112/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated112/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της τελευταίας αποφάσεως (241/2013) του Εφετείου Πατρών εναντιώνεται ο ηττηθείς αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 112 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 112/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Oκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη.
Του αναιρεσιβλήτων: 1. Ν. Δ. Β., κατοίκου ..., 2. Γ. Δ. Β., κατοίκου ..., 3. Α. Ι. Κ., κατοίκου ..., 4. Δ. Ι. Κ.σούνη, κατοίκου ..., 5. Εταιρίας με την επωνυμία "SHEFFIELD PETROLEUM (UK) LIMITED" που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, 6. Γ.-Π. Τ. του Π., κατοίκου ... και 7. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΛΑΣΣΙΡΜΑ ΕΛΛΑΣ Ανώνυμος Τουριστική Τεχνική Ναυτιλιακή Εταιρία" και με τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΣΣΙΡΜΑ ΑΕ" που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι πρώτος και δεύτερος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη, ο έκτος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μοσχονά ενώ οι τρίτος, τέταρτος, πέμπτη και έβδομη, δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από κανένα πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2002 αναψηλάφηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών όπου εκδόθηκε η 662/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως αναίρεσης εκδόθηκαν οι 22/2209, 24/2009, 26/2009 και 29/2009 αποφάσεις Ολομελείας του Αρείου Πάγου με τις οποίες αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε στο ίδιο Εφετείο. Το οποίο εξέδωσε την 241/2013 απόφαση του. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-12-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 14-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, που επισπεύδουν τη συζήτηση, υπ' αριθμ. 2410 και 2411/7-4-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Κεφαλληνίας Α. Κ. καθώς και την υπ'αριθμ. 8837/25-4-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Κ. Κ., αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην τρίτη, τέταρτο και έβδομη των αναιρεσιβλήτων Επίσης, από την υπ'αριθμ.8831/15-4-2014 έκθεση επιδόσεως της ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Κ.
Κ., που προσκομίζουν με επίκληση οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση αυτής κατά την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, για την εδρεύουσα στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου πέμπτη αναιρεσίβλητη στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
Ο τελευταίος προώθησε, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων, που ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου) στην κεντρική αρχή εποπτείας και συντονισμού, δηλαδή προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης την αίτηση επιδόσεως, η οποία και διαβιβάσθηκε από αυτό εν τέλει προς την αρμόδια αρχή παραλαβής του Ηνωμένου Βασιλείου (Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας και Ουαλλίας-Τμήμα Εξωτερικού), η οποία και επέδωσε ταχυδρομικώς στις 12-5-2014 μέσω γραμματοκιβωτίου στην πιο πάνω εταιρεία την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, σύμφωνα με τον κανόνα 6.3(1) (γ) των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας της Αγγλίας και της Ουαλλίας.
Επομένως, εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την ανωτέρω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η ερήμην της πέμπτης αναιρεσίβλητης και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ. 241/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ` επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ο αναιρεσείων με την από 15-7-2002 αίτησή του ζήτησε την αναψηλάφηση της υπ'αριθμ 591/2000 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών με την οποία είχε απορριφθεί κατ'ουσίαν η από 22-6-1999 έφεσή του κατά της υπ'αριθμ 270/1999 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας που είχε απορρίψει την από 10.10.1996 ανακοπή του ιδίου, με την οποία ζητούσε, για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους, να ακυρωθούν, ο αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτων του που διενεργήθηκε στις 31-7-1996 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Γιαννακοπούλου - Κεκάτου, η υπ' αριθμ. .../1996 έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ακινήτων της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και οι υπ' αριθμ. .../1996, .../1996 και .../1996 περιλήψεις της πιο πάνω εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως ακινήτων.
Με την προεκτεθείσα έφεσή του ο αναιρεσείων παρεπονείτο για την απόρριψη και του πρώτου λόγου της άνω ανακοπής του, (που ενδιαφέρει εν προκειμένω), ο οποίος συνίστατο στο ότι ενώ ήταν μόνιμος κάτοικος Λωζάνης Ελβετίας σε γνωστή διεύθυνση, δεν του επιδόθηκε, όπως κατά νόμο έπρεπε, πραγματικά η υπ' αριθμ.
