Legislator Case Law & Legislation
112/2019 AI generated

112/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 112/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

112/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ του νόμου αυτού), αποφαίνονται επί των ζητημάτων που κατά το νόμο υπάγονται σε αυτές, στα οποία περιλαμβάνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, και το ζήτημα της κατά τις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας αμφισβήτησης της αντιπροσωπευτικότητας της συνδικαλιστικής οργάνωσης που μετέχει σε αυτές.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 112 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 112/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …αι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …ι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Λυμπερδόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2017 προσφυγή ενώπιον της Επιτροπής του άρθρου 15 Ν. 1264/1982 του Πρωτοδικείου Βόλου, επί της οποίας εκδόθηκε η 1/2017 απόφαση της ως άνω επιτροπής. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την διάταξη του άρθρου 552 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι με αναίρεση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 εδ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Ως απόφαση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται η δικαστική απόφαση, ήτοι η κύρια δικαιοδοτική πράξη νομίμως συγκροτηθέντος δικαστηρίου, που εκδίδεται στο πλαίσιο ορισμένης διαδικασίας και εμπεριέχει κρίση επί του αιτήματος δικαστικής προστασίας, επιφέρουσα τα αποτελέσματα της κρίσης αυτής με την παραδοχή ή την απόρριψη αυτού.

Κατά συνέπεια δεν συνιστούν δικαστικές αποφάσεις, που υπόκεινται στο έκτακτο ένδικο μέσο της αναίρεσης, οι αποφάσεις συλλογικών οργάνων, όπως της Πρωτοβάθμιας ή της Δευτεροβάθμιας Τριμελούς Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του άρθρου 15 του Ν. 1264/1982, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του Ν. 1545/1985, οι οποίες (Επιτροπές), εφαρμόζοντας αναλόγως τις διατάξεις των άρθρων 739 έως 759 του ΚΠολΔ περί εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθ. 15 παρ.5 εδ.

γ του νόμου αυτού), αποφαίνονται επί των ζητημάτων που κατά το νόμο υπάγονται σε αυτές, στα οποία περιλαμβάνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, και το ζήτημα της κατά τις διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας αμφισβήτησης της αντιπροσωπευτικότητας της συνδικαλιστικής οργάνωσης που μετέχει σε αυτές.

Είναι δε αδιάφορο το ότι στις ως άνω Επιτροπές μετέχει κατά τις διακρίσεις του νόμου ως Πρόεδρος αυτών Πρόεδρος Πρωτοδικών ή Πρωτοδίκης. Ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της αμφισβήτησης της αντιπροσωπευτικότητας συνδικαλιστικής οργάνωσης, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. α και 2 του Ν. 1876/1990 ορίζεται ότι "(1).

Ικανότητα για σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας έχουν: α. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και εργοδοτών όλων των βαθμίδων στο πεδίο της δραστηριότητάς τους. Ειδικότερα για την παρ. 3 του άρθρου 3 του νόμου αυτού, [που αφορά τις εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας] από την πλευρά των εργαζομένων, ικανότητα για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας έχει η πλέον αντιπροσωπευτική τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση.

Για τις υπόλοιπες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του άρθρου 3 αυτού του νόμου, από την πλευρά των εργαζομένων, ικανότητα για σύναψη συλλογικής σύμβασης εργασίας έχει η πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση των εργαζομένων στο πεδίο ισχύος της συλλογικής σύμβασης εργασίας. (2). Κριτήριο της αντιπροσωπευτικότητας είναι ο αριθμός των εργαζομένων που ψήφισε στις τελευταίες εκλογές για ανάδειξη διοίκησης.

Αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικότητας μπορεί να εγερθεί με προσφυγή συνδικαλιστικής οργάνωσης, αρμόδιας να υπογράψει αντίστοιχη συλλογική σύμβαση εργασίας, μέσα σε προθεσμία 10 ημερών από την κοινοποίηση του εγγράφου που προβλέπεται από το άρθρο 4 παρ. 2 στην επιθεώρηση εργασίας, οπότε και αναστέλλονται οι διαπραγματεύσεις.

Η προσφυγή κρίνεται από την επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφασίζει μέσα σε προθεσμία 10 ημερών. Σε περίπτωση που δεν εκδίδεται απόφαση, μέσα στην παραπάνω προθεσμία, ο πρόεδρος της επιτροπής υποχρεούται να εκδώσει μόνος του απόφαση μέσα σε 48 ώρες. Κατά της απόφασης αυτής της επιτροπής δεν χωρεί άσκηση εφέσεως.

