112/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated112/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2963/2001, συστήθηκε με το συμβόλαιο αριθμ. .../28.9.2003 της συμβολαιογράφου Τρικάλων Νίκης Τζεφριού η ήδη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με ... τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ Α.Ε"......... Η ανώνυμη εταιρία ... υποκατέστησε αυτοδικαίως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 § 10 Ν. 2963/2001, το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 112 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 112/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΤΡΙΚΑΛΩΝ-ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πρόεδρο του Δ.Σ. Δ. Ι., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαράλαμπο Τσιρογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., 2. Φ. Φ. του Α., κατοίκου ... και 3. Σ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., διαμένοντας προσωρινά στην …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χρηστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 403/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 452/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειο Πέππας, ανέγνωσε την από 8-4-2013 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χαραλαμπίας Σίμου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 452/11 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 25/2/10 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 403/09 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 31/1/08 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων για την καταβολή από τους τελευταίους στην ενάγουσα ποσού 70.198,66 ευρώ, ως οφειλόμενου σ' αυτήν από τις αναφερόμενες στην αγωγή της αιτίες.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται παραμορφωθέν, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 130/12).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων, δέχτηκε, τα ακόλουθα: "Το Κοινό Ταμείο Εκμετάλλευσης Αστικών Λεωφορείων (Κ.Τ.Ε.Λ.) νομού Τρικάλων συστήθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου στη διάρκεια του έτους 1959.......Μετά την ισχύ του Ν. 2963/2001 τα Κ.Τ.Ε.Λ. όλης της χώρας μετατράπηκαν αναγκαστικά σε ανώνυμες εταιρίες σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος.
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2963/2001, συστήθηκε με το συμβόλαιο αριθμ. .../28.9.2003 της συμβολαιογράφου Τρικάλων Νίκης Τζεφριού η ήδη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με ... τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ Α.Ε"......... Η ανώνυμη εταιρία ... υποκατέστησε αυτοδικαίως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 § 10 Ν. 2963/2001, το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ.
νομού Τρικάλων σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και το γεγονός αυτό αποτελεί οιονεί καθολική διαδοχή. Μετά τη σύστασή της η ανώνυμη εταιρία μίσθωσε τα λεωφορεία των μετόχων της σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 Ν. 2963/2001. ..........Οι εναγόμενοι ήταν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του αστικού λεωφορείου με αριθμού κυκλοφορίας ...
Το λεωφορείο αυτό είχε καταχωριστεί από τους αρχικούς ιδιοκτήτες του στη δύναμη του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων στη διάρκεια του έτους 1960 με αύξοντα αριθμό 5 και στη συνέχεια περιήλθε σταδιακά στους εναγομένους και μετείχε ενεργά στο κύκλωμα δρομολογίων του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων μέχρι τις 07.05.1994.
Στις 11.01.1993 το λεωφορείο αυτό έπαθε μηχανική βλάβη, γεγονός που είχε ως συνέπεια να παραμείνει σε ακινησία μέχρι 22.05.1993, οπότε επιτεύχθηκε η επισκευή του και η εκ νέου ένταξή του στα δρομολόγια του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων. Στις 02.07.1993 το λεωφορείο αυτό έπαθε νέα, σοβαρή μηχανική βλάβη, γεγονός που είχε ως συνέπεια να παραμείνει έκτοτε σε ακινησία επί μακρό χρονικό διάστημα.
Η μακρόχρονη ακινησία του λεωφορείου αυτού, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες του εισέπρατταν πλήρες μέρισμα από το ταμείο του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων, αξιολογήθηκε από το τότε διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου (Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων) ως επιζήμια για τα οικονομικά συμφέροντα του νομικού προσώπου.
Στη συνέχεια το διοικητικό συμβούλιο του νομικού προσώπου επιδίωξε να ανακληθεί η άδεια κυκλοφορίας του λεωφορείου αυτού και να παραχωρηθεί το δικαίωμα λήψης αντίστοιχης νέας άδειας στο νομικό πρόσωπο του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. Οι σχετικές ενέργειες του διοικητικού συμβουλίου του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. τελεσφόρησαν και στις 28.01.1994 εκδόθηκε η απόφαση αριθμ. 1480/1994 του Νομάρχη Τρικάλων, με την οποία ανακλήθηκε η άδεια κυκλοφορίας του επίδικου λεωφορείου και παραχωρήθηκε το δικαίωμα λήψης αντίστοιχης νέας άδειας στο νομικό πρόσωπο του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ.