…/1996 περίληψη της υπ'αριθμ …/1996 κατασχετήριας εκθέσεως με βάση την οποία διενεργήθηκε ο επίδικος πλειστηριασμός, αλλά επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του τόπου εκτελέσεως σύμφωνα με τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ. Πριν την άσκηση της ανωτέρω ανακοπής ο αναιρεσείων είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας κατά της πέμπτης αναιρεσίβλητης (επισπεύδουσας εταιρείας) την από 30-7-1996 ανακοπή του, με την οποία ζήτησε να ακυρωθούν η προαναφερόμενη υπ'αριθμ …/1996 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτων του και η υπ' αριθμ.
…/1996 περίληψη της ανωτέρω κατασχετήριας εκθέσεως με τις οποίες επισπευδόταν σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση και είχε ορισθεί πλειστηριασμός των ακινήτων του για τις 31-7-1996. Μεταξύ των λόγων για τους οποίους ζητούσε να απαγγελθεί η ακυρότητα της εκτελεστικής διαδικασίας περιλαμβανόταν και ο ανωτέρω πρώτος λόγος που διαλαμβανόταν στην από 10-10-1996 ανακοπή του κατά του διενεργηθέντος στις 31-7-1996 πλειστηριασμού.
Επί της προαναφερόμενης από 30-7-1996 ανακοπής και της ασκηθείσης πρόσθετης παρεμβάσεως υπέρ της καθ' ης η ανακοπή - επισπεύδουσας εταιρείας εκδόθηκε η υπ'αριθμ 269/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας που την απέρριψε κατ' ουσίαν. Κατ' αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 22-6-1999 έφεσή του επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ 590/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών που την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Μετά την έκδοση της τελευταίας αυτής αποφάσεως εκδόθηκε η προεκτεθείσα υπ'αριθμ 591/2000 απόφαση του ίδιου Εφετείου επί της από 2-.6-1999 εφέσεως κατά της υπ'αριθμ 270/1999 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία απέρριψε και τον ενδιαφέροντα εν προκειμένω πρώτο λόγο της από 10-10-1996 ανακοπής κατά του διενεργηθέντος αναγκαστικού πλειστηριασμού με την αιτιολογία, ότι, επειδή είχε προταθεί και στην προηγούμενη έφεση και απορρίφθηκε με την προεκδοθείσα υπ'αριθμ 590/2000 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, καλυπτόταν από το δεδικασμένο που παρήχθη από αυτήν.
Κατά της τελευταίας αποφάσεως (590/2000) ο αναιρεσείων άσκησε την από 16-2-2001 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για τον από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Μετά την έκδοση της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 15-7-2002 αίτησή του, με την οποία ζήτησε την αναψηλάφηση της παραπάνω υπ'αριθμ. 591/2000 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Πατρών για τον λόγο ότι η απόφαση αυτή απέρριψε την έφεσή του στηριχθείσα στην απορριπτική κρίση της υπ'αριθμ. 590/2000 αποφάσεώς του και στο απ' αυτήν παραχθέν δεδικασμένο, η οποία όμως απόφαση (590/2000) ανατράπηκε αμετακλήτως με την προαναφερόμενη υπ'αριθμ. 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Επί της αιτήσεως αναψηλαφήσεως εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 662/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία τη δέχθηκε κατ'ουσίαν και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση (591/2000) και εν συνεχεία εξέτασε τον ως άνω πρώτο λόγο της από 10-10-1996 ανακοπής (περί μη πραγματικής επιδόσεως της υπ'αριθμ..../8.7.1996 επαναληπτικής περιλήψεως της υπ'αριθμ/ 585/1996 κατασχετήριας εκθέσεως στον ανακόπτοντα οφειλέτη εντός 20 ημερών από της καταρτίσεώς της, κρίνοντας ότι δεν αρκούσε η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του τόπου εκτελέσεως κατά το άρθρο 134§1 ΚΠολΔ) και κατόπιν τούτου δέχθηκε την από 22-6-1999 έφεση και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.270/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και, αφού δίκασε την από 10-10-1996 ανακοπή, δέχθηκε τον ανωτέρω πρώτο λόγο αυτής και απήγγειλε την ακυρότητα του επίδικου πλειστηριασμού.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως οι καθ'ων η αίτηση αναψηλαφήσεως (πλην της πρώτης εξ αυτών επισπεύδουσας εταιρείας και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης) άσκησαν τις από 9-1-2006, 15-3-2006, 21-11-2006 και 30-11-2006 τέσσερις (4) αιτήσεις αναιρέσεως, επί των οποίων εκδόθηκαν αντιστοίχως οι υπ' αριθμ.1688/2008, 1689/2008, 1684/2008 και 1685/2008 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, οι οποίες παρέπεμψαν την εκδίκαση των ανωτέρω αιτήσεων αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια.
