112/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated112/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθ. 80 παρ. 1 αυτού (ΑΠ 2101/2014, 22/2013, 1495/2012).
Full text
Απόφαση 112 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 112/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ", που εδρεύει στην Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τσιρώνα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Δ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 3)Χ. Π. του Ε., κατοίκου ... και 4) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 217/23-6-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κομοτηνής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 20/5/2014 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 993/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει το καλούν Νομικό Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την από 18/9/15 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκε μόνο το αιτούν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 28/11/2014 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά παραδοχή όλων των λόγων αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από το αναιρεσείον εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ροδόπης Ιωάννη Μ., με αρ. 3057β/ 26.9.2014 και 3727β/30.11.2015, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου με την πρώτη εξ αυτών και της από 17.9.2015 κλήσης προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 23.2.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε, από το πινάκιο, η συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (25.10.2016) με τη δεύτερη εξ αυτών, επιδόθηκαν στους αναιρεσιβλήτους, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια του, παραδεκτά διορισθέντος, πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, Αθανασίου Tσιρωνά.
Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο δικαστήριο, κατά την από το οικείο πινάκιο νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση και εφόσον για την παρούσα δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 575 του ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά την διάταξη του άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (oλΑΠ3/2009, 11/2008, 31/2007, 3/2006, 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (oλΑΠ 3/2009).
Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, τα παραπάνω δε ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό.
Στην περίπτωση που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθ. 80 παρ. 1 αυτού (ΑΠ 2101/2014, 22/2013, 1495/2012).
Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για την διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων, που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν, όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς, δηλ. όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ και η άλλη σε ΝΠΙΔ ή γενικά στον ιδιωτικό τομέα (ΑΠ 2102/2014, 1495/2012, 1584/2010).
Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13 παρ. 1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2.Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους.... 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με αυτές αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ανεξάρτητα από την σχέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που τους συνδέει με τους φορείς αυτούς, όχι δε και στους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ΝΠΙΔ, ακόμη και αν αυτά επιχορηγούνται από το Δημόσιο ή είναι κοινωφελούς χαρακτήρα ή ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΑΠ 2101/2014, 1495/2012, 1584/2010).
Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 παρ. 2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ.1, δηλ. της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2002 και 176 ευρώ από 1.7.2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά αναφερόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση), που έχουν όλες ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο, ειδικότερα δε, μεταξύ άλλων, αναφέρουν ως δικαιούχους αυτής όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς.
Έτσι, ενώ η μηνιαία αυτή ειδική παροχή προβλέφθηκε αρχικά προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, η διαδοχική χορήγησή της, και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα, σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού του Δημοσίου (δηλ.
σύμφωνα με τις διατάξεις αρχικά του ν. 2470/1997 και ήδη από 1.1.2004 του ν. 3205/2003), οι οποίοι δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού τους, ως εκ τούτου δε κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από 1.1.2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης (ΑΠ 2101/2013, 1495/2012).
Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση της επέκτασης αυτής με βάση την αρχή της ισότητας είναι, κατά τα προεκτεθέντα, όχι μόνο όσοι την αξιώνουν ν' αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά και η ιδιότητά τους ως υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ και επομένως η μη χορήγηση της παροχής αυτής σε εργαζομένους που δεν ανήκουν στις κατηγορίες αυτές, όπως είναι και οι εργαζόμενοι σε ΝΠΙΔ, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας του άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον η διαφορετική αυτή ρύθμιση δικαιολογείται από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ενόψει του ότι οι εργαζόμενοι σε ΝΠΙΔ ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία από εκείνη των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ (ΑΠ 2101/2013, 1584/2010).