νομού Τρικάλων. Η συγκεκριμένη απόφαση ανακλήθηκε με την απόφαση αριθμ. 1804/1994 του Νομάρχη Τρικάλων, αλλά η ανακλητική απόφαση ακυρώθηκε με την απόφαση αριθμ. 9997/07.04.1994 του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, με συνέπεια να επανέλθει σε ισχύ η απόφαση αριθμ. 1430/1994 του Νομάρχη Τρικάλων, με την οποία ανακλήθηκε η άδεια κυκλοφορίας του επίδικου λεωφορείου.
Στη συνέχεια οι εναγόμενοι προσέφυγαν στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο (Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Τρικάλων) και επιδίωξαν να ακυρωθεί η απόφαση αριθμ. 1430/1994 του Νομάρχη Τρικάλων και η απόφαση αριθμ. 9997/1994 του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών. Η δικαστική διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου είχε μακρά διάρκεια και, τελικά, εκδόθηκε η απόφαση αριθμ. 179/2003 του Τριμελούς Διοικητικού Δικαστηρίου Τρικάλων, με την οποία ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (αριθμ. 9997/1994) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση αριθμ. 2522/2.004 του Νομάρχη Τρικάλων, με την οποία διατάχθηκε η επανακυκλοφορία του λεωφορείου με αριθμό κυκλοφορίας ..., επειδή όμως αυτό δεν ήταν πλέον δυνατό να κυκλοφορήσει εξαιτίας της μεγάλης παλαιότητάς του, οι ιδιοκτήτες του το αντικατέστησαν με άλλο λεωφορείο, το οποίο έφερε αριθμό κυκλοφορίας ....
Ενώ διαρκούσε η δικαστική διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, οι ήδη εναγόμενοι συνιδιοκτήτες του επίδικου λεωφορείου με αριθμό κυκλοφορίας ..., Φ. Φ., Σ. Μ. και Σ. Σ., υπέβαλαν προς το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων, αίτηση-δήλωση με ημερομηνία 22.02.2000, η οποία έχει το εξής περιεχόμενό: "Κύριε Πρόεδρε.
Είμαστε συνιδιοκτήτες, ο πρώτος και ο δεύτερος κατά ποσοστό 25% ο καθένας και κατά ποσοστό 50% ο τρίτος, του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αστικού λεωφορείου Δ.Χ. μάρκας Β1138ΙΝΟ που είναι ενταγμένο στη δύναμη του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. Τρικάλων με αριθμό 5. Για λόγους που δεν ανάγονται σε δική μας ευθύνη, αλλά λόγω σοβαρής τεχνικής βλάβης, δεν ήταν δυνατό να κυκλοφορήσει το λεωφορείο μας.
Με την υπ' αριθμ. 1430/1994 απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων διακόπηκε η κυκλοφορία του λεωφορείου μας και στη συνέχεια ο Νομάρχης συνεκτιμώντας τη δύσκολη θέση που είχαμε περιέλθει και ότι δεν είχαμε εμείς ευθύνη για ό,τι έγινε, με την υπ' αριθμ. 1804/7-3-1994 απόφαση ανακάλεσε την προηγούμενη απόφασή του και μας παραχώρησε το δικαίωμα να τεθεί το αυτοκίνητο σε κυκλοφορία.
Στη συνέχεια μετά από προσφυγή της προηγούμενης διοίκησης του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ., ο Υπουργός Μεταφορών με την υπ' αριθμ. Α.9997/392/21-5-1994 ακύρωσε την πιο πάνω απόφαση του Νομάρχη και η υπόθεση εκκρεμεί ήδη στο Συμβούλιο Επικράτειας προς εκδίκαση. Με αίτησή μας ζητήσαμε να τεθεί σε κυκλοφορία το παλιό πιο πάνω λεωφορείο μας και ή Γενική Συνέλευση των μετόχων του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ.