Η τελευταία εξέδωσε επί των αιτήσεων αυτών τις υπ'αριθμ. 29/2009, 24/2009, 26/2009 και 22/2009, αντίστοιχες, αποφάσεις της, με τις οποίες ανήρεσε την ως άνω υπ'αριθμ. 662/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 241/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την οποία έγινε δεκτή η από 15-7-2002 αίτηση αναψηλαφήσεως του αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη (591/2000) απόφαση του Εφετείου Πατρών και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η από 22-6-1999 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ. 270/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας.
Κατά της τελευταίας αποφάσεως (241/2013) του Εφετείου Πατρών εναντιώνεται ο ηττηθείς αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνάται στη συνέχεια. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 15 της από 15-11-1965 Συμβάσεως της Χάγης που κυρώθηκε με τον Ν. 1334/1983 και υπερισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, του άρθρου 134 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να αναβάλει την έκδοση αποφάσεως, αν δεν παρίσταται στην ορισμένη δικάσιμο ο διάδικος που διαμένει στην αλλοδαπή, μέχρι να διαπιστωθεί, ότι το αντίστοιχο εισαγωγικό της δίκης ή άλλο ισοδύναμο προς αυτό έγγραφο επιδόθηκε πραγματικά σ' αυτόν εγκαίρως, ώστε να μπορεί να υπερασπισθεί τον εαυτό του.
Στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 134 Κ.Πολ.Δ, με την οποία προβλέπεται επίδοση στον εισαγγελέα του αρμοδίου δικαστηρίου για τους διαμένοντες στην αλλοδαπή διαδίκους, όταν δηλαδή τα επιδοτέα έγγραφα είναι δικόγραφα εισαγωγικά δίκης, όπως είναι η αγωγή, τα ένδικα μέσα και οι ανακοπές, ή ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα.
Τέτοια δε "ισοδύναμα έγγραφα" αποτελούν η επιταγή προς εκτέλεση, που είναι εισαγωγικό έγγραφο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως όχι όμως και τα επόμενα της πράξεως αυτής έγγραφα της εκτελέσεως, όπως είναι η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης (πρώην "πρόγραμμα πλειστηριασμού"), η οποία, κατά το άρθρο 999 παρ. 3 ΚΠολΔ είναι επιδοτέα (με ποινή ακυρότητας) προς τον οφειλέτη (και προς άλλα πρόσωπα) εντός είκοσι ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης.
Περαιτέρω, κατά την από 30-3-1934 Σύμβαση "περί διακανονισμού της αμοιβαίας δικαστικής αγωγής επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Ελβετίας", που κυρώθηκε με τον ΑΝ 729/1937: "Επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, η επίδοσις εγγράφων προερχόμενων εκ των αρχών του ενός των συμβαλλομένων Κρατών και προοριζομένων δια πρόσωπα διαμένοντα επί του εδάφους του ετέρου Κράτους, θα ενεργήται, δι' αιτήσεως του διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου του αιτούντος Κράτους απευθυνόμενης προς την αρχήν, ήτις θέλει υποδειχθή υπό του προς ό η αίτησις Κράτους....
