Greek Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal errors under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against a First Instance court's property ownership ruling. The State failed to clearly identify specific legal errors regarding statutory interpretation and evidence assessment in its appeal petition. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for being indefinite and lacking the required specificity mandated by the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition must explicitly state the specific legal error and violated provision to be admissible, otherwise it is deemed indefinite and rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 112 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 112/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νίκο Καλαϊτζίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 30/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν αντιμωλία των διαδίκων έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 182/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.ΠολΔικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που αυτό ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996).
Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιές είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους διαλαμβανόμενους παρακάτω λόγους της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη 30/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε, επί της από 22.11.2017 εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης 182/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας που είχε δεχθεί την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσίβλητου, τις εξής πλημμέλειες, με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως, κατά λέξη, αναγράφονται στο αναιρετήριο: "Εν προκειμένω το Ελληνικό Δημόσιο με την ασκηθείσα έφεσή του ισχυρίσθηκε μεταξύ άλλων κατά λέξη και τα ακόλουθα: "η κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι "από το έτος 1955 έως και το έτος 1999, δηλαδή επί 44 χρόνια, το εναγόμενο δεν προέβη σε καμία ενέργεια εναντίον των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος ως αυθαιρέτου κατόχου του πιο πάνω ακινήτου, ώστε να μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι και ο ενάγων γνώριζε κατά το χρόνο κατάρτισης των επίδικων συμβολαιογραφικών εγγράφων και της παράδοσης του ακινήτου σε αυτόν ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσια έκταση και ανήκε στο εναγόμενο" είναι εσφαλμένη, διότι εν προκειμένω το Ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη καταγράψει το επίδικο ακίνητο ΒΚ … ως δημόσιο ακίνητο από το 1940, σε κάθε δε περίπτωση το έτος 1999 με την υπ' αριθμ.
…/….10.1999 δήλωσή του κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης διέτεινε ότι σε αυτό ανήκει το επίδικο και όχι στον ενάγοντα. Η ενέργεια αυτή του Ελληνικού Δημοσίου αποτελεί εκδήλωση με κατηγορηματικό τρόπο της βούλησης του Ελληνικού Δημοσίου να διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας και συνακόλουθα, της νομής του στο επίδικο ακίνητο...και αποτελούσε επομένως "διατάραξη" ικανή να παύει τη "νομή" (κατοχή όπως ορθότερα αναφέρθηκε ως άνω) του εφεσίβλητου...
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας αντίθετα, εσφαλμένα ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003... το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις κρίσιμες διατάξεις, έκρινε ότι κατά τη διάρκεια της κρίσιμης για την απόκτηση κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας δεκαετία 1993-2003, η "νομή" του εφεσιβλήτου υπήρξε αδιατάρακτη, παρά το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο με την υπ’ αριθμ.
…/….10.1999 δήλωσή του κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης διέτεινε ότι σε αυτό ανήκει το επίδικο, διαταράσσοντας με τον τρόπο αυτό τη νομή του αντιδίκου στο επίδικο. Η ως άνω δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου το έτος 1999 αρκούσε ώστε να διαταραχθεί η φερόμενη ως νομή του αντιδίκου στο επίδικο κατά την κρίσιμη δεκαετία 1993-2003.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η νομή του αντιδίκου στο επίδικο υπήρξε αδιατάρακτη κατά την κρίσιμη δεκαετία 1993-2003 θεωρώντας ότι ο αντίδικος δεν έλαβε γνώση της διατάραξης το έτος 1999, αλλά δώδεκα έτη αργότερα, ήτοι το 2011, έσφαλε κατά την ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, διότι η γνώση της διατάραξης από τον αντίδικο σε μεταγενέστερο της διατάραξης χρόνο δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή".
Στη συνέχεια στο αναιρετήριο γίνεται μνεία ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στην εν λόγω έφεσή του ανέφερε και τα ακόλουθα: "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την κρίση του για το στοιχείο της συνδρομής της καλής πίστης καθώς και τη διαδοχή στις πράξεις νομής, καθόσον εν προκειμένω ατύπως είχε αναγνωριστεί υπέρ του αυθαιρέτου κατόχου Δ.