Το αυτό ισχύει προδήλως, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, και για κάθε ειδική μισθολογική παροχή που χορηγήθηκε σε ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ ή άλλων ΝΠΔΔ με ΚΥΑ εκδοθείσα με βάση την αυτή εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 ν. 3016/2002, δεν είναι δηλ. δυνατή η επέκταση της χορήγησής της, με την επίκληση της καθιερουμένης με το άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, και σε εργαζομένους σε ΝΠΙΔ, ακόμη και εάν αυτά επιχορηγούνται από το Δημόσιο ή είναι κοινωφελούς χαρακτήρα ή ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
Ειδικότερα, με βάση την ίδια ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 ν. 3016/2002 εκδόθηκε και η ΚΥΑ 2/41289/0022/2002 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β' 1278/2002), με την οποία χορηγήθηκε στους υπαλλήλους των Περιφερειών, που δεν είναι δικαιούχοι άλλου αντιστοίχου ή μεγαλυτέρου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό Περιφέρειας ή άλλου φορέα, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ΟΤΑ α' και β' βαθμού ή ΝΠΔΔ στις Περιφέρειες, ειδική μηνιαία παροχή, το ύψος της οποίας καθορίσθηκε α) σε 249,45 ευρώ για όσους ανήκουν στις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ και έχουν υπηρεσία μέχρι 10 έτη, β) σε 278,80 ευρώ για όσους ανήκουν στις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ, έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών και δεν υπερβαίνουν τα 20, γ) σε 249,45 ευρώ για όσους ανήκουν στις κατηγορίες ΔΕ έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 10 ετών και δεν υπερβαίνουν τα 20, ορίσθηκε δε επίσης, όπως ακριβώς και στις άλλες παρόμοιες ΚΥΑ, ότι η καταβολή της παροχής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών, υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων υπαλλήλων.
Εξάλλου, με το άρθ. 53 παρ. 1 ν. 2218/1994, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθ. 4 ν. 2503/1997 και 18 ν. 2946/2001, στην έδρα κάθε Περιφέρειας συνεστήθη νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης..." που φέρει το όνομα της Περιφέρειας και εποπτεύεται από τον Υπουργό Εσωτερικών, όπως ακριβώς είναι και το αναιρεσείον "Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης" του οποίου σκοπός και αρμοδιότητες, κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου, είναι:
α) η διαχείριση χρηματοδοτήσεων φορέων του δημόσιου τομέα καθώς και προερχομένων από προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων διεθνών οργανισμών και άλλων φορέων του εξωτερικού, οι οποίες αφορούν τα περιφερειακά, τα νομαρχιακά, τα τοπικά και τα ειδικά αναπτυξιακά προγράμματα της περιοχής της περιφέρειας, β) η τεχνική υποστήριξη της Περιφέρειας ιδίως στον τομέα της εκπόνησης μελετών και ερευνών και εφαρμογής προγραμμάτων που αναθέτει στο Ταμείο η Περιφέρεια για την αποδοτικότερη αξιοποίηση των πόρων, γ) η επιβολή, βεβαίωση και είσπραξη τελών, δικαιωμάτων και εισφορών υπέρ του Ταμείου, μετά από έγκριση του περιφερειακού συμβουλίου, δ) η άσκηση της ταμιακής του διαχείρισης, ε) η συμμετοχή σε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στ) η σύναψη δανείων με χρηματοδοτικούς φορείς του εσωτερικού και του εξωτερικού για την εκτέλεση έργων, την παροχή υπηρεσιών και την εφαρμογή προγραμμάτων, ζ) η έναντι αμοιβής παροχή υπηρεσιών, η διεξαγωγή ερευνών και η εκπόνηση αναπτυξιακών, τεχνικοοικονομικών, οργανωτικών μελετών, καθώς και η επίβλεψη και υλοποίηση προγραμμάτων που αναθέτουν στο Ταμείο τα Υπουργεία, η Περιφέρεια, οι ΟΤΑ α' και β' βαθμού και ΝΠΔΔ.