Η διάταξη αυτή ισχύει ανάλογα και όταν προκύψει περίπτωση αμφισβήτησης της αρμοδιότητας εργοδοτικής οργάνωσης κατά την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων εργασίας". Σημειώνεται ότι η έφεση που προβλέπει το προτελευταίο εδάφιο της προηγουμένης διάταξης αναφέρεται στην προβλεπόμενη για άλλες περιπτώσεις έφεση ενώπιον της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών, κατά την παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν. 1264/1982.

Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 παρ.2 του Ν. 1876/1990 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 14 έως 17 του ιδίου Νόμου που αφορούν τόσο τη διαδικασία των συλλογικών διαπραγματεύσεων, όσο και τη διαδικασία επίλυσης συλλογικής διαφοράς μέσω του μηχανισμού μεσολάβησης ή διαιτησίας, προκύπτει ότι η διαφωνία περί την αντιπροσωπευτικότητα συνδικαλιστικού σωματείου κατά τις διαπραγματεύσεις έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις διαδικασίες της συλλογικής διαπραγμάτευσης και της επίλυσης συλλογικής διαφοράς, οι δε διαφορές που γεννώνται από την αμφισβήτηση της νομιμότητας πράξεων, με τις οποίες τερματίζεται μια τέτοια διαδικασία, δηλαδή πράξεων της επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 1262/1982, εκδιδομένων κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, είναι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενες στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2272/2005).

Αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών που γεννώνται από την εν λόγω απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών, [η οποία σε πρώτο και τελευταίο βαθμό αποφαίνεται περί της αντιπροσωπευτικότητας της συμμετέχουσας στις σχετικές διαπραγματεύσεις συνδικαλιστικής οργάνωσης κατ' άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 1876/1990], είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 αριθ. 5 και 614 παρ. 3 περ.

γ του ΚΠολΔ [προηγουμένως άρθρο 663 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015], κατόπιν άσκησης σχετικής αγωγής και μάλιστα εντός της σύντομης δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 16 Β του Ν. 1876/1990, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο τέταρτο παρ. 4 του Ν. 4303/2014, αναλόγως εφαρμοζομένου και επί της ως άνω διαφοράς, λόγω του υφισταμένου νομοθετικού κενού, ενόψει του παρακολουθηματικού της χαρακτήρα σε σχέση με τις διαφορές για ακύρωση διαιτητικής απόφασης, και του σκοπού των σχετικών ρυθμίσεων της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν. 1876/1990 που αποβλέπουν στην ταχεία άρση των σχετικών αμφισβητήσεων και στην αποφυγή παρελκύσεων κατά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται ενώπιον του Αρείου Πάγου η από 4 Απριλίου 2017 και με αριθ. κατάθ. 1/2017 αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 1/10.3.2017 απόφασης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του Πρωτοδικείου Βόλου. Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διώκεται η αναίρεση της ως άνω απόφασης, που απέρριψε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) την από 29.1.2018 και με αριθ.

κατάθ. 1/2016 προσφυγή της τότε προσφεύγουσας και ήδη αναιρεσείουσας δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "..." κατά της καθής η προσφυγή και ήδη αναιρεσίβλητης πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", με την οποία (προσφυγή) αμφισβητείτο η αντιπροσωπευτικότητα της τελευταίας για την κατάρτιση εθνικής ομοιοεπαγγελματικής συλλογικής σύμβασης εργασίας για τους όρους εργασίας και αμοιβής των εποχικών, άλλως συμβασιούχων πυροσβεστών.

Σύμφωνα όμως με τα ήδη προαναφερθέντα η ως άνω απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του Πρωτοδικείου Βόλου συνιστά απόφαση συλλογικού οργάνου και όχι δικαστική απόφαση. Ως εκ τούτου δεν είναι δεκτική προσβολής με αίτηση αναίρεσης, όπως παραδεκτώς επισημαίνει με τις από 22.1.2018 προτάσεις της η αναιρεσίβλητη συνδικαλιστική οργάνωση (άρθ. 570 παρ.1 του ΚΠολΔ) και ερευνάται άλλωστε και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4.4.2017 και με αριθ. κατάθ. 1/2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1/10.3.2017 απόφασης του Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών (άρθ. 15 Ν. 1264/1982) του Πρωτοδικείου Βόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιανουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