112/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated112/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, έγγραφες προτάσεις του ο αναιρεσείων, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε και τα εξής "εργαζόμουν ως οδηγός σχολικών λεωφορείων και καθημερινά απασχολούμην από 6 με 6.30' πρωινή, διότι μετέβαινα σε μακρινές συνοικίες να παραλάβω τους μαθητές, δεδομένου ότι το σχολείο της αντιδίκου είναι μακριά από το κέντρο της Αθήνας (......).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 112 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 112/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - αιτούσας την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση : Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε", που εδρεύει στις ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στυλιανός Βλαστός.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Λύτρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24.03.2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1159/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7279/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21.11.2007 αίτησή της καθώς και τους από 8.9.2008 με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 29.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και του πρόσθετου αναιρετηρίου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 224 ΚΠολΔ ορίζει, στο εδάφιο α, ότι είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής και στο εδάφιο β, ότι με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 28.3.2005 ένδικη αγωγή της, ισχυρίσθηκε: α) ότι δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν με την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου και έληγαν με το πέρας αυτής, απασχολήθηκε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, η οποία διατηρεί εκπαιδευτήρια, ως οδηγός σχολικού λεωφορείου, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, και συγκεκριμένα μέχρι τις 15-6-2004, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς, β) ότι, ενώ είχε συμφωνηθεί να απασχολείται με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και επί 38 ώρες την εβδομάδα, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διήρκησε η εργασιακή του σχέση, εργαζόταν καθημερινώς πέραν του νόμιμου και συμφωνημένου ωραρίου και συγκεκριμένα από 6.30' πρωϊνής έως 6.30' απογευματινής ώρας, δηλαδή επί δωδεκάωρο ημερησίως, ενώ εργαζόταν και δύο αργίες κατά τις εορτές των Χριστουγέννων και δύο αργίες κατά τις εορτές του Πάσχα, χωρίς να του καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση και γ) ότι η αναιρεσείουσα δεν του κατέβαλε κατά τα έτη 2001 - 2004 το εκ ποσοστού 17% επί του βασικού μισθού επίδομα, που καταβάλλεται στους οδηγούς σχολικών λεωφορείων, ούτε συνυπολόγισε το ποσό αυτό, όπως και την υπερωριακή του αποζημίωση, στις αποδοχές αδείας, στα επιδόματα αδείας και στα δώρα εορτών.
Ζήτησε λοιπόν ο αναιρεσίβλητος, κατά μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού του αιτήματος,: α) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το ποσό των 4.745,79 € για μη καταβληθέντα επιδόματα των ετών 2001-2004 εκ 17% που καταβάλλονται στους οδηγούς σχολικών λεωφορείων, β) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 1.627,20 € για αμοιβή υπερεργασίας, γ) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει 75.020,45 € και να υποχρεωθεί να του καταβάλει 20.000 ευρώ ως αποζημίωση για την υπερωριακή του απασχόληση ιδιόρρυθμη και παράνομη, δ) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσας του οφείλει 13.174,85 € και να υποχρεωθεί να του καταβάλει 1.500 € ως διαφορά δώρων εορτών και ε) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει 10.918,08 € και να υποχρεωθεί να του καταβάλει 6.000 € ως διαφορά αδειών και επιδομάτων αδειών των ετών 2000-2004, διότι δεν υπολογίστηκαν σε αυτά το σύνολο των τακτικών αποδοχών του, στ) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει 2.814,42 € και να υποχρεωθεί να του καταβάλει 1500 € για την εργασία του τις ημέρες αργίας των Χριστουγέννων και Πάσχα 2000-2004, ζ) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει 4.184,50 € και να υποχρεωθεί να του καταβάλει 1500 € για την υπερωριακή εργασία του τις ημέρες αργίας των Χριστουγέννων και Πάσχα 2000-2004, η) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει 10.406,29 € και να υποχρεωθεί να του καταβάλει 8.000 € ως αμοιβή για την εργασία που προσέφερε τις ημέρες της Κυριακής που απασχολήθηκε στην επιχείρησή της, θ) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει 15.124,30 € και να υποχρεωθεί να του καταβάλει 6.000 € ως αμοιβή για την εργασία που προσέφερε τις ημέρες του Σαββάτου και ι) να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα του οφείλει 16.124,30 € και να υποχρεωθεί να του καταβάλει 5.000 € ως αποζημίωση για την εργασία του κατά τις ημέρες ρεπό, όλα νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.