Τρικάλων με την υπ' αριθμ. 104/28.09.1995 απόφαση που λήφθηκε ομόφωνα, έκανε δεκτή την αίτησή μας. Με την παρούσα αίτησή μας επαναλαμβάνουμε και πάλι το δίκαιο αίτημά μας και ζητάμε να επανενταχθεί άμεσα στο Κ.Τ.Ε.Λ. το λεωφορείο μας και να τεθεί σε κυκλοφορία. Ακόμα σας δηλώνουμε ότι αποδεχόμαστε αναντίρρητα και ανεπιφύλακτα την εξίσωση των χρεωστικών υπολοίπων των καρτελών παλαιών και νέων καθώς επίσης και τα χρεωστικά υπόλοιπα των λειτουργικών δαπανών του λεωφορείου μας με τα υπόλοιπα των υπολοίπων Αστικών Λεωφορείων της δύναμης του Αστικού Κ.Τ.Ε.Α.
παραιτούμενοι από κάθε αξίωση καταβολής οικονομικής αποζημίωσης. Ακόμη δηλώνουμε ότι σχετικά με το δάνειο που είχε ληφθεί από το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ. στις 24-1-1993 από τον τρίτο από μας Σ. Σ., εκ ποσού 595.000 για την κάλυψη δαπανών του λεωφορείου και για το οποίο έχει εκδοθεί σχετική απόδειξη, δηλώνουμε ότι το αναγνωρίζουμε και ζητάμε να ενσωματωθεί με την έκδοση του σχετικού εντάλματος, το οποίο προσυπογράφουμε στο χρεωστικό υπόλοιπο της καρτέλας μας, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για δική μας οφειλή που αφορά το συνιδιόκτητο λεωφορείο μας, και έτσι προτείνουμε να ματαιωθεί η εκδίκαση της αγωγής του Αστικού Κ.Τ.Ε.Α.
κατά των μελών του προηγούμενου Δ.Σ. Κ. Α., Ε. Π. και του τρίτου (Σ. Σ.) για την είσπραξη του προαναφερόμενου ποσού, η οποία συ ζητείται ενώπιον του Ειρηνοδικείου Τρικάλων στις 18-2-2000. Και όλα τα ανωτέρω μόνο υπό τον όρο ότι θα εκδοθεί απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων, με την οποία να τεθεί σε κυκλοφορία το παραπάνω λεωφορείο μας και το Αστικό Κ.ΤΕ.Λ.
να το εντάξει στο κύκλωμα προγραμματισμού κυκλοφορίας και να δεχθεί την απόφαση του Νομάρχη και κάθε άλλου αρμοδίου οργάνου που έχει δικαίωμα να εκδώσει την άδεια κυκλοφορίας. Αλλιώς διατηρούμε ο καθένας όλα τα δικαιώματά μας ...". 'Εκτοτε παρήλθε μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς να προβεί το Αστικό Κ.Τ.Ε.Α.
νομού Τρικάλων σε "επανένταξη" του επίδικου λεωφορείου των εναγόμενων στη δύναμή του. Αντίθετα, το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ. συνέχισε τη δικαστική διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου και επιδίωξε με όλα τα νόμιμα μέσα, ώστε να μην επανενταχθεί το επίδικο λεωφορείο στη δύναμή του. Τελικά, όπως αναφέρθηκε ήδη, εκδόθηκε η απόφαση αριθμ. 179/2003 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση αριθμ. 9997/1994 του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, και εκδόθηκε η απόφαση αριθμ. 2522/2004 του Νομάρχη Τρικάλων, με την οποία διατάχθηκε η επανακυκλοφορία του λεωφορείου με αριθμό κυκλοφορίας ...
Στη συνέχεια οι εναγόμενοι υπέβαλαν αίτηση προς τη Νομαρχία Τρικάλων, με την οποία ζήτησαν να εκδοθεί νέα άδεια κυκλοφορίας του λεωφορείου τους, και νέα αίτηση προς το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων, με την οποία ζήτησαν να ενταχθούν στην ήδη αντίδικό τους εταιρία ως μέτοχοι αυτής. Στις 20.06.2004 η Γενική Συνέλευση της ενάγουσας αποφάσισε με την απόφασή της αριθμ. 5/2004 την ένταξη των εναγομένων στην εταιρία ως μετόχων με τους εξής όρους, ήτοι:
ι) Τροποποίηση του καταστατικού και καταβολή μετοχικού κεφαλαίου, ποσού 20.940 ευρώ, ιι) Εξόφληση της συμμετοχής των εναγομένων, ως συνιδιοκτητών του επίδικου λεωφορείου, στις αναλογικές δαπάνες έναντι όλων των υπολοίπων μετόχων του Αστκού Κ.Τ.Ε.Λ. Την ίδια απόφαση ως προς την ένταξη των εναγομένων στην ενάγουσα εταιρία με τους όρους που αναφέρθηκαν, έλαβε η Γενική Συνέλευση της εταιρίας αυτής με μεταγενέστερες αποφάσεις της, οι οποίες φέρουν αριθμούς 6/15.07.2004 και 8/30.01.2005.