Κ. δικαίωμα χρήσης του ακινήτου με την προϋπόθεση ότι αυτός θα κατέβαλε το τίμημα για την εξαγορά του ακινήτου, πλην όμως αυτός ουδέποτε το κατέβαλε με αποτέλεσμα ουδέποτε η κυριότητα να περιέλθει σε αυτόν και επομένως, οι κληρονόμοι του...ουδέποτε έγιναν κύριοι του επιδίκου δυνάμει του υπ’ αριθμ. …/….5.1955 συμβολαίου διανομής κληρονομίας του συμβολαιογράφου...
ως αποκτήσαντες από μη κύριο. Ενδεικτικό δε της έλλειψης διαδοχής στη νομή αλλά και κακής πίστης αποτελεί το γεγονός ότι στο ως άνω συμβόλαιο του έτους 1955 δεν αναφέρεται πως περιήλθε το ακίνητο στον Δ. Κ. (εφόσον αυτός όπως αναφέρθηκε παραπάνω ήταν αυθαίρετος κάτοχος). Επομένως η κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι "από το έτος 1955..." οι δικαιοπάροχοι του αντιδίκου νέμονταν το ακίνητο με καλή πίστη είναι εσφαλμένη, διότι εν προκειμένω, αν υπήρχε πράγματι καλή πίστη και διαδοχή στη νομή, στο συμβόλαιο του 1955 θα αναφερόταν ο τρόπος απόκτησης του επιδίκου από το Δ.
Κ.. Από κανένα δε στοιχείο δεν αποδείχθηκε η συνεχής διαδοχή στη νομή του επιδίκου, ο δε αντίδικος δεν διασαφήνισε μέσω του μάρτυρά του, τον τρόπο απόκτησης του ακινήτου από το δικαιοπάροχο αυτού Δ. Κ., ο οποίος φερόταν ως αυθαίρετος κάτοχος του επιδίκου. Ο δε αντίδικος δεν ήταν δυνατό να μη γνώριζε, λόγω και της τότε μικρής σε μέγεθος κοινότητας ...
αλλά και της διαδικασίας απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα στην κοινότητα μετά το σεισμό του 1894 ποια ακίνητα απαλλοτριώνονταν και ποια όχι, εφόσον το Δημόσιο προέβη στην παραχώρηση των οικοπέδων στους δικαιούχους και εξέδωσε τα σχετικά παραχωρητήρια σε πολλούς από αυτούς, μεταξύ των οποίων δεν συμπεριλαμβανόταν κανένας δικαιοπάροχος του εφεσιβλήτου.
Ακόμη δε και να θεωρηθεί ότι δεν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος, θα πρέπει τουλάχιστον να κριθεί ότι αγνοούσε τούτο από βαριά αμέλεια. Επομένως ο χρόνος αυτός νομής των δικαιοπαρόχων του αντιδίκου δεν θα πρέπει να συνυπολογιστεί στο χρόνο νομής του αντιδίκου, εφόσον αυτός ήταν κακής πίστης. Επομένως, τόσο ο αντίδικος όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτού γνώριζαν και μπορούσαν να υποψιαστούν ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου του οποίου ήταν αυθαίρετοι κάτοχοι δεν ήταν διακριβωμένο και επομένως θα πρέπει να κριθεί ότι ήταν κακής πίστης...".
Τέλος, σύμφωνα με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. το Ελληνικό Δημόσιο "τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επικαλέσθηκε και προσκόμισε αντίγραφο του Β.Κ. …-… δημοσίου κτήματος της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας (Δ/νσης Δημοσίων Κτημάτων) του τότε Υπουργείου Οικονομικών του Βασιλείου της Ελλάδος στο οποίο αναφέρεται ότι ο Δ.
Κ. βρέθηκε να κατέχει (εν. αυθαίρετα) το υπ'αρθμ. … ακίνητο... το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη το γεγονός της υποβολής εκ μέρους της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Φθιώτιδας της υπ' αριθμ. …/….10.1999 δήλωσής του κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, ότι το επίδικο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και όχι στον ενάγοντα Σ.