Τα συσταθέντα ως άνω Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης, όπως και το αναιρεσείον, ως ΝΠΙΔ διαθέτουν πλήρη νομική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, καθόσον ειδικότερα με τις επιμέρους ρυθμίσεις του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: 1) Το Ταμείο διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο επιμελείται των υποθέσεων και των συμφερόντων του Ταμείου και το διοικεί και αποφασίζει για κάθε θέμα σχετικό με τις αρμοδιότητες του Ταμείου, εκτός από τα θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα του Προέδρου, και τον Πρόεδρο, ο οποίος α) εκπροσωπεί το Ταμείο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή και δίνει τους όρκους που επιβάλλονται στο Ταμείο, β) εκτελεί τις αποφάσεις του ΔΣ, γ) είναι προϊστάμενος του προσωπικού του Ταμείου, αποφασίζει για τον διορισμό, τις κάθε είδους υπηρεσιακές μεταβολές και την άσκηση του πειθαρχικού ελέγχου, σύμφωνα με τον οικείο κανονισμό και εκδίδει τις σχετικές πράξεις, δ) διατάζει την είσπραξη των εσόδων του Ταμείου και εκδίδει τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής σε βάρος των πιστώσεων του προϋπολογισμού (ε) υπογράφει τις συμβάσεις που συνάπτει το Ταμείο, στ) ασκεί όσες αρμοδιότητες του ανατίθενται από το νόμο ή άλλες διατάξεις, από τον κανονισμό και με αποφάσεις του ΔΣ (άρθ. 54 παρ. 1 - 3). 2) Κάθε Ταμείο έχει δικούς του πόρους, που αποτελούνται από α) ποσοστό από τις χρηματοδοτήσεις τις οποίες διαχειρίζεται, προσδιοριζόμενο με απόφαση των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εσωτερικών, β) έσοδα από την επιβολή τελών, δικαιωμάτων και εισφορών, την συμμετοχή στα προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την σύναψη δανείων, την παροχή υπηρεσιών, την εκτέλεση εργασιών, την διεξαγωγή ερευνών και την εκπόνηση μελετών και προγραμμάτων, κάθε είδους επιχορηγήσεις, δωρεές, κληροδοτήματα, κληρονομίες, την περιουσία του Ταμείου και κάθε άλλη πηγή, περαιτέρω δε η οικονομική διαχείριση του Ταμείου γίνεται με δικό του προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και το Ταμείο έχει δική του ταμιακή υπηρεσία και διατάκτης των δαπανών του είναι ο πρόεδρος αυτού, ενώ εξάλλου σε όσους κάνουν χρήση σημαντικών έργων που εκτελούνται με δαπάνες του Ταμείου ή υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται με μέριμνα του Ταμείου, το Ταμείο δικαιούται να επιβάλει τέλη ή δικαιώματα που ορίζονται με απόφαση του ΔΣ (άρθ. 55 παρ. 1 - 3). 3) Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών καταρτίζονται α) ο κανονισμός προσωπικού του οικείου Περιφερειακού Ταμείου, με τον οποίο καθορίζονται οι θέσεις του προσωπικού, οι θέσεις ειδικών επιστημόνων που μπορεί να προσλαμβάνονται με θητεία, τα προσόντα, ο τρόπος πρόσληψης του προσωπικού, το μισθολόγιο και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, β) ο κανονισμός της οικονομικής διοίκησης και διαχείρισης, της επιβολής, βεβαίωσης και είσπραξης των τελών, δικαιωμάτων και εισφορών, καθώς και του τακτικού και έκτακτου οικονομικού ελέγχου του Ταμείου, ενώ με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου μπορεί να συντάσσονται και άλλοι κανονισμοί που κρίνονται απαραίτητοι για την λειτουργία του (άρθ. 56 παρ.1-3).
