Legislator Case Law & Legislation
112/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of contradictory legal arguments regarding evidence admissibility and weight.

Case Number 112/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Third Instance Court's decision, ruling that their appeal arguments were mutually exclusive. The appellants alleged the lower court improperly assigned evidentiary weight to public documents while simultaneously failing to consider specific contracts and lawsuits submitted by the respondent. The court determined that it was legally impossible to simultaneously claim a document was ignored and yet criticize the lower court for assigning it improper weight, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11γ) and 559(12) of the Code of Civil Procedure; The appeal arguments alleging that the court failed to consider specific evidence while simultaneously criticizing its improper assignment of evidentiary weight to the same evidence are contradictory and inadmissible.

Keywords

AI generated
contradictory appeal arguments evidentiary weight assignment public documents admissibility inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 576(1), 576(2), 576(3), 568(1), 568(4), 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11γ) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 438 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 394/2011
Supreme Court Case 702/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 112 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 112/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Τ. Π. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και β) Π. Τ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μπέσκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Ν. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Μελισσηνό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2009 του παραπάνω Δικαστηρίου και 245/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2018 αίτησή τους. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.

Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.

Εν προκειμένω, από την 484β/14-12-2018 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ναυπλίου Γ. Τ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τις κάτω από αυτή έκθεσης κατάθεσής της και πράξη ορισμού δικασίμου της, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσείοντα Τ. Σ., με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Όμως, ο εν λόγω αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών.

Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 245/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 115/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτου της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, η οποία, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσειόντων, είχε γίνει δεκτή και με την πρωτοβάθμια απόφαση. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

1. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγινε δεκτή η παραπάνω διεκδικητική αγωγή ακινήτου της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, επειδή το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε με αυτή, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι η αναιρεσίβλητη έγινε κυρία του παραπάνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον το είχε στη διανοία κυρίου νομή της για το μεγαλύτερο της εικοσαετίας χρονικό διάστημα από το έτος 1965 έως το έτος 1998, κατά το οποίο ασκούσε τις αναφερόμενες, σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του, πράξεις νομής και κατοχής.

Αναφέρεται, ειδικότερα, στην απόφαση αυτή, ότι αποδείχτηκε, από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται και ότι "η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είναι κυρία ενός ακινήτου έκτασης 5.653 τμ, που βρίσκεται στη θέση "Β." ... Κατέστη κυρία, νομέας και κάτοχος του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία διά της επ' αυτού συνεχούς και ανεπιλήπτου νομής και κατοχής από του έτους 1965, όταν ο πατέρας της Π.

Σ. της το παραχώρησε άτυπα και με προφορική σύμβαση ως δωρεά, μέχρι του έτους 1998, όταν οι εναγόμενοι κατέλαβαν τμήμα από τη βορεινή πλευρά της ιδιοκτησίας της και την απέβαλαν από αυτήν... Αφότου αυτό (επίδικο ακίνητο) μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα, αυτή το καλλιεργούσε μέχρι του έτους 1970, ενώ στη συνέχεια το εκμίσθωνε σε διάφορους αγρότες μέχρι το έτος 1986.

Τότε το εξεμίσθωσε στον Γ. Σ., υιό και αδελφό των εναγομένων αντιστοίχως, έως το 1990, οπότε και ενεπλάκη σε δικαστικό αγώνα μαζί του ασκώντας την από 2.4.1990 αγωγή εναντίον του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρασιών, επί της οποίας συνετάγη το 33/1990 πρακτικό, πλην όμως τελικώς δεν τον απέβαλε από αυτό λόγω της συγγενικής σχέσης τους, ενώ έκτοτε του εκμισθώνει την ασκεπή έκταση του αγρού και καλλιεργεί η ίδια το δενδροπερίβολο.