Οι εναγόμενοι δεν αποδέχτηκαν την πρώτη από τις πιο πάνω αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων, ήτοι την απόφαση αριθμ. 5/20.06.2004, αλλά αμέσως, μόλις εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, προσέφυγαν με αίτησή τους στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και, στη συνέχεια, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, και ζήτησαν να ενταχθούν στην αντίδικό τούς εταιρία ως μέτοχοι χωρίς όρους.
Τελικά, η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρίας αποφάσισε να ενταχθούν οι εναγόμενοι στην εταιρία ως μέτοχοι αυτής, με την καταβολή μετοχικού κεφαλαίου, ποσού 20.940 ευρώ, επιφυλάχθηκε όμως ρητά να διεκδικήσουν τα μέλη της, δηλαδή οι μέτοχοι της εταιρίας, από τους εναγομένους την αναλογική συμμετοχή τους στις δαπάνες της εταιρίας, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από το έτος 1994 και εντεύθεν, μέχρι την ημερομηνία ένταξης των εναγομένων στην εταιρία ως μετόχων αυτής.
Οι εναγόμενοι κατέστησαν μέτοχοι της ήδη αντιδίκου τους, ενάγουσας εταιρίας ... , στις 12.04.2005, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας και καταβολή εκ μέρους αυτών (των εναγομένων) του ποσού των 20.940 ευρώ ως μέρους του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, γεγονός που είχε ως συνέπεια να αυξηθεί το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας στο ποσό των 353.980 ευρώ, και εκμίσθωσαν το λεωφορείο τους στην εταιρία.....Ο ισχυρισμός της ενάγουσας.....δηλαδή ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν προς αυτή το συνολικό ποσό των 70.198,66 ευρώ, ανάλογα με το ποσοστό συνιδιοκτησίας εκάστου επί του επίδικου λεωφορείου, είναι καταφανώς αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε σε προγενέστερο τμήμα τούτης της απόφασης, με την από 22.02.2000 αίτηση-δήλωση που υπέβαλαν οι ήδη εναγόμενοι προς το "ΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ.
ΝΟΜΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ", δήλωσαν ότι "αποδέχονται αναντίρρητα και ανεπιφύλακτα την εξίσωση των χρεωστικών υπολοίπων των καρτελών, παλαιών και νέων, καθώς επίσης και τα χρεωστικά υπόλοιπα των λειτουργικών δαπανών του λεωφορείου τους με τα υπόλοιπα των υπολοίπων αστικών λεωφορείων της δύναμης του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. (νομού Τρικάλων), παραιτούμενοι από κάθε αξίωση καταβολής οικονομικής αποζημίωσης, ...
μόνο υπό τον όρο ότι θα εκδοθεί απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων, με την οποία θα τεθεί σε κυκλοφορία το παραπάνω λεωφορείο τους, και ότι το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ. θα το εντάξει (το λεωφορείο τους) στο κύκλωμα προγραμματισμού κυκλοφορίας και θα δεχθεί την απόφαση του Νομάρχη και κάθε άλλου, αρμοδίου οργάνου.....που έχει δικαίωμα να εκδώσει την άδεια κυκλοφορίας ...".
Ο όρος αυτός, τον οποίο έθεσαν οι εναγόμενοι ως αναβλητική αίρεση στην από 22.02.2000 αίτηση-δήλωσή τους, (στην οποία εμπεριέχεται αναιτιώδης αναγνώριση χρέους) δεν υλοποιήθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, αλλά, αντίθετα, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ. νομού Τρικάλων επιδίωξε με όλα τα νόμιμα μέσα να μην επανενταχθεί το επίδικο λεωφορείο των εναγόμενων στη δύναμή του, γεγονός που έχει ως συνέπεια να μη δεσμεύονται πλέον οι εναγόμενοι έναντι της αντιδίκου τους από τη έγγραφη δήλωσή τους ότι "αποδέχονται αναντίρρητα και ανεπιφύλακτα την εξίσωση των χρεωστικών υπολοίπων των καρτελών, παλαιών και νέων, καθώς επίσης και τα χρεωστικά υπόλοιπα των λειτουργικών δαπανών του λεωφορείου τους με τα υπόλοιπα των υπολοίπων αστικών λεωφορείων της δύναμης του Αστικού Κ.Τ.Ε.Λ. (νομού Τρικάλων), παραιτούμενοι από κάθε αξίωση καταβολής οικονομικής αποζημίωσης".