Με βάση την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 56 παρ. 1 ν. 2218/1994 καταρτίσθηκε με την ΥΑ 4683/1998 (ΦΕΚ Β' 140) ο Κανονισμός Προσωπικού των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης των Περιφερειών της χώρας, με τον οποίο: 1) Καθορίσθηκε η οργανωτική διάρθρωση των υπηρεσιών των Ταμείων αυτών και ορίσθηκε ειδικότερα ότι κάθε Ταμείο διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο και τον Πρόεδρο αυτού και ότι οι ενότητες των υπηρεσιών του Ταμείου είναι:
α) Νομική Υπηρεσία και β) Διεύθυνση των υπηρεσιών του Ταμείου που διαρθρώνεται στα Τμήματα οικονομικής διαχείρισης επενδυτικών προγραμμάτων, επιστημονικοτεχνικής υποστήριξης και υλοποίησης προγραμμάτων, οικονομικών υπηρεσιών και διοικητικών υπηρεσιών (άρθ. 2 του Κανονισμού). 2) Ορίσθηκε περαιτέρω, μεταξύ των άλλων, ότι το τακτικό προσωπικό κάθε ταμείου εντάσσεται σε συγκεκριμένες θέσεις εργασίας και προσλαμβάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις περί προσλήψεων του ν. 2190/1994 με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (άρθ. 13, 14 και 16), οι τακτικές αποδοχές του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καθορίζονται κατ' αντιστοιχία με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως ισχύει, με εξαίρεση τις διατάξεις των άρθ. 1, 15, 16, 17α, 21, 23 - 33, τα μισθολογικά κλιμάκια είναι αυξημένα για μεν τις κατηγορίες ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ κατά 10% για δε την κατηγορία ΕΕ κατά 15% (άρθ. 20) και τα λοιπά ζητήματα προσωπικού ρυθμίζονται με αποφάσεις του Προέδρου στο πλαίσιο των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, οι διατάξεις δε του Κανονισμού αυτού συμπληρώνουν τις ατομικές συμβάσεις εργασίας (άρθ. 32), ενώ, εξάλλου, με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 56 παρ. 2 ν. 2218/1998 καταρτίσθηκε με την ΥΑ 2141/1998 (ΦΕΚ Β' 78) και ο Κανονισμός Διαχείρισης των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης (που καθορίζει τους κανόνες που διέπουν την οικονομική διαχείριση των ΠΤΑ και το λογιστικό τους σύστημα, άρθ. 1 αυτού) με τον οποίο ορίσθηκε επίσης (όπως, κατά τα προαναφερθέντα, και με τον ιδρυτικό των ΠΤΑ ως άνω ν. 2218/1994) ότι αυτά διοικούνται από το ΔΣ και τον Πρόεδρο αυτού, έχουν τους ως άνω πόρους κ.λπ.
Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι τα Ταμεία Περιφερειακής Ανάπτυξης, όπως το αναιρεσείον, αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διαθέτοντας ίδια διοίκηση, ανεξάρτητη ταμιακή υπηρεσία και ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων, με βάση τον οποίο γίνεται η οικονομική διαχείρισή τους, δικούς τους πόρους και ανεξάρτητη και αυτοτελή εσωτερική οργάνωση και λειτουργία με βάση κανονισμούς, και δεν αποτελούν μέρος του Δημοσίου, ούτε υπάγονται στους ΟΤΑ και δεν αποτελούν ΝΠΔΔ, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, ΝΠΙΔ.
Κατά συνέπεια οι εργαζόμενοι σ' αυτά τελούν σε εντελώς διαφορετικό νομοθετικό και εργασιακό καθεστώς και παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετικούς εργοδότες σε σχέση με τους εργαζομένους στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, στους οποίους έχουν χορηγηθεί σταδιακά οι ειδικές μηνιαίες μισθολογικές παροχές που προβλέπονται από το άρθ. 14 ν. 3016/2002.
