο αιτών ζητά την αναψηλάφηση της προσβαλλόμενης με αριθμό 861/2008 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου διότι αυτός πήρε στην κατοχή του, μετά την έκδοσή της, νέο κρίσιμο έγγραφο, το οποίο δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως στην δίκη από λόγους ανωτέρας βίας. Ειδικότερα επικαλείται ως τέτοιο νέο έγγραφο την με αριθμό 4621/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, της οποίας έλαβε γνώση, κατά τα ιστορούμενα στο κρινόμενο δικόγραφο, το πρώτον στις 17.11.2017, την οποία, επίσης, επισυνάπτει στο κρινόμενο δικόγραφο, η οποία αποφάνθηκε τελεσίδικα επί της από 15.1.2002 αγωγής της υπό εκκαθάριση εταιρίας με την επωνυμία Ν.
Ε. Ν. Ε. Ε. Π. Ε. και το διακριτικό τίτλο N. G. LTD, συμφερόντων, κατά την αίτηση, του αιτούντος κατά της πρώτης των καθ' ων - τότε εναγόμενης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην ως άνω τελεσίδικη απόφαση, η ως άνω εταιρία με την προαναφερόμενη αγωγή της που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει των καταρτισθεισών κατά τους μήνες Νοέμβριο του έτους 1986, Φεβρουάριο του έτους 1989 και Απρίλιο του έτους 1992 τριών (3) συμβάσεων παρακαταθήκης και κατά παραδεκτή δια των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου διευκρίνιση μιας και μόνης συμβάσεως και όχι τριών συμφώνησε μετά του εταίρου και διαχειριστή αυτής Κ.
Α. και της εναγομένης συζύγου του, οι οποίοι τηρούσαν στην τράπεζα υπό την επωνυμία "A. E. B." τον υπ' αριθ. ... κοινό λογαριασμό συναλλάγματος (δολαρίων Η.ΠΑ), να κατατίθενται σε αυτόν (κοινό τραπεζικό λογαριασμό) τα σε δολάρια Η.Π.Α. εμβάσματα των πολωνικών ναυπηγείων "N." και "G. R.", τα οποία αποτελούσαν την οφειλομένη σε αυτή (ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης) προμήθεια (αμοιβή) εκ των αναφερομένων στο αγωγικό δικόγραφο συμβάσεων αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως κατά την επισκευή πλοίων τρίτων στα ως άνω ναυπηγεία, με την υποχρέωση των δικαιούχων του ως άνω τραπεζικού λογαριασμού (Κ.
Α. και εναγομένης) να αποδίδουν τα κατατεθέντα από τα ως άνω ναυπηγεία χρηματικά ποσά (είτε σε δολάρια Η.Π.Α. είτε σε ελληνικές δραχμές), όταν τους ζητηθεί από αυτήν (ενάγουσα). Ότι, καίτοι τα εν λόγω ναυπηγεία κατά το χρονικό διάστημα από του έτους 1986 έως και την 15.1.1997 ενέβασαν στον ως άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό συναλλάγματος (σε δολάριο Η.Π.Α.) έναντι οφειλομένων προμηθειών από την επισκευή των λεπτομερώς παρατιθεμένων στο αγωγικό δικόγραφο πλοίων το συνολικό ποσό των 4.837.866,83 δολαρίων, η συνδικαιούχος και μόνη δικαιούχος μετά το θάνατο (την 20.2.1997) του ετέρου συνδικαιούχου Κ.
Α. εναγομένη καίτοι οχλήθηκε από αυτήν (ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης) περί τα τέλη μηνός Ιανουάριου του έτους 2001, αρνήθηκε να προβεί σε απόδοση του ως άνω ποσού, το οποίο και υπεξαίρεσε. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης ζητούσε, κατόπιν μερικής παραιτήσεως και παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό (άρθρο 223 ΚΠολΔ), να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει επί τη βάσει των περί παρακαταθήκης (άρθρα 822 επ.