Το γεγονός ότι μετά παρέλευση σημαντικού χρόνου ακυρώθηκε η απόφαση αριθμ. 1430/1994 του Νομάρχη Τρικάλων και εκδόθηκε νέα απόφαση, ήτοι η απόφαση αριθμ. 2522/2004 του Νομάρχη Τρικάλων, με την οποία διατάχθηκε να επανακυκλοφορήσει το λεωφορεία των εναγομένων, δεν συνιστά, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου, υλοποίηση του όρου (πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης) ότι "θα εκδοθεί απόφαση του Νομάρχη Τρικάλων, με την οποία θα τεθεί σε κυκλοφορία το παραπάνω λεωφορείο τους, και ότι το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ.
θα εντάξει το λεωφορείο τους στο κύκλωμα προγραμματισμού κυκλοφορίας και θα δεχθεί την απόφαση του Νομάρχη και κάθε άλλου αρμοδίου οργάνου που έχει δικαίωμα να εκδώσει την άδεια κυκλοφορίας ...", τον οποίο έθεσαν οι εναγόμενοι στην από 22.02.2000 αίτηση-δήλωσή τους ως όρο, για να έχει ισχύ η πιο πάνω έγγραφη δήλωσή τους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, ήτοι, ειδικότερα, ότι "η ως άνω έγγραφη πρόταση των εναγόμενων φέρει τα στοιχεία της σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, τα αποτελέσματα όμως αυτής εξηρτώντο από την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης της έκδοσης άδειας κυκλοφορίας του λεωφορείου των εναγομένων, όπως όμως αποδείχθηκε, η αίρεση αυτή δεν πληρώθηκε, ...
επομένως μη πληρωθείσης της αίρεσης η εν λόγω σύμβαση αναγνώρισης χρέους θεωρείται ως μη γενομένη και η σχετική βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη", δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όπως παραπονείται ήδη η ενάγουσα, ως εκκαλούσα, με τον 1° λόγο της ένδικης έφεσης, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι η εκκαλούμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, ήτοι της από 22.02.2000 αίτησης-δήλωσης των εναγομένων προς το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ.
Τρικάλων, και ότι δέχτηκε διαφορετικά περιστατικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.
Συνεπώς, ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.....".
Με μέρος του 1ου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22/2/2000 αίτησης-δήλωσης των αναιρεσιβλήτων, με το να δεχτεί την ύπαρξη αναβλητικής αίρεσης στην παραπάνω αίτηση-δήλωσή τους, καθώς και της 179/03 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων, της 8/20.3.05 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της αναιρεσείουσας και της 244/2000 απόφασης του Δ.Σ. αυτής, με το να δεχτεί ότι το Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ. συνέχισε τη δικαστική διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου και επιδίωξε με όλα τα νόμιμα μέσα, ώστε να μην επανενταχθεί το επίδικο λεωφορείο στη δύναμή του. Όμως, αναφορικά με την από 22/2/2000 αίτηση-δήλωση των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο στην απόφασή του παρέθεσε ολόκληρο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, ως έχει, από την εκτίμηση του οποίου σε συνδυασμό με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, συνήγαγε το συγκεκριμένο αποδεικτικό συμπέρασμα, περί υπάρξεως δηλαδή αναβλητικής αιρέσεως στην επίμαχη δήλωση των αναιρεσιβλήτων. Αναφορικά δε τόσο με την ρηθείσα αίτηση-δήλωση των αναιρεσιβλήτων, όσο και με τα λοιπά ως άνω έγγραφα, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας συνάπτονται με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο από την εκτίμησή τους, το οποίο, με βάση τα προεκτεθέντα είναι αναιρετικώς ανέλεγκτο.
Συνεπώς, ο 1ος λόγος κατά το παραπάνω μέρος του είναι αβάσιμος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτό λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 118 παρ.4, 559 αρ.1 και 566 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει για την πληρότητα του λόγου αναιρέσεως να προσδιορίζεται στο δικόγραφο, με σαφήνεια, όχι μόνο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, αλλά και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του νόμου.