Επομένως και αφού ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι δεν έχει εκδοθεί ΚΥΑ για την χορήγηση ειδικά της παροχής που χορηγήθηκε με την ΚΥΑ 2/41289/0022/2002 (με βάση ακριβώς την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη), στους υπαλλήλους των Περιφερειών, οι οποίες, όμως, αποτελούν αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθ. 1 παρ. 1 ν. 2503/1997, και σε υπαλλήλους Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης, η μη χορήγηση αυτής στους ως άνω εργαζομένους δεν προσκρούει στην καθιερουμένη με το άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας (ειδικότερη μορφή και εκδήλωση της οποίας αποτελεί η κατ' άρθ. 22 παρ. 1β αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία), ενώ αντίθετα η χορήγησή της δεν μπορεί να θεμελιωθεί, είτε ευθέως είτε αναλογικά, στις ως άνω διατάξεις, διότι ναι μεν σύμφωνα με τον ως άνω Κανονισμό οι τακτικές αποδοχές τους καθορίζονται κατ' αντιστοιχία με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 (δηλ.
τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας Διοίκησης), πέραν, όμως, του γεγονότος ότι τα μισθολογικά κλιμάκια των υπαλλήλων αυτών είναι αυξημένα, κατά τα προαναφερθέντα, κατά 10% και 15%, και ότι δεν εφαρμόζονται επ' αυτών οι διατάξεις 16 άρθρων του ως άνω νόμου, δεν συντρέχει και η άλλη απαραίτητη προϋπόθεση για την χορήγηση της ειδικής αυτής μισθολογικής παροχής, η ιδιότητα δηλ.
των ως άνω εργαζομένων ως υπαλλήλων του Δημοσίου (ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ), καθόσον αυτοί ως υπάλληλοι ΝΠΙΔ ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία εργαζομένων που δικαιολογεί την αποκλίνουσα νομοθετική ρύθμιση. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής, οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν, ότι υπηρετούν σε οργανικές θέσεις του εναγομένου (και τώρα αναιρεσείοντος) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης" με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις κατηγορίες ΠΕ … οι δύο πρώτοι (με την σειρά που αναφέρονται στην αγωγή), ΠΕ … ο τρίτος και ΔΕ … ο τέταρτος, διεπόμενοι μισθολογικά από το καθεστώς του ενιαίου μισθολογίου του ν. 2470/1997 μέχρι 31.12.2003 και του ν. 3205/2003 από 1.1.2004, ότι το εναγόμενο που ιδρύθηκε με το άρθ. 53 ν. 2218/1994 ως ΝΠΙΔ έχει στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις του ως άνω νόμου και του Κανονισμού του προσωπικού αυτού κ.λπ.
και ανεξάρτητα του νομοθετικού προσδιορισμού των Περιφερειακών Ταμείων Ανάπτυξης, αρμοδιότητες ΝΠΔΔ, αφού αυτές πριν την ίδρυσή του τις είχε η Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, ότι κατ' εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθ. 14 παρ. 2 ν. 3016/2002 με πολλές ΚΥΑ, μεταξύ των οποίων και οι εκεί ενδεικτικά αναφερόμενες, η προβλεπομένη από τον ως άνω νόμο μισθολογικής φύσεως μηνιαία πρόσθετη παροχή ποσού 176 ευρώ επεκτάθηκε αδιακρίτως σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ με μόνο κριτήριο την υπαγωγή τους στο καθεστώς του ενιαίου μισθολογίου και με σκοπό την μισθολογική εξομάλυνση των αποδοχών τους, ότι ειδικότερα στον κλάδο που υπηρετούν