Η αρχή προς ην απευθύνεται η αίτησις θα αποστέλλη προς τον διπλωματικόν ή προξενικόν αντιπρόσωπον το έγγραφον, δι' ου αποδεικνύεται η επίδοσις ή εν ω δηλούται το παρακωλύσαν ταύτην γεγονός", (άρθρο 1 εδ. α και γ), "Η απόδειξις της επιδόσεως θα γίνεται είτε δι' αποδείξεως παραλαβής χρονολογούμενης και υπογραφομένης υπό του προς ον απευθύνεται το έγγραφον, είτε δια βεβαιώσεως της αρχής του προς, ό η αίτησις Κράτους, εν ή θα βεβαιούται το γεγονός, ο τύπος και ο χρόνος της επιδόσεως" (άρθρο 3).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω ρυθμίσεων προς την γενική νομική αρχή της λογικής ενότητας της έννομης τάξης (εθνικής και διεθνούς) και υπό το φως των προφανών νομοθετικών σκοπιμοτήτων των διατάξεων περί πραγματικής και πλασματικής επιδόσεως εγγράφων, συνάγεται ότι κατά την έννοια της μεταξύ Ελλάδος και Ελβετίας Συμβάσεως, ως "έγγραφα", για την επίδοση των οποίων δεν αρκεί η πλασματική τοιαύτη δια του εισαγγελέως, αλλά απαιτείται πραγματική παράδοση αυτών στον παραλήπτη τους κατά την διαγραφόμενη στη Σύμβαση διαδικασία, νοούνται (όπως και υπό τις ρυθμίσεις της Συμβάσεως της Χάγης) μόνον τα εισαγωγικά δίκης δικόγραφα και τα ισοδύναμα προς αυτά έγγραφα, όχι δε και τα ακολουθούντα την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση έγγραφα της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι και η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης.
Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε νομικά και λογικά άτοπα, αφού θα απέδιδε στον Νομοθέτη τη βούληση να υπερπροστατεύσει την μία εκ των δύο (νομικώς ισοτίμων και εχουσών αντιτιθέμενα συμφέροντα) πλευρών εις βάρος της άλλης, και δη τον οφειλέτη εις βάρος του δανειστή του. Ειδικότερα, η αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε ουσιαστικώς με νομοθετική κατάργηση του δικαιώματος του δανειστή να ζητήσει έννομη προστασία με τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης κατά προσώπου (οφειλέτη του) που διαμένει στην Ελβετία, αφού είναι δεδομένο της κοινής πείρας, ότι η επίδοση εγγράφου με την προβλεπόμενη από την Σύμβαση διαδικασία είναι απολύτως αδύνατο να συντελεσθεί μέσα στην σύντομη προθεσμία των είκοσι ημερών του άρθρου 999 παρ.3 ΚΠολΔ.
Τούτο δε μάλιστα, χωρίς να υπηρετείται αντίστοιχο εύλογο συμφέρον του (καλόπιστου) οφειλέτη, αφού ο τελευταίος, μετά την προς αυτόν επίδοση της "επιταγής προς εκτέλεση", δύναται, επιδεικνύοντας στοιχειώδη επιμέλεια, να αποφύγει, οποιοδήποτε αιφνιδιασμό του δανειστή του, ορίζοντας νομίμως αντίκλητο στον τόπο της εκτελέσεως και γνωστοποιώντας αυτόν στον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή του.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το άρθρο 27 της Συμβάσεως του Λουγκάνο, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, που κυρώθηκε με το Ν. 2460/1997 και την οποία (σύμβαση) έχει υπογράψει και η Ελβετία, στο οποίο ορίζεται (μεταξύ άλλων) ότι "απόφαση δεν αναγνωρίζεται, αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εναγόμενο κανονικά και έγκαιρα, ώστε να αμυνθεί".
Συνεπώς, αν πρόκειται για επίδοση άλλου εγγράφου, μη εισαγωγικού της δίκης, αρκεί προς τούτο η πλασματική επίδοση, ήτοι η επίδοση στον εισαγγελέα, όπως προβλέπουν τα άρθρα 134 και 136 του ΚΠολΔ (ολ. ΑΠ 22, 24, 26 και 29/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω: "Με επίσπευση της πρώτης των καθ' ων η ανακοπή εταιρείας με την επωνυμία "SHEFFIELD PETROLEUM LIMITED" (και ήδη πέμπτης αναιρεσίβλητης) και σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1818/1995 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατασχέθηκαν με την υπ' αριθμ. 585/5.2.1996 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας Γ.
Τ. τρία ακίνητα της κυριότητας του ανακόπτοντος Π. Ζ. που βρίσκονται στο Αργοστόλι και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο εκτάσεως 850 τ.μ. στην λεωφόρο Ιωάννου Μεταξά , μια ισόγειος οικία επί του αριθμ. 34 της ιδίας ως άνω λεωφόρου και ένα οικόπεδο εκτάσεως 523,16 τ. μέτρων στην συνοικία Πλάκα, ορίσθηκε δε με την 623/19.4.1996 περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως του ιδίου ως άνω.