ΑΚ), άλλως και επικουρικώς των περί αδικοπραξιών (άρθρα 914 επ. ΑΚ), άλλως και επικουρικότερα των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ) διατάξεων το σε ευρώ ισόποσο κατά το χρόνο της πληρωμής του συνολικού ποσού των 3.053.613,71 δολαρίων, εντόκως νομίμως από το τέλος μηνός Ιανουάριου του έτους 2001, άλλως από την επίδοσή της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 6482/2005 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή. Μετά δε από άσκηση της από 5.3.2007 εφέσεως της ως άνω εταιρίας εκδόθηκε η με αριθμό 6198/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία έγινε τυπικά και εν μέρει δεκτή η έφεση και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, κατά την επικουρική της βάση εκ της αδικοπραξίας, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση κατά την βάση της αυτή και απορρίφθηκε η αγωγή και κατά την εκ της αδικοπραξίας βάση της.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση από την ως άνω εταιρία, ο Άρειος Πάγος δε με την με αριθμό 1296/2012 απόφασή του αναίρεσε την ως άνω με αριθμό 6198/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου εκδίκασή της από άλλους δικαστές, το δε τελευταίο με την με αριθμό 4621/2017 απόφασή του δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση της εν λόγω εταιρίας, εξαφάνισε την με αριθμό 6482/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δικάζοντας επί της προαναφερόμενης από 15.1.2002 αγωγής της ενάγουσας εταιρίας δέχτηκε εν μέρει αυτή και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το σε ευρώ ισόποσο βάσει της επισήμου ισοτιμίας ευρώ - δολαρίου ΗΠΑ κατά την ημέρα της πληρωμής του ποσού των 2.097.165,83 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη επίδοσης της αγωγής.
Επικαλούμενος δε ακολούθως ο αιτών ότι εκ της ανωτέρω απόφασης 4621/2017 - νέου κρίσιμου κατ' αυτόν έγγραφου και δη από το διατακτικό και αιτιολογικό της οποίας αποδεικνύεται η βασιμότητα της δικής του αγωγής και αντίστοιχα η ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής της δεύτερης των καθ' ων, ζητά την αναψηλάφηση της ως άνω υπ' αριθ. 861/2008 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου και την εξαφάνισή της, έτσι ώστε στη συνέχεια να απορριφθεί η από 7.3.2005 ως άνω αγωγή της δεύτερης των καθ' ων και να γίνει δεκτή, καθ' όλο το ως άνω αιτητικό της, η από 25.7.2003 δική του αγωγή και να καταδικασθούν οι καθ' ων στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα στην μείζονα σκέψη, αφού αυτή [αναψηλάφηση] ασκήθηκε, ήτοι κατατέθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο από τον εκκαλούντα και ήδη αιτούντα στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 16.1.2018, όπως προκύπτει από την παρά πόδας του ένδικου δικογράφου από 16.1.2018 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού και για την οποία ταυτοχρόνως, κατατέθηκε στη Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς το υπ' αριθ. [ηλεκτρονικό] e-παράβολο, ..., ποσού 500,00 ευρώ, κατ' άρθρο 495 § 3 εδ.
ΚΠολΔ. Πλην, όμως, κατά το πρώτο αυτό στάδιο διερεύνησης του παραδεκτού της ένδικης αναψηλάφησης, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις - και συνεπώς ανεξαρτήτως του νόμω βάσιμου του προβαλλόμενου λόγου αναψηλάφησης αφού η τοιαύτη έρευνα ανήκει στο επόμενο στάδιο διερεύνησης - κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ένδικη αίτηση αναψηλάφησης είναι απορριπτέα προεχόντως, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησής της, καθώς, με βάση τα εκτενώς αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, κατ' άρθρο 545 §5 ΚΠολΔ η προθεσμία προς άσκηση αναψηλάφησης είναι τριετής, η έναρξη δε της διαδρομής αυτής τοποθετείται στη δημοσίευση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, που δημοσιεύθηκε εν προκειμένω, στις 11.12.2008, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης ασκήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, στις 16.1.2018, ήτοι πολύ μετά την πάροδο των τριών [3] ετών από τη δημοσίευση της ως άνω τελεσίδικης και ήδη αμετάκλητης (μετά και την έκδοση της με αριθμό 109/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου) προσβαλλομένης απόφασης".
Εφ' όσον λοιπόν από την δημοσίευση της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως που έλαβε χώρα, όπως από το σώμα της προκύπτει, στις 11-12-2008, μέχρι την κατάθεση του δικογράφου της εν λόγω αναψηλάφησης στην Γραμματεία του προαναφερθέντος Δικαστηρίου, που έγινε στις 16-1-2018, είχε συμπληρωθεί η προβλεπομένη από το άρθρο 545 παρ. 1 εδαφ.