Με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, έγγραφες προτάσεις του ο αναιρεσείων, μεταξύ άλλων, ισχυρίσθηκε και τα εξής "εργαζόμουν ως οδηγός σχολικών λεωφορείων και καθημερινά απασχολούμην από 6 με 6.30' πρωινή, διότι μετέβαινα σε μακρινές συνοικίες να παραλάβω τους μαθητές, δεδομένου ότι το σχολείο της αντιδίκου είναι μακριά από το κέντρο της Αθήνας (......).
Και δεν έκανα μόνο ένα δρομολόγιο αλλά δύο και τρία. Κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, ήτοι από 9.30' μέχρι πέρατος του σχολείου, η αντίδικος μας απασχολούσε αναγκαστικά σε διάφορες εργασίες και συγκεκριμένα μετέβαινα με το λεωφορείο σε διάφορες απασχολήσεις, όπως σε Τράπεζες για διεκπεραίωση υποθέσεων της εταιρείας ή σε Εφορίες, Ταχυδρομείο κλπ.
Μετέβαινα σε καταστήματα για διάφορα ψώνια του Σχολείου, ενώ επίσης πολλές φορές απασχολούμην με τη συντήρηση του λεωφορείου, όπως με επιδιορθώσεις καθισμάτων και ζωνών ασφαλείας καθώς και με το καθάρισμα του εσωτερικού του λεωφορείου από τσίχλες και διάφορα γραψίματα με μαρκαδόρο. Καθόμουν, όπως όλοι οι οδηγοί, σε επιφυλακή, σαν ασθενοφόρο, για τυχόν έκτακτα περιστατικά.
Δύο φορές την εβδομάδα μεταφέραμε τα νήπια, από το νηπιαγωγείο, που διατηρούσε η εναγομένη στη ......, για μπάνιο στην πισίνα του κυρίως Σχολείου, δηλαδή στο ...... . Πρέπει να επισημάνω ότι όσοι δεν δέχονταν να εργασθούν ενδιάμεσα μας απειλούσαν με απόλυση είτε άμεσα, είτε δεν τους επαναπροσλάμβανε η επιχείρηση κατά τη νέα σχολική περίοδο".
Τα στοιχεία αυτά συνιστούν συμπλήρωση των αγωγικών ισχυρισμών, χωρίς να μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος του κυρίου αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι, παρά το νόμο αφενός μεν έλαβε υπόψη τα ως άνω περιλαμβανόμενα στις προτάσεις στοιχεία, αφετέρου δε παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτους τους συναπτόμενους με τα στοιχεία αυτά ισχυρισμούς, είναι αβάσιμος.
Με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 από 1.4.2001 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι 43 ωρών εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες εγκρίσεως συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο.
Οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως, μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, για τις πέραν των 120 ωρών αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% και για κάθε περίπτωση παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150% (δηλαδή συνολικό ωρομίσθιο 250%), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου 4.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη ρυθμιστική της εμβέλεια, ελλείψει διακρίσεως, εμπίπτουν όλοι οι μισθωτοί που απασχολούνται πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως, ήτοι όχι μόνον όσοι έχουν συμφωνήσει εβδομαδιαία απασχόληση 40 ωρών, αλλά και εκείνοι οι μισθωτοί οι οποίοι έχει συμφωνηθεί να εργάζονται επί λιγότερες ώρες εβδομαδιαίως.