δικαστικού επιμελητή η 15η Μαΐου 1996 ως ημέρα πλειστηριασμού, κατά την οποία όμως δεν έλαβε χώρα πλειστηριασμός διότι ανεστάλη με την 203/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Εν συνεχεία, σε εκτέλεση της από 3.7.1996 εντολής του πληρεξουσίου δικηγόρου της επισπεύδουσας, ο παραπάνω δικαστικός επιμελητής κατάρτισε την υπ αριθμ.
…/8.7.1996 επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως και όρισε πλειστηριασμό των ακινήτων την 31-7-1996 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Γεωργακοπούλου-Κεκάτου ως υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού. Η επαναληπτική αυτή περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως επιδόθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κεφαλληνίας την 17η Ιουλίου 1996 για τον κάτοικο Λωζάνης Ελβετίας οφειλέτη καθού η εκτέλεση-ανακόπτοντα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 134§1 ΚΠολΔ και ακολούθως διαβιβάσθηκε αρμοδίως προκειμένου να επιδοθεί και πραγματικά στον ανωτέρω οφειλέτη πλην όμως κατά την ορισθείσα ημέρα πλειστηριασμού (31-7-1996) τα σχετικά έγγραφα δεν είχαν διαβιβασθεί στο εξωτερικό για επίδοση αλλά βρίσκονταν στην Ελλάδα.
Στις 31 Ιουλίου 1996 έλαβε χώρα ο πλειστηριασμός των ως άνω ακινήτων του ανακόπτοντος δυνάμει της υπ' αριθμ. .../31.7.1996 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου .Με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής του ο καθού η εκτέλεση- εκκαλών ισχυρίζεται κατά τα προεκτεθέντα, ότι ο διενεργηθείς- πλειστηριασμός είναι άκυρος διότι η υπ' αριθμ. .../8.7.1996 επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας εκθέσεως έπρεπε να επιδοθεί πραγματικά σ' αυτόν εντός προθεσμίας 20 ημερών από την κατάρτιση της (δηλαδή μέχρι την 28η Ιουλίου 1996) και δεν αρκούσε η πλασματική επίδοση της στον Εισαγγελέα του τόπου εκτελέσεως, αφού η διάταξη του άρθρου 134 παρ.1 ΚΠολΔ εκτοπίζεται από τις ρυθμίσεις της διεθνούς συμβάσεως της Χάγης και της διμερούς συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδος και της Ελβετίας.
Σύμφωνα όμως με τις σκέψεις των υπ' αριθμ. 22/2009, 24/2009, 26/2009 και 29/2009 αποφάσεων της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που είναι δεσμευτικές για το Δικαστήριο τούτο της παραπομπής, αρκούσε στην ένδικη περίπτωση η πλασματική επίδοση της ανωτέρω επαναληπτικής περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κεφαλληνίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 134 και 136 ΚΠολΔ.
και δεν απαιτείτο η πραγματική επίδοσή της στον διαμένοντα στην Ελβετία ανακόπτοντα, η οποία εξάλλου θα ήταν και πρακτικώς ανέφικτη εντός της σύντομης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 999 παρ.3 ΚΠολΔ. Επιπροσθέτως, η επίδοση του ανωτέρω εγγράφου στον ανακόπτοντα δεν κατέστη εφικτή, έστω και μετά την παρέλευση• της ανωτέρω εικοσαήμερης προθεσμίας, καθόσον, όπως προέκυψε από το με ημεροχρονολογία 6.9.1996 πιστοποιητικό της αρμόδιας για τις επιδόσεις εγγράφων Ελβετικής αρχής, ο ανωτέρω δεν ανευρέθη στην δηλωθείσα απ' αυτόν διεύθυνση κατοικίας έχοντας αναχωρήσει από την πόλη της Λωζάνης της Ελβετίας στις 30-11-1995 για άγνωστη διεύθυνση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον πιο πάνω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο απέρριψε τον ως άνω λόγο ανακοπής του, αφού η παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι "η επίδοση της περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως δεν κατέστη εφικτή και επεστράφη ως ανεπίδοτη" έχει ως συνέπεια η πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα (της ανωτέρω επαναληπτικής περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως).