οι ενάγοντες εκδόθηκε η ΚΥΑ 2/41289/0022/2002, με την οποία χορηγείτο σε όλους τους υπαλλήλους (μονίμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) των Περιφερειών, καθώς και στους αποσπασμένους από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ΟΤΑ (α' και β' βαθμού) ή ΝΠΔΔ στις Περιφέρειες, ειδική μηνιαία παροχή ύψους 249,45 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ και ΤΕ, με χρόνο υπηρεσίας μέχρι 10 έτη, και 220,10 ευρώ για τους υπαλλήλους κατηγορίας ΔΕ κ.λπ., ότι σύμφωνα με τις παρατιθέμενες εκεί διατάξεις η ειδική αυτή παροχή για τους υπαλλήλους των Περιφερειών χορηγήθηκε καταρχάς στους μονίμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου συναδέλφους των εναγόντων δυνάμει συλλογικής συμφωνίας, που επικυρώθηκε με την ως άνω ΚΥΑ εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθ. 14 ν. 3016/2002, ότι συγχρόνως η ειδική παροχή ύψους 176 ευρώ της παρ. 2 του άρθ. 14 ν. 3016/2002, ενώ είχε σκοπό την εξομάλυνση των αποδοχών των χαμηλόμισθων δημοσίων υπαλλήλων, χορηγήθηκε τελικά κατά τρόπο ενιαίο σε διαφορετικές και ανόμοιες μεταξύ τους κατηγορίες υπαλλήλων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και αποτελεί πλέον προσαύξηση των τακτικών αποδοχών των υπαλλήλων, ότι η ένδικη παροχή, με αμφότερες τις ως άνω μορφές της, σύμφωνα με τις αναφερόμενες εκεί διατάξεις εξακολουθεί να καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά από τον Ιανουάριο του 2004 και εντεύθεν, όχι μόνο στους πρώην δικαιούχους υπαλλήλους της Περιφέρειας, αλλά και στους νεοδιοριζομένους ή μετατασσομένους σ' αυτήν και μετά την 1.1.2005, ότι το εναγόμενο αρνείται να καταβάλει σ' αυτούς την ως άνω παροχή, παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες κατά πρόβλεψη του Κανονισμού Προσωπικού αυτού αμείβονται σε αντιστοιχία με το δημοσιοϋπαλληλικό μισθολόγιο και προσφέρουν το ίδιο έργο, υπό τις αυτές συνθήκες, με τους υπαλλήλους της Περιφέρειας Αν.
Μακεδονίας - Θράκης που είναι αποσπασμένοι στο εναγόμενο, αλλά και εν γένει με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους, και ότι κατά συνέπεια επιβάλλεται κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας του άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος η χορήγηση της πρόσθετης παροχής και ειδικά της προβλεπομένης από την ΚΥΑ 2/41289/0022/2002 και στους ενάγοντες ως υπαλλήλους, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του εναγομένου, καθόσον υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των ν. 2470/1997 και 3205/2003 που αποτελεί την αποκλειστική προϋπόθεση απόληψής της.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτούς για το χρονικό διάστημα από 1.7.2008 έως 30.6.2010, κατά τις εκεί διακρίσεις: Κυρίως με βάση την αρχή της ισότητας κατ' άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος την χορηγηθείσα με την ΚΥΑ 2/41289/0022/2002 ειδική μηνιαία παροχή, ύψους 278,80 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους και 249,45 ευρώ για καθέναν από τους άλλους δύο, και συνολικά α) σε κάθε έναν από τους 1ο και 2η το ποσό των 6.691 ευρώ και β) σε καθένα από τους 3ο και 4ο το ποσό των 5.986 ευρώ.