Αντίθετη ερμηνεία ως προς το εν λόγω ζήτημα καταλήγει στη δημιουργεία αδικαιολόγητης ανισότητας, αφού το κυρίαρχο στοιχείο για το ύψος της προσαυξήσεως είναι η πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση του μισθωτού. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της δικαιούμενης από τον αναιρεσίβλητο αμοιβής για παρασχεθείσα παράνομη υπερωριακή εργασία του, δέχθηκε τα εξής:
Κατά τα έτη 1998-2004 ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα, που διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, ως οδηγός σχολικών λεωφορείων της, με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες άρχιζαν με την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου (1 Σεπτεμβρίου) και έληγαν με το πέρας αυτής (15 Ιουνίου).
Ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο καθημερινά επί 10 ώρες και την Παρασκευή 11 ώρες, ήτοι επί 51 ώρες εβδομαδιαίως (10 Χ 4 + 11), ενώ είχε συμφωνηθεί να απασχολείται επί 38 ώρες. Έτσι ο αναιρεσίβλητος πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως: Α) μέχρι την 31-3-2002: α) 2 ώρες απλής επί πλέον εργασίας, δεδομένου ότι είχε συμφωνηθεί ατομικό συμβατικό ωράριο 38 ώρες, για την οποία αυτός δικαιούται το απλό ωρομίσθιο, β) 5 ώρες υπερεργασίας (από 41η έως 45η), για την οποία δικαιούται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, γ) 3 ώρες ιδιότυπης υπερωρίας (από 46η έως 48η), για την οποία επίσης δικαιούται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δ) 3 ώρες παράνομης υπερωρίας (δεδομένου ότι δεν τηρούντο οι προϋποθέσεις του αρθρ. 3 ΝΔ 515/1970), (από 49η έως 51η) για την οποία δικαιούται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%.
Και Β) από 1-4-2002: α) 2 ώρες απλής επί πλέον εργασίας, δεδομένου ότι είχε συμφωνηθεί ατομικό συμβατικό ωράριο 38 ώρες, για την οποία αυτός δικαιούται το απλό ωρομίσθιο, β) 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωρίας (από 41η έως 43η), για την οποία δικαιούται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% και γ) 8 ώρες παράνομης υπερωρίας (δεδομένου ότι δεν ετηρούντο οι προϋποθέσεις του αρθρ. 3 ΝΔ 515/1970), (από 44η έως 51η) για την οποία δικαιούται το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 150%.
Όμως η αναιρεσείουσα του κατέβαλε μόνο το συμφωνημένο μηνιαίο μισθό, ο οποίος, όπως αποδείχτηκε και συνομολογείται, συνέπιπτε με το νόμιμο. Στη συνέχεια το Εφετείο, μεταξύ άλλων, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο για τα χρονικά διαστήματα από 1.4.2002 έως 15.6.2002, από 1.9.2002 έως 15.6.2003 και από 1.9.2003 έως 15.6.2004 για παράνομη υπερωριακή εργασία 8 ωρών εβδομαδιαίως, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά προσαυξάνοντας το ωρομίσθιο κατά 150%.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 (και όχι και εκ του αριθ. 8, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, κατά παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2874/2000, επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο αμοιβή για παράνομη υπερωριακή εργασία, καθόσον, με βάση συμφωνία της με τον αναιρεσίβλητο, κατεβάλλοντο σ' αυτόν αποδοχές υπέρτερες των νομίμων για την εξόφληση συγκεκριμένης και εκ των προτέρων συμφωνηθείσες υπερωριακής απασχολήσεώς του. Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζεται καθόλου το συμφωνηθέν ποσόν που, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, κατεβάλλετο στον αναιρεσείοντα επιπλέον των νομίμων αποδοχών του. Ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ απορρέουσα αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί μη υπερωριακής απασχολήσεως του αναιρεσιβλήτου από 15 Ιουνίου μέχρι και τα μέσα Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, λόγω θερινών διακοπών των μαθητών των εκπαιδευτηρίων της, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται δεν συνιστά αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά άρνηση του σχετικού αγωγικού κονδυλίου και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνει τον κρίσιμο λόγο αναιρέσεως.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 1 του Ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις" και 2 επ. του ν.δ. 3765/1957, προκύπτει ότι γνήσια ετοιμότητα προς εργασία υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος βρίσκεται σε πλήρη δέσμευση του ελεύθερου χρόνου του, υπό την έννοια ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του δεν διαθέτει την παραμικρή δυνατότητα να αναπαύεται ή να χρησιμοποιεί την εργασιακή του δύναμη διαφορετικά, αλλά πρέπει να διατηρεί τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις σε εγρήγορση, ώστε να είναι σε θέση να παρέχει την εργασία του στον εργοδότη σε κάθε στιγμή που θα του ζητείται.