α' ΚΠολΔ, για την άσκησή της, τριετής (καταχρηστική) προθεσμία το Εφετείο ορθώς απέρριψε κατά πλειοψηφίαν ως απαράδεκτη την ως άνω ασκηθείσα αναψηλάφηση και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον σχετικό πρώτον λόγον της κρινομένης αναιρέσεώς του, ο οποίος (αναιρετικός λόγος) ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.
Εξάλλου στην ως άνω προσβαλλομένη απόφαση περιελήφθη και η εξής επάλληλη αιτιολογία που έχει επί λέξει ως εξής: "Περαιτέρω κατά την ομόφωνη γνώμη όλης της σύνθεσης του Δικαστηρίου, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης ασκήθηκε παραδεκτά από απόψεως χρόνου και δη εμπρόθεσμα, αυτή θα ήταν και πάλι απορριπτέα ως μη νόμιμη, εφόσον το επικαλούμενο σ' αυτήν κρίσιμο έγγραφο και δη η με αριθμό 4621/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, συντάχθηκε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω και ως εκ τούτου, με βάση την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελεί νέο έγγραφο που δεν μπορούσε ο αιτών να θέσει υπόψη του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση από ανώτερη βία κατά την έννοια του αριθμ. 7 του άρθρου 544 ΚΠολΔ, ούτε συντρέχει, εν προκειμένω, η περίπτωση κατά την οποία από το επικαλούμενο, κατά τον αιτούντα, ως άνω νέο έγγραφο- απόφαση προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο κρίσιμου εγγράφου, το οποίο έχει εκδοθεί πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε έγκαιρη προσκόμιση του από τον αιτούντα δεν ήταν δυνατή από, κατά την ανωτέρω έννοια, ανωτέρα βία, καθόσον ο αναφερόμενος στην ως άνω με αριθμό 4621/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθμό ...
λογαριασμός που τηρούνταν στην τράπεζα υπό την επωνυμία "A. E. B.", ως κρίσιμος, κατά τον αιτούντα, προς απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του και αντίστοιχης αβασιμότητας της αγωγής της δευτέρας των καθ' ων, ήταν γνωστός σ' αυτόν (βλ. 5η σελίδα της αίτησης αναψηλάφησης, όπου επί λέξει ο αιτών χαρακτηριστικά αναφέρει "Για την είσπραξη των προμηθειών από τα πολωνικά Ναυπηγεία (N. και G.
R.) ... από το 1986 για συναλλαγματικούς λόγους χρησιμοποιούσαμε τον ναυτικό λογαριασμό.... ... ............" και ως εκ τούτου δεν πληροφορήθηκε την ύπαρξή του εκ των υστέρων, με την έκδοση της με αριθμό 4621/2017 απόφασης, ούτε κατακρατήθηκε αυτός από τις καθ' ων, την επίδειξη δε της κίνησης αυτού μπορούσε ευχερώς να αιτηθεί και επιτύχει ο αιτών πολύ πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναψηλάφησης, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, να απορριφθεί...".
Ο αναιρεσείων με την κρινομένη αίτησή του προσάπτει στην ως άνω επάλληλη αιτιολογία τις απορρέουσες από τους αριθμ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως επί λέξει αναφέρονται στην κρινομένη αίτησή του, όλοι όμως οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι τυγχάνουν προεχόντως απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς, καθ' όσον όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν τελεσφόρησε η προσβολή της προαναφερθείσης κύριας αιτιολογίας της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (ΑΠ 196/2020) και ως εκ τούτου ακόμη και με την εκδοχή της τυχόν βασιμότητος των σχετικών αυτών αναιρετικών λόγων δεν είναι δυνατόν να ανατραπεί (αναιρεθεί) το σχετικό διατακτικό της ως άνω προσβαλλομένης αποφάσεως.
Εν όψει των προαναφερθέντων πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω πληττομένης υπ' αριθμ. 170/2019 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς, να διαταχθεί η εισαγωγή του σχετικού παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεώς του στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων κατόπιν του σχετικού προς τούτο υποβληθέντος αιτήματός της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-9-2019 αίτηση του αναιρεσείοντος Γ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 170/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν εκ μέρους του αναιρεσείοντος παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δευτέρας των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