Κ., όπως καταχωρήθηκε στο αντίστοιχο ΚΑΕΚ. Εντούτοις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις εφαρμοστέες διατάξεις και τα ως άνω προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ότι η κατά τα άνω δήλωση της Κτηματικής Υπηρεσίας δεν συνιστά διατάραξη της καλόπιστης νομής και ότι τοιαύτη διατάραξη έλαβε χώρα μόνο μετά τον Μάϊο του 2011, οπότε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος "έλαβε γνώση ότι το εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) έχει δηλώσει στο Εθνικό Κτηματολόγιο ότι το ίδιο είναι κύριο του ακινήτου και όχι αυτός"...Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η νομή του αντιδίκου υπήρξε καλόπιστη και αδιατάρακτη από το έτος 1997 έως το έτος 2011, θεωρώντας ότι ο αντίδικος δεν έλαβε γνώση της διατάραξης το έτος 1999, αλλά δώδεκα έτη αργότερα, ήτοι το 2011, εσφαλμένως ερμήνευσε τις εφαρμοστέες διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων και ιδίως του πρωτοκόλλου καταμετρήσεως και εκτιμήσεως του Β.Κ.
…-… δημοσίου κτήματος...και της υπ’ αριθμ. …/….10.1999 δήλωσης του Δημοσίου (Κτηματική Υπηρεσία Ν. Φθιώτιδας) κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης...και, ενώ έλαβε τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, αφού αφενός δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 και αφετέρου υπάρχει αντιφατική αιτιολόγηση σχετικά με το κρίσιμο θεμελιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη αδιατάρακτης συνεχούς καλόπιστης νομής του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο ακίνητο, καθώς και του χρόνου διατάραξης της νομής αυτής από το Ελληνικό Δημόσιο.
Τούτο διότι, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι το επίδικο ακίνητο είναι καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα και ότι το έτος 1999 υπήρξε δήλωση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου...κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης, εν τούτοις με αντιφατική αιτιολογία έκρινε ότι η ανωτέρω δήλωση του Δημοσίου δεν συνιστά "διατάραξη της νομής" του αναιρεσιβλήτου και ότι δήθεν η σχετική διατάραξη έλαβε χώρα το έτος 2011, κατά τον χρόνο γνώσης από τον αναιρεσίβλητο της ανωτέρω δήλωσης του Δημοσίου.
Για τους ανωτέρω, λοιπόν λόγους, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατ’ άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.". Οι πιο πάνω, όμως, λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, δεδομένου ότι με αυτούς το αναιρεσείον προβαίνει σε έκθεση των ισχυρισμών του, τους οποίους προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, αποδίδοντας σφάλματα στην πρωτόδικη απόφαση ως προς την ερμηνεία του νόμου (άρθρο 4 του ν. 3127/2003) και την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ όσον αφορά στην πληττόμενη τελεσίδικη απόφαση το αναιρεσείον αναφέρει κατ’ επιλογή του όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της, χωρίς, παράλληλα, να μνημονεύονται στο αναιρετήριο:
α) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 1, οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, σχετικά με την αναφερόμενη συνδρομή των στοιχείων του ουσιαστικού κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και συγκεκριμένα της διατάξεως του άρθρου 4 του ν. 3127/2003), ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα της αγωγής, ούτε, βέβαια, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτά διαγνώστηκε και ποιό το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή νομικό-υπαγωγικό σφάλμα του ίδιου δικαστηρίου, δηλαδή, αν η παραβίαση του ουσιαστικού αυτού κανόνα οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή του και 2) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 19, ομοίως, οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης (αφού δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών), ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η αντίφαση που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά το αναιρεσείον, διατακτικό, η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ως προς τις ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και, ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες ακριβώς είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Παρεκτός του ότι, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την περαιτέρω επισήμανση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπησή της, δεν στερείται αιτιολογιών, ούτε περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ'άρθρο 577 ΚΠολΔ, η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 30/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, ως ηττηθείς διάδικος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134.423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.11.2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 30/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