Η γνήσια ετοιμότητα εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ αυτή, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας και των ΣΣΕ, όπως τα κατώτατα όρια αποδοχών που θεσπίζουν οι ΣΣΕ ή ΔΑ, οι διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας, υπερεργασία, υπερωρίες, οι διατάξεις για την εργασία Κυριακών, αργιών, κ.λ.π.
Γι' αυτό το λόγο στην πιο πάνω περίπτωση οφείλεται ο μισθός που συμφωνήθηκε και αν δεν έχει συμφωνηθεί οφείλεται ο ειθισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 653 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ζήτημα της φύσεως και των ωρών απασχολήσεως του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα:
Κατά τα έτη 1998-2004 ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα, που διατηρεί επιχείρηση ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων, ως οδηγός σχολικών λεωφορείων της, με διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν με την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου (1-9) και έληγαν με το πέρας αυτής (15-6).
Σε όλες τις άνω συμβάσεις ρητά συμφωνήθηκε ότι αυτές θα διέπονταν από τους όρους της ισχύουσας την αντίστοιχη χρονική περίοδο κλαδικής ΣΣΕ των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών. Με βάση τις ανωτέρω έγγραφες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, υπήρξε συμφωνία να απασχολείται ο αναιρεσίβλητος με 5ήμερη εβδομαδιαία εργασία από Δευτέρα έως Παρασκευή, μία ή δύο ημέρες με πλήρη απασχόληση και τις υπόλοιπες ημέρες με μειωμένο ωράριο διακεκομμένο, συνολικά 38 ώρες εβδομαδιαίως, με μηνιαίες αποδοχές από 1-9-1999 έως 15-6-2000 236.101 δρχ ή 692,89 €, από 1-9-2000 έως 15-6-2001 257.735 δρχ ή 756,38 €, από 1-9-2001 έως 15-6-2002 271.225 δρχ ή 795,95 €, από 1-9-2002 έως 15-6-2003 824,66 € και από 1-9-2003 έως 15-6-2004 κατά μ.ο. 881,70 €.
Σύμφωνα με το προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. ...... έγγραφο της Επιθεώρησης Εργασίας, οι συμβάσεις των ετών 2000 και 2001 είχαν γνωστοποιηθεί στην ως άνω υπηρεσία ως συμβάσεις μερικής απασχόλησης. Για τις υπόλοιπες συμβάσεις δεν αποδείχθηκε, ότι είχε γίνει η εν λόγω γνωστοποίηση. Όμως ανεξάρτητα από την ως άνω γνωστοποίηση αλλά και τις επί μέρους συμφωνίες των διαδίκων για το ωράριο του αναιρεσιβλήτου αποδείχθηκε ότι αυτός καθ' όλα τα έτη απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα επί δέκα ώρες ημερησίως από Δευτέρα έως Πέμπτη, ήτοι από 7.30' έως 17.30' και έντεκα ώρες ήτοι από 7, 30' έως 18, 30' κάθε Παρασκευή.