Επικουρικά, τα αυτά ως άνω αντίστοιχα και κατά περίπτωση ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η αγωγή αυτή , απορρίφθηκε κατά την επικουρική της βάση και έγινε εν όλω δεκτή και κατ' ουσίαν, κατά την κύρια βάση αυτής με την 106/2011 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης κρίνοντας επί της αγωγής, ύστερα από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως άνω νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, με την προσβαλλομένη 10/2014 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι είναι υπάλληλοι του εναγομένου αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ "Ταμείου Ανάπτυξης Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης" με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ανήκουν στην κατηγορία ΠΕ … οι δύο πρώτοι, ΠΕ … ο τρίτος και ΔΕ … ο τέταρτος, παρέχουν δε τις υπηρεσίες τους ως τακτικό προσωπικό στο εναγόμενο από 1.6.2002 οι πρώτος και δεύτερη, από 1.5.2002 ο τρίτος και από 1.9.2003 ο τέταρτος, μετά την πρόσληψή τους μέσω διαγωνισμού του ΑΣΕΠ, αμειβόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος ενιαίου μισθολογίου για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, στο οποίο (μισθολόγιο) υπάγονται όλοι οι εργαζόμενοι στο αναιρεσείον, και ειδικότερα για το διάστημα από 1.1.2002 μέχρι 31.12.2003 σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και από 1.1.2004 και εντεύθεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003, ότι τα Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης, ως και το αναιρεσείον (όπως διέλαβε το Μονομελές Πρωτοδικείο σε άλλο σημείο της προσβαλλομένης απόφασής του και ερμηνεύοντας τις διατάξεις του ν. 2218/1994 σε συνδυασμό με τις ως άνω, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσες ΥΑ) ανεξάρτητα από το νομοθετικό προσδιορισμό τους ως ΝΠΙΔ, με βάση τον σκοπό, τις αρμοδιότητες και την λειτουργία τους αποτελούν στην πραγματικότητα ΝΠΔΔ, ότι με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 παρ. 2 ν. 3016/2002 εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, μεταξύ των οποίων και οι ενδεικτικά αναφερόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με τις οποίες χορηγήθηκε "σε πλείστες κατηγορίες υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης και κυρίως των κεντρικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, στους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ και των οργανισμών που εποπτεύονται απ' αυτό, αλλά και στους εν αποσπάσει τελούντες υπαλλήλους στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση", που αμείβονται σύμφωνα με το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η προβλεπομένη από την ως άνω διάταξη ειδική μηνιαία παροχή, που διαμορφώθηκε τελικά σε 176 ευρώ, χωρίς ειδική αιτιολόγηση της καταβολής της παροχής αυτής στους ρητά κατονομαζομένους στις ΚΥΑ αυτές υπαλλήλους ως δικαιούχους της παροχής αναγομένη στο είδος, την ένταση ή τις εν γένει εργασιακές δραστηριότητες αυτών, ότι με βάση την ίδια ως άνω νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 εκδόθηκε ειδικότερα η 2/41289/0022/2002 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (ΦΕΚ Β' 1278), με την οποία χορηγήθηκε σε όλους τους υπαλλήλους των Περιφερειών, μονίμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδική παροχή ύψους αναλόγου με την κατηγορία και τα έτη υπηρεσίας του υπαλλήλου, την οποία δικαιούνται και οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι ως υπάλληλοι του εναγομένου αναιρεσείοντος Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης, που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997, που αποτελεί την μοναδική προϋπόθεση για την χορήγηση της επίδικης παροχής, παρά το γεγονός ότι με το άρθ. 28 παρ. 4 ν. 3205/2003 καταργήθηκε το άρθ. 14 ν. 3016/2002, αφού με το άρθ. 24 παρ. 2 αυτού διατηρήθηκε η επίδικη παροχή ως προσωπική διαφορά, ώστε να μην μειωθεί το εισόδημα των μισθωτών που την ελάμβαναν μέχρι την 31.12.2002, ότι ειδικότερα οι ενάγοντες στα πλαίσια του ενιαίου μισθολογίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο ανήκουν, δικαιούνται όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες εκ του νόμου παροχές, ανεξάρτητα από το δικαίωμά τους στην απόληψη των ειδικών επιδομάτων και λοιπών αμοιβών ή παροχών που, λόγω των ειδικών και ιδιαζουσών συνθηκών εργασίας