Στην ένδικη περίπτωση, με μέρος, επίσης, του 1ου λόγου της αιτήσεως, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361, 481, 873 ΑΚ, ως προς την αναγνώριση του χρέους, με το να δεχτεί ότι η από 22/2/2000 δήλωση των αναιρεσιβλήτων δόθηκε υπό τον όρο της επανένταξης του λεωφορείου τους στη δύναμη του Αστικού ΚΤΕΛ.
Όμως, με βάση τα αμέσως παραπάνω αναφερθέντα, τα αποτελέσματα της επίμαχης δήλωσης βουλήσεως των αναιρεσιβλήτων είχαν εξαρτηθεί, πράγματι, από τον όρο της επανένταξης του λεωφορείου τους στο κύκλωμα προγραμματισμού κυκλοφορίας της αναιρεσείουσας, ο οποίος όρος συνιστούσε προσθήκη αιρέσεως αναβλητικής στην εν λόγω δήλωσή τους, που, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν υλοποιήθηκε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, ώστε ο λόγος αυτός και κατά το παραπάνω μέρος του είναι αβάσιμος. Κατά δε το μέρος του με το οποίο επιχειρείται στοιχειοθέτηση της ίδιας πλημμέλειας, λόγω ευθείας παράβασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361 και 481 ΑΚ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν προσδιορίζεται από την αναιρεσείουσα, σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Ωσαύτως, με μέρος του 1ου λόγου αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν, δηλαδή τα προσαχθέντα και επικαλεσθέντα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι ανεξάρτητα από την πλήρη αοριστία του (εφόσον δεν προσδιορίζεται σε ποια αποδεικτικά μέσα αναφέρεται η αναιρεσείουσα), ως πράγματα των οποίων η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ενώ δεν συνιστούν πράγματα τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ), ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελεύθερα, από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο στο Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 297/09, ΑΠ 1186/12). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 437/2000).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε συνέχεια όσων ήδη αναφέρθηκαν, δέχτηκε και τα ακόλουθα: "Στις 24.08.2006, στη διάρκεια γενικής συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας, ως προς την οποία καταρτίστηκε το πρακτικό γενικής συνέλευσης αριθμ. 14/24.08.2006, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων έκανε την εξής δήλωση: "Θα ήθελα να κάνω μία δήλωση εκ μέρους των πελατών μου.
Να παραιτηθούν από κοινού οι αξιώσεις και από τα δύο μέρη και να μπει το λεωφορείο κανονικά στο κύκλωμα εργασία της εταιρίας". Στη συνέχεια ο πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης, Δ. Ι., πρόεδρος Δ.Σ. της ενάγουσας, πρότεινε να πληρωθούν τα χρέη που αναλογούν στους ιδιοκτήτες του λεωφορείου Ν° 5 έως την ημέρα αποχώρησής τους από το Κ.Τ.Ε.Λ.
και να μπουν ξανά στο κύκλωμα εργασίας της εταιρίας, και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων δήλωσε ότι οι εντολείς του δέχονται να πληρώσουν τα χρέη που αναλογούν στο λεωφορείο τους μέχρι 02.07.1993. Τελικά, η Γενική Συνέλευση ανέβαλε τη λήψη απόφασης ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα για τις 06.09.2006.... Στις 06.09.2006, στη διάρκεια Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας, ως προς την οποία καταρτίστηκε το πρακτικό γενικής συνέλευσης αριθμ. 15/06.09.2006, ο λογιστής της ενάγουσας ανέφερε ότι το ποσό που αναλογεί στο λεωφορείο αριθμ. 5 και πρέπει να καταβάλουν οι ιδιοκτήτες του, ανέρχεται σε 82.695,32 ευρώ.
Στη συνέχεια ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων δήλωσε ότι "το ποσό αυτό είναι υπερβολικά μεγάλο", ότι "οι ιδιοκτήτες του λεωφορείου Ν° 5 δεν μπορούν να πληρώσουν το ποσό αυτό" και ότι ζητούν "να μειωθεί το οφειλόμενο ποσό κατά 50%". Στη συνέχεια η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να ενταχθεί το λεωφορείο Ν° 5 ξανά στην εταιρία με την προϋπόθεση να αποδεχθεί και να καταβάλει το ποσό των 82.695,32 ευρώ, ως ποσό που αφορά υποχρεώσεις του λεωφορείου μέχρι 02.07.1993, αλλά οι ήδη εναγόμενοι ιδιοκτήτες του λεωφορείου αρνήθηκαν να δεχτούν την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και αποχώρησαν οικειοθελώς από τη Γενική Συνέλευση.