Συγκεκριμένα, ο αναιρεσίβλητος οδηγώντας το σχολικό αυτοκίνητο της αναιρεσείουσας πραγματοποιούσε καθημερινά προκαθορισμένα δρομολόγια παραλαβής και μεταφοράς μαθητών από διάφορες περιοχές της Αττικής προς τα εκπαιδευτήρια της αναιρεσείουσας που βρίσκονται στις ...... κατά τις ώρες 7.30' έως 8.30', ενώ μετά την ολοκλήρωση των μαθημάτων ακολουθούσε αντίστροφο πρόγραμμα επιστροφής των μαθητών προς τις κατοικίες τους κατά τις ώρες 14.00' έως 17.30' από Δευτέρα έως Πέμπτη, ενόψει του ότι άλλοι μαθητές σχολούσαν στις 14.00' και άλλοι στις 16.00' και την Παρασκευή έως 18,30' ενόψει του ότι ορισμένοι μαθητές (του τμήματος International Baccalaureate) σχολούσαν στις 17.30'.
Σημειώνεται, ότι στο ως άνω ημερήσιο ωράριο του αναιρεσιβλήτου δεν περιλαμβάνεται ο χρόνος μετάβασης αυτού από την κατοικία του στο σημείο, απ' όπου παραλάμβανε τον πρώτο μαθητή ούτε και ο χρόνος επιστροφής του από το σημείο, όπου άφηνε μετά τη λήξη των μαθημάτων τον τελευταίο μαθητή, στην κατοικία του.
Κατά τις ενδιάμεσες ώρες (ήτοι από 8.30' που ολοκληρωνόταν η προσέλευση των μαθητών μέχρι τις 13.30' που έπρεπε το λεωφορείο να είναι έτοιμο για την μεσημεριανή αποχώρηση των μαθητών), ο αναιρεσίβλητος τις δυο ημέρες της εβδομάδας είχε εφημερία και παρέμενε υποχρεωτικά στο σχολείο, εκτελώντας με το λεωφορείο διάφορες εργασίες της αναιρεσείουσας.
Τις υπόλοιπες τρεις ημέρες, ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο κατά τις ενδιάμεσες αυτές ώρες, όπως και οι άλλοι οδηγοί της αναιρεσείουσας, με εργασίες παρεμφερείς και παρακολουθηματικές προς την κύρια εργασία του οδηγού, ήτοι με την καθαριότητα και τη συντήρηση του λεωφορείου, τον εφοδιασμό του με καύσιμα, παραμένοντας στις εγκαταστάσεις της αναιρεσείουσας και διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίησή τους από την αναιρεσείουσα, ενώ πολλές φορές κατά τις ίδιες ώρες μετέφερε μαθητές σε ημερήσιες εκδρομές (όπως στο ......, στη ......), καθώς και σε επισκέψεις σε θέατρα, διάφορα ιδρύματα κλπ.
Έτσι, κατά τις ώρες αυτές ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία, η οποία εξομοιούται με κανονική παροχή εργασίας και εφαρμόζονται σ' αυτή οι διατάξεις περί εργατικής νομοθεσίας. Ακολούθως, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, ενόψει του ως άνω ωραρίου του και του εκάστοτε καταβαλλόμενου μηνιαίου μισθού του, δικαιούται για την πέραν του ωραρίου του παροχή εργασίας (απλή επιπλέον εργασία, υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία και παράνομη υπερωριακή εργασία), κατά το από 1.1.2000 έως 15.6.2004 επίδικο χρονικό διάστημα, συνολική αμοιβή από 18.732,53 ευρώ, την οποία και του επιδίκασε.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ απορρέων μοναδικός περί του αντιθέτου λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι η ένδικη αγωγή, όπως συμπληρώθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσιβλήτου κατά την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναφορικώς με το ίδιο ζήτημα της γνήσιας ετοιμότητας προς εργασία του αναιρεσιβλήτου κατά τις ενδιάμεσες ώρες (από 8.30' έως 13.30' ώρας) της ημερήσιας απασχολήσεώς του, είναι επαρκώς ορισμένη.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-11-2007 αίτηση και το από 8-9-2008 πρόσθετο αναιρετήριο της ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ ΑΕΜΕ" περί αναιρέσεως της 7279/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