τους, δικαιολογημένα καταβάλλονται μόνο στους εργαζομένους στα Περιφερειακά Ταμεία Ανάπτυξης, το δικαίωμα δε αυτό καθίσταται εμφανέστερο για το λόγο ότι η επίδικη παροχή, έστω και με διαφορετικό ποσό, έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες της Δημόσιας Διοίκησης και ΝΠΔΔ, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχομένης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει εξαρχής χαρακτήρα γενικά προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων σωρευτικά, με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση των ν. 2470/1997 και 3205/2003, ότι κατά συνέπεια στην συγκεκριμένη περίπτωση η εξαίρεση όχι ολόκληρης κατηγορίας εργαζομένων αλλά μικρού αριθμού αυτών από την λήψη της παροχής αυτής, από άλλους της ίδιας κατηγορίας που ήδη την λαμβάνουν και που τελούν υπό τις αυτές μισθολογικές συνθήκες, στερουμένη αιτιολογικού ερείσματος, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της καθιερουμένης από το άρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες των εργαζομένων, υπέρ των οποίων θεσπίσθηκε η ειδική ρύθμιση και επομένως οι ενάγοντες δικαιούνται την ως άνω ειδική πρόσθετη μηνιαία μισθολογική παροχή, κατά τις εκεί διακρίσεις (ο 1ος και η 2η ύψους 278,80 ευρώ και οι 3ος και 4ος ύψους 249,45 ευρώ μηνιαία), και ότι από την ως άνω 2/41289/0022/2002 ΚΥΑ, με την οποία χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή στους υπαλλήλους των Περιφερειών προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη η ειδική συλλογική συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ του Ελλ.
Δημοσίου και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Υπαλλήλων Περιφερειών και κατά συνέπεια η επίμαχη ειδική παροχή μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 176 ευρώ, με βάση δε τα ως άνω γενόμενα δεκτά, έκρινε ότι σωστά αποφάσισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Με το να δεχθεί το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι οι αναιρεσίβλητοι ως υπάλληλοι του αναιρεσείοντος, το οποίο ρητά με το 53 παρ. 1 ν. 2218/1994 συστήθηκε και χαρακτηρίσθηκε ως ΝΠΙΔ και όχι ως ΝΠΔΔ, όπως αυτό, παρά ταύτα, το χαρακτήρισε, δικαιούνται, κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, την επίδικη παροχή, που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ.1 ν. 2738/1999, 14 ν. 3016/2002, και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, λαμβάνουν οι υπάλληλοι των Περιφερειών που ανήκουν σε διαφορετική από αυτούς (αναιρεσίβλητους) κατηγορία, παρότι δεν πληρούν δηλαδή την ετέρα απαραίτητη για την καταβολή της παροχής αυτής προϋπόθεση (να αποτελούν υπαλλήλους του Δημοσίου, ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ) και η διαφορετική αυτή νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση από γενικότερους λόγους κοινωνικού συμφέροντος, ότι η παροχή αυτή έχει τη μορφή μισθολογικής προσαύξησης και καταβάλλεται ανεξάρτητα από τις καταβαλλόμενες στους αναιρεσιβλήτους μηνιαίες παροχές καθώς και ότι μοναδική προϋπόθεση για να την δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι είναι η πρώτη προϋπόθεση, η υπαγωγή τους δηλαδή στο ειδικό ενιαίο μισθολόγιο του ν. 2470/1997, παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις.
Επομένως, είναι βάσιμοι και οι τρεις λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, το πραγματικό του οποίου πληρούν οι αποδιδόμενες με αυτούς ως άνω πλημμέλειες στην προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν δεν αναφέρουν ενάριθμα το άρθρο αυτό (560 αριθ 1 ΚΠολΔ), αφού όταν προβάλλεται σχετική αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 301/2013, 648/2009) και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Εν όψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να ερευνηθεί η αγωγή, να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης, κατ' άρθρο 179 εδ.
τελευταίο ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 10/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 106/2011 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κομοτηνής. Δικάζει επί της από 23.6.2010, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 217/23.6.2010 αγωγής.
Απορρίπτει αυτήν. Και Συμψηφίζει στο σύνολο τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα αυτών του πρώτου και δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