να μη επάγεται αποτελέσματα και η επίδοση να θεωρείται άκυρη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Τούτο γιατί πλήττει αιτιολογία της αποφάσεως που εκφέρθηκε εκ περισσού, ενώ υπάρχει άλλη, (κύρια) αιτιολογία, (δηλαδή ότι αρκούσε η πλασματική επίδοση του ως άνω εγγράφου στον Εισαγγελέα, κατ' άρθρο 134 ΚΠολΔ), για την απόρριψη του ως άνω πρώτου λόγου της ένδικης ανακοπής, η οποία στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως, και (η οποία) δεν πλήττεται με λόγο αναιρέσεως.
Ας σημειωθεί, ότι η ως άνω πληττόμενη αιτιολογία εκφέρθηκε χωρίς να υπάρχει αντίστοιχος λόγος ανακοπής περί μη σύννομης (και συνακόλουθα άκυρης) πλασματικής επιδόσεως, εκ του γεγονότος ότι το αποσταλέν (από τον Εισαγγελέα προς της αρμόδιες αρχές της Ελβετίας) έγγραφο επεστράφη ανεπίδοτο. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής και δέχθηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση με τον πρώτο λόγο ανακοπής ο ανακόπτων, επικαλούμενος τις ρυθμίσεις της διμερούς συμβάσεως μεταξύ της Ελλάδος και της Ελβετίας καθώς και της διεθνούς συμβάσεως της Χάγης ισχυρίστηκε ότι δεν αρκούσε η πλασματική, κατ' άρθρο 134 ΚΠολΔ, επίδοση της περιλήψεως της πιο πάνω κατακυρωτικής εκθέσεως στον Εισαγγελέα του τόπου εκτελέσεως.
Και είναι μεν γεγονός ότι στο δικόγραφο της ανακοπής αναφέρεται ότι το προς επίδοση έγγραφο επεστράφη από τις αρμόδιες Ελβετικές Αρχές ανεπίδοτο, πλην όμως, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου του δικογράφου της, δεν προτάθηκε συγκεκριμένος λόγος ανακοπής περί μη σύννομης πλασματικής επιδόσεως και συγκεκριμένα δεν προτάθηκε ότι η εν λόγω (πλασματική) επίδοση δεν επάγεται αποτελέσματα και θεωρείται άκυρη εκ του γεγονότος ότι το προς επίδοση αποσταλέν έγγραφο επεστράφη ανεπίδοτο.
Συνεπώς, χωρίς να διατυπωθεί με την ανακοπή ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων σχετικός συγκεκριμένος λόγος και (συνακόλουθα) συγκεκριμένο αίτημα δεν ήταν δυνατή η έρευνά του, έστω και αν ο λόγος αυτός προτάθηκε με τις προτάσεις ή με την έφεση, αφού κάτι τέτοιο δεν επιτρέπει η διάταξη του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 11 ΚΠολΔ πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να δημιουργηθεί, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών. Επίσης, δεν δημιουργείται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, αν ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε επίκληση και προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου δεν έχει εξετασθεί από το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο, από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠοΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα τρία έγγραφα, τα οποία προσκόμισε ενώπιόν του και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του προς απόδειξη του ισχυρισμού του, "ότι η επιστροφή της επιδοτέας περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης ως ανεπίδοτης οφειλόταν σε σφάλμα των Ελβετικών αρχών και όχι σε εκ μέρους του δήλωση ψευδούς διευθύνσεως και άρα δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί συντελεσθείσα η επίδοση σε βάρος του με την πλασματική επίδοση του επιδοτέου εγγράφου στον Εισαγγελέα".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της ένδικης ανακοπής ως μη νόμιμο και δεν προέβη σε έρευνα πραγματικών περιστατικών, ενώ και με την περαιτέρω, εκ περισσού, διατυπωθείσα ως άνω αιτιολογία δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι η επιστροφή του επιδοτέου εγγράφου οφειλόταν σε σφάλμα ή μη των Ελβετικών Αρχών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους, πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Εξάλλου, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, δευτέρου και έκτου των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), τα οποία ορίζει για τους δύο πρώτους, που έχουν κοινή υπεράσπιση και κατέθεσαν προτάσεις, στο ποσό των 2.700 ευρώ και για τον έκτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, στο ποσό των 1.800 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση του Π. Ζ. για αναίρεση της 241/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για τον έκτο αναιρεσίβλητο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