Από όσα αναφέρθηκαν, υποδεικνύεται αναμφίβολα ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε αναγνώρισαν το επίδικο χρέος ενώπιον του σώματος των μετόχων της ενάγουσας εταιρίας και, συνεπώς, αρνούμενοι ήδη να καταβάλουν αυτό το χρέος, δεν παραβαίνουν "υποσχέσεις τους ή δεσμεύσεις τους ή αναγνώριση και αναδοχή χρέους τους απέναντι στο σώμα των μετόχων της εταιρίας", όπως εκτίθεται στην ένδικη αγωγή αβάσιμα.".
Με τον 3ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων, αναφορικά με νέα αναγνώριση εκ μέρους τους του επίμαχου χρέους, την οποία δεν αξιολόγησε και η οποία (εξώδικη ομολογία) εμπεριέχεται στα πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων των μετόχων της αναιρεσείουσας, κατά τις οποίες ελήφθησαν οι 14/24.06 και 15/6.9.06 αποφάσεις. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του ανωτέρω περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του και αναφέρθηκε ρητά στα παραπάνω έγγραφα, από τα οποία, κατά την αναιρεσείουσα, συνάγεται εξώδικη ομολογία των αναιρεσιβλήτων και τα αξιολόγησε αρνητικά, ως προς τη συναγωγή εξώδικης ομολογίας τους εκ τούτων.
Συνεπώς, δεν στοιχειοθετούνται οι αντίστοιχες με τους αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, ο δε σχετικός περί τούτων 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση η οποία δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα το οποίο προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό ο οποίος αφορά την δημοσία τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημοσία τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000). Η ως άνω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση την οποία όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών ο οποίος είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίον στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο εφέσεως και όχι με τις προτάσεις (ΑΠ 56/13, ΑΠ 1132/12).
Στην ένδικη περίπτωση η ενάγουσα-αναιρεσείουσα, με την από 31/10/08 αγωγή της, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 70.198,66 ευρώ, κατά την αναλογία συγκυριότητάς τους στο αναφερόμενο λεωφορείο, οφειλόμενο σ' αυτήν σύμφωνα με το άρθρο 17 της ΥΑ 42000/2030/81, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν.δ. 102/73 και ρυθμίζει την κατανομή των εισπράξεων και υποχρεώσεων των λεωφορείων των ενταγμένων στο Αστικό Κ.Τ.Ε.Λ., αλλά και με βάση την επικαλούμενη μεταξύ τους σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, με την 403/09 απόφασή του, διαλαμβάνοντας αιτιολογίες μόνον αναφορικά με την αγωγική βάση την στηριζόμενη στη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή. Η ήδη αναιρεσείουσα, με το δικόγραφο της από 25/2/10 εφέσεώς της, προσέβαλε την πρωτόδικη απόφαση, επικαλούμενη, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενό της, εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης, τις συναπτόμενες με την απορριφθείσα βάση της αγωγής, την στηριζόμενη στη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, χωρίς να προσβάλει με συγκεκριμένο λόγο εφέσεως την εν λόγω απόφαση κατά το μέρος της που σιωπηρά απέρριψε τη βάση της αγωγής, την στηριζόμενη στην πιο πάνω ΥΑ, η οποία, έτσι, με την άσκηση της εφέσεως, δεν μεταβιβάστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 522 ΚΠολΔ).
Επομένως, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του διέλαβε πλεοναστικώς και αιτιολογίες που αφορούν τη βάση της αγωγής, την στηριζόμενη στην πιο πάνω ΥΑ, οι 2ος και 4ος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται αναιρετικές πλημμέλειες, συναπτόμενες με τις παραδοχές του Εφετείου, που αφορούν την παραπάνω αγωγική βάση, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αναιρέσεως δεν επικαλείται την επαναφορά στο Εφετείο της βάσης αυτής με συγκεκριμένο λόγο έφεσης.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/12/11 αίτηση της εταιρίας "ΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΑΕ" για αναίρεση της 452/11 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