Οι εναγόμενοι περί τα τέλη του 1998 προέβησαν στην κατασκευή θερμοκηπίου καταλαμβάνοντας συνολική έκταση 2.783,61 τμ, δηλαδή πέραν της έκτασης των 1.300 τμ του ακινήτου τους, που βρίσκεται βόρεια του ακινήτου της ενάγουσας, ήτοι επεκτάθηκαν νοτίως σε βάρος της ιδιοκτησίας της, καταλαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο το επίδικο τμήμα έκτασης 1.483,31 τμ...Η εν λόγω κατάληψη της ιδιοκτησίας της ενάγουσας εξακολουθεί έως σήμερα διά της κατοχής και καλλιέργειας του επιδίκου τμήματός της, με το εγκατασταθέν επ' αυτού θερμοκήπιο, προσβάλλοντας έτσι παράνομα και αυθαίρετα το επ' αυτού δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας, έχοντας ουσιαστικά αποβάλει την τελευταία από τη νομή της".

Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης των άρθρων 173 και 288 ΑΚ, "διότι δεν εκτίθενται σ' αυτή (την προσβαλλόμενη απόφαση) τα πραγματικά γεγονότα, από τα οποία προκύπτει η ύπαρξη του υποτιθέμενου δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, πρωτίστως, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι σε ανύπαρκτη, ενόψει, άλλωστε και του, κατά τα ανωτέρω, αντικειμένου της δίκης, παραδοχή του Εφετείου ότι στην υπόθεση που δίκασε ήταν εφαρμοστές και εφαρμόστηκαν οι παραπάνω διατάξεις.

2. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/2009). Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/2008). Δεν ιδρύεται, όμως, ο παραπάνω λόγος, αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, πλην δεν το υιοθέτησε, διότι έκρινε πειστικότερα άλλα, αντίθετα προς αυτό, αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα.

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και με τον έκτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη του αφενός μεν την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του πρακτικά του και αφετέρου τις από 26-7-2005 και 26-6-2008 αγωγές διανομής της αναιρεσίβλητης. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη του και "την κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλούντων (αναιρεσειόντων), που δόθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασής του αυτής, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, προβαίνοντας, μάλιστα, σε αναλυτική αξιολόγηση και στάθμιση των παραπάνω αγωγών διανομής.

3. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, τους λόγους αναίρεσης, ώστε, όχι μόνο να εξάγεται σε ποιόν από τους αναιρετικούς λόγους, που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα, υπάγονται, αλλά και να προκύπτουν από αυτούς οι νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 306/2018, ΑΠ 1418/2013).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, μέρος του παραπάνω δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, αν και δεν θα έπρεπε, διότι, ως σύζυγος της αναιρεσίβλητης, είχε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ενώ με τον πέμπτο, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη της την κατάθεση του ίδιου παραπάνω μάρτυρα. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, πρωτίστως, λόγω της παραπάνω αντίφασής τους.

4. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, όχι, όμως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή ένστασης ή επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012). Δεν ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, πλην τον απέρριψε, ρητά ή σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΑΠ 50/2015).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες και, συγκεκριμένα, την ανωτέρω κατάθεση του μάρτυρά τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι τα όσα παραπάνω φέρεται, ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, δεν συνιστούν "πράγματα" με την έννοια του όρου που προεκτέθηκε.

5. Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την ανάγνωση μόνο της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί και, μάλιστα, παραδεκτά και νόμιμα από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που στηρίζει το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή, ανάλογα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις παραπάνω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που, επίσης, πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Εξάλλου, το ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρέσεις, την οποία, όμως, εξαίρεση ο αναιρεσείων πρέπει να επικαλεσθεί με την αναίρεσή του (ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 148/2006).

Περαιτέρω και στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων αυτών, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, που προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 1059/2017).

Εν προκειμένω, με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη της ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για αοριστία της παραπάνω αγωγής της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση της από 23-3-2009 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της 115/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή, λόγω της ερημοδικίας τους, η παραπάνω αγωγή της αντιδίκου τους, προκύπτει ότι αυτοί δεν πρόβαλαν, όπως όφειλαν, ισχυρισμό για αοριστία της παραπάνω αγωγής, ο οποίος δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και, συνεπώς, το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη του τέτοιο ανύπαρκτο ισχυρισμό, δεν υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια που του αποδίδεται.

6. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 24/1992).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά το νόμο, για τη στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης, περιστατικά, όχι, όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 38/2012, ΑΠ 1703/2009).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο ισχυρισμό παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης αυτής, ενώ, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι αυτή πλήρης ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996).

Εν προκειμένω, με τον έβδομο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή "δεν διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης κυριότητας της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία...αλλά και ότι διενήργησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις είτε η ίδια είτε ο δικαιοπάροχος πατέρας της". Ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με την ανωτέρω με τον αριθ. 3 νομική σκέψη, είναι απορριπτέος αφενός μεν ως απαράδεκτος, λόγω αντίφασης των προβαλλομένων πλημμελειών, για ανεπαρκείς και αντιφατικές ταυτόχρονα αιτιολογίες, αφετέρου δε ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται, ως προς μεν τις ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, για να είναι επαρκείς, ως προς δε τις αντιφατικές, σε τι συνίσταται και από ποια μέρη τους προκύπτει η αντίφασή τους.

7. Απορριπτέος, επίσης, ως αόριστος είναι και ο όγδοος λόγος αναίρεσης (αριθμείται ως δέκατος), με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι "δεν εξηγείται με ποιον τρόπο το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε από τον απώτερο δικαιοπάροχό της (αναιρεσίβλητης) με άτυπη δωρεά το έτος 1965 (κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) ή με προίκα το έτος 1966 (κατά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα - συζύγου της (αναιρεσίβλητης)". Είναι δε αόριστος ο λόγος αυτός, διότι, ενόψει των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης για κυριότητα της αναιρεσίβλητης στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, επειδή το είχε στη διανοία κυρίου νομής της συνεχώς από το έτος 1965 έως και το έτος 1998, ασκώντας σε αυτό τις αναφερόμενες, σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του, πράξεις νομής και κατοχής, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, γιατί είναι ουσιώδης, με την έννοια που προεκτέθηκε, ο παραπάνω ισχυρισμός για το αν ο πατέρας της αναιρεσίβλητης της μεταβίβασε το επίδικο με άτυπη δωρεά το έτος 1965 ή με προίκα το έτος 1966, γιατί, δηλαδή, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης θα ήταν διαφορετικό στην περίπτωση της μιας και διαφορετικό στην περίπτωση της άλλης από τις παραπάνω άτυπες μεταβιβάσεις.

8. Απορριπτέοι, επίσης, ως αόριστοι, για τον ίδιο παραπάνω λόγο, είναι και οι ένατος και δέκατος λόγοι αναίρεσης, που αριθμούνται ως ενδέκατος και δωδέκατος, αντίστοιχα, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν αναφέρονται ο χρόνος και ο τρόπος, αντίστοιχα, κτήσης του επιδίκου ακινήτου από τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης).

9. Επίσης, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι ενδέκατος και δέκατος πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, που αριθμούνται ως δέκατος τρίτος και δέκατος έβδομος, αντίστοιχα, με τους οποίους ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με τον πρώτο, "διότι δεν περιέχει αιτιολογίες σχετικές με την αποδεικτική ή μη δύναμη των ματαιωθεισών αγωγικών δικογράφων των από 26-7-2005 και 26-6-2008 αγωγών διανομής" και με το δεύτερο, διότι "το Εφετείο επέλεξε να στηριχθεί στην 2300/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, αν και είναι πασίδηλο ότι μια τέτοιου είδους πρωτόδικη απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία και μάλιστα...ως προς το ζήτημα της κυριότητας επί του επιδίκου". Είναι δε αβάσιμοι οι λόγοι αυτοί, διότι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών εστιάζεται, όπως με τους ερευνώμενους λόγους, στην αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και, εν προκειμένω, των παραπάνω αποδεικτικών μέσων.

10. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο "αποδεικτικού", κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου. Τούτο συμβαίνει, όταν, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά, με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθόσον πρόκειται, τότε, για παράπονο ως προς την εκτίμηση γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, θα πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμόρφωσε, όχι δε και όταν έχει συνεκτιμήσει απλώς το έγγραφο αυτό, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αν δεν παρατίθεται, κατά λέξη, στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου και το περιεχόμενο που δέχθηκε το δικαστήριο, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης, σε σχέση με τη συνδρομή ή μη ορισμένων πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1044/2013, ΑΠ 118/2013).

Εν προκειμένω, με τους δωδέκατο και δέκατο τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, που αριθμούνται ως δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος, αντίστοιχα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω αγωγών διανομής, καθόσον "δέχτηκε, ότι δεν συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο στα ακίνητα που περιγράφονται στις αγωγές αυτές, ενώ αναγράφεται ρητά, ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είναι συγκληρονόμος σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου επί της κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα της". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος αφενός μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα παραπάνω έγγραφα και το επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο εξαιτίας της προβαλλόμενης παραμόρφωσης, αφετέρου δε ως αβάσιμος, διότι, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε τα παραπάνω έγγραφα, καθόσον η παραδοχή του ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στα ακίνητα, που αφορούν οι παραπάνω αγωγές, δεν αντιτίθεται με το ότι η αναιρεσίβλητη αναφέρεται στις αγωγές αυτές συγκληρονόμος κατά το 1/4 του θανόντος πατέρα της.

11. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο για άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, ισχυρισμό, δηλαδή, που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμιμο ή ισχυρισμό για αρχή έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 1190/1982).

Συνεπώς, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και να αναφέρεται ότι έγινε ή δεν έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά τη συζήτηση στο δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπάγγελτα (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 503/2013). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Αποδεικτική δύναμη των διάφορων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της πεποίθησης του δικαστή και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη απόδειξης από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει γι' αυτά ο νόμος. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει, ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν κρίνεται παραδεκτό ένα αποδεικτικό μέσο χωρίς να συντρέχουν οι όροι του παραδεκτού του (ΑΠ 394/2011, ΑΠ 702/2008).

Συνεπώς, οι παραπάνω, ήτοι από τον αριθ. 11γ και τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αντιφατικοί μεταξύ τους, αφού δεν είναι δυνατόν το δικαστήριο της ουσίας, ταυτόχρονα και να μην έλαβε υπόψη του ένα αποδεικτικό μέσο, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ και να προσέδωσε ή να μη προσέδωσε στο ίδιο αυτό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά καθορίζει ο νόμος, ώστε να ψέγεται η απόφασή του για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, καθόσον, αφού δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό αυτό μέσο, είναι αδύνατον να του προσέδωσε ή να μη του προσέδωσε την οικεία από το νόμο αποδεικτική του δύναμη.

Εν προκειμένω, με τον δέκατο τέταρτο, που αριθμείται ως δέκατος έκτος, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση των αριθ. 12 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον "παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν προσέδωσε στα προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα...την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που προβλέπει για τα δημόσια έγγραφα το άρθρο 438 ΚΠολΔ" και παράλληλα "προκύπτει σοβαρότατη αμφιβολία αναφορικά με το εάν, πράγματι, το Εφετείο έλαβε υπόψη κι εκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα". Τα έγγραφα αυτά, των οποίων, με τον ερευνώμενο λόγο, φέρεται το Εφετείο να παραβίασε τις διατάξεις του νόμου ως προς την αποδεικτική τους δύναμη και, ταυτόχρονα, να μη τα έλαβε υπόψη του, είναι: α) το 4936/1976 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α., β) το .../1996 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου ... Ι , γ) η από 9-11-2000 αγωγή της αναιρεσίβλητης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και δ) η από 29-9-2004 αγωγή της ιδίας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως απαράδεκτος, λόγω αντίφασης των παραπάνω προβαλλομένων πλημμελειών.

Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2018 αίτηση των Τ. Π. Σ. και Π. Τ. Σ., για αναίρεση της 245/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