Legislator Case Law & Legislation
112/2006 AI generated

112/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 112/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Επειδή, η παράλειψη από της προαγωγής υπαλλήλου του ΟΤΕ, σύμφωνα με τον ΓΚΠ/ΟΤΕ που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου(εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του Α.Ν.301/1968, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ/Β/568/8-9-1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ.165/1973), ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με τους όρους του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή όταν παραλείφθηκε υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς, κατά την υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση και την εν γένει καταλληλότητα έναντι άλλων συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν αντί εκείνου.

Legislator headnote

AI generated

112/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη προαγωγής του άνω υπαλλήλου, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του Ο.Τ.Ε. συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 επ. ΑΚ και παρέχει στον παραλειφθέντα υπάλληλο το δικαίωμα να ζητήσει, εκτός άλλων, και αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την καταχρηστική παράλειψή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 112 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 112/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Εμμανουήλ Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ) που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Στην παρούσα δίκη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2566/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7346/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Ιανουαρίου 2004 αίτησή του και τους από 11 Ιουλίου 2004 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας, διάβασε την από 5 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων του κυρίου δικογράφου, την παραδοχή δε του μοναδικού λόγου του δικογράφου των προσθέτων, της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων στο σύνολό τους και την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, η παράλειψη από της προαγωγής υπαλλήλου του ΟΤΕ, σύμφωνα με τον ΓΚΠ/ΟΤΕ που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου(εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του Α.Ν.301/1968, δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ/Β/568/8-9-1969 και κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ.165/1973), ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια με τους όρους του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή όταν παραλείφθηκε υπάλληλος που υπερείχε καταφανώς, κατά την υπηρεσιακή απόδοση και επίδοση και την εν γένει καταλληλότητα έναντι άλλων συναδέλφων του, οι οποίοι προήχθησαν αντί εκείνου.

Στην περίπτωση αυτή η παράλειψη προαγωγής του άνω υπαλλήλου, που οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του Ο.Τ.Ε. συνιστά αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 επ. ΑΚ και παρέχει στον παραλειφθέντα υπάλληλο το δικαίωμα να ζητήσει, εκτός άλλων, και αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την καταχρηστική παράλειψή του.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 Α.Κ., συνάγεται ότι επί αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή. Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ότι η ένδικη αξίωση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, που έχει ως γενεσιουργό αιτία τις, οφειλόμενες σε υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, παραλείψεις του προς προαγωγή στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις κρίσεις των ετών 1993, 1994 και 1995, κατά τις οποίες προήγαγαν τους αναφερόμενους στην αγωγή συναδέλφους του, φερόμενους ως υστερούντες καταφανώς αυτού, υπέκυψαν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ..

Καθόσον ο αναιρεσείων, τις παραλείψεις του αυτές γνώριζε για καθένα των ετών αυτών μέσα στα έτη 1993 - 1995. Σε κάθε δε περίπτωση είχε λάβει γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση στις 2-9-1997, που γεννήθηκε η αξίωση αυτή, όταν, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, με την απόφαση 2524/2-9-1997 του Δ.Σ. της εναγομένης - αναιρεσίβλητης χορηγήθηκε το εν λόγω επίδομα (ανωτάτου προσωπικού) σε όσους το δικαιούνταν, οπότε άρχισαν να αναδίδονται οι πρώτες συνέπειες της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς μέχρι την άσκηση της αγωγής (27-2-2003) είχε παρέλθει πενταετία. Βάσει αυτών το Εφετείο, μετά παραδοχή στην ουσία σχετικής ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, απέρριψε την αγωγή κατά την κυρία βάση της. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου (με αιτιολογίες ανεπαρκείς), τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937 και 281 ΑΚ. Διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες στα ζητήματα της γνώσης της επέλευσης(κατά χρόνο και τρόπο)της ζημίας και της προς αποζημίωση υπόχρεου (αναιρεσίβλητης), σχετικά με κάθε μία από τις ως άνω παραλείψεις προαγωγής του, καθώς και της έναρξης και συμπλήρωσης της παραγραφής της ένδικης αξιώσεως. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.ΠολΔ., λόγοι της αναίρεση με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. 2.

Επειδή, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των άρθρων 937 και 281 ΑΚ, διότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή αυτών η προσβαλλόμενη απόφαση εξέλαβε την 2-9-1997 ως ημερομηνία έναρξης της παραγραφής και για την αξίωση που αφορά διαφορές αποδοχών που προέκυψαν από την εφαρμογή της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, ενώ η αξίωση αυτή προέκυψε και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη στις 10-6-1999, οπότε και υπεγράφη η πιο πάνω ΕΣΣΕ που καθόρισε τα μισθολογικά κλιμάκια και, μεταξύ άλλων, ενσωμάτωσε στις τακτικές αποδοχές το επίδομα ανωτάτων στελεχών και συνεπώς η ζημία αυτή δεν ήταν προβλεπτή από 2-9-1997, που λήφθηκε μόνο απόφαση περί χορήγησης του επιδόματος ανωτάτων στελεχών. Ο εξεταζόμενος λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού, όπως και στο αναιρετήριο εκτίθεται, η χορήγηση του εν λόγω επιδόματος θεσπίστηκε το πρώτον από 2-9-1997 και παρεχόταν έκτοτε ανελιπώς στους δικαιούμενους τούτο κατά νόμο, ήτοι στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατείχε ή κατέχει θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω. Στερείται, συνεπώς, εννόμου επιρροής το γεγονός ότι τούτο ενσωματώθηκε στις τακτικές αποδοχές τους από 10-6-1999.

3. Επειδή, το άρθρο 938 ΑΚ ορίζει ότι : "όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αποδώσει ό,τι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια στον αδικοπραγήσαντα από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση του τελευταίου από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρων 904 επ.

ΑΚ. Στην περίπτωση, όμως, που τα αρμόδια όργανα του εργοδότη παρέλειψαν παράνομα και υπαίτια να προαγάγουν σε ανώτερο βαθμό υπάλληλο και προήγαγαν αντί αυτού άλλον συνάδελφό του, που υστερούσε καταφανώς του παραλειφθέντος, αλλά έλαβε από της προαγωγής του τις διαφορές αποδοχών του ανωτέρω βαθμού, δεν υφίσταται ωφέλεια του εργοδότη (αδικοπραγήσαντος) από την ανωτέρω αδικοπραξία.

Διότι, τις διαφορές αποδοχών του επόμενου βαθμού που στερήθηκε ο υπάλληλος που παραλείφθηκε από την τέλεση της αδικοπραξίας, κατέβαλε ο αδικοπραγήσας εργοδότης στον υπάλληλο που προήχθη αντί του παραλειφθέντος και συνεπώς δεν απέφυγε ισόποση με τις διαφορές αυτές δαπάνη και μείωση της περιουσίας του, ούτε είχε οποιαδήποτε άλλη οικονομική ωφέλεια.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη την στηριζόμενη στα άρθρα 281, 938 και 904 επ. Α.Κ. επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, με την αιτιολογία, ότι μετά την απόρριψη της κυρίας βάσης αυτής για αναγνώριση της αξίωσης του αναιρεσείοντος προς προαγωγή, λόγω παραγραφής, δεν μπορούσε να ερευνηθεί, αν τα αρμόδια συμβούλια προαγωγών της αναιρεσίβλητης, κατά κατάχρηση δικαιώματος, παρέλειψαν να τον προαγάγουν στο βαθμό του Υποδ/ντή κατά τις προαγωγικές κρίσεις των ετών 1993, 1994 και 1995 και εάν εκ του λόγου αυτού επήλθε σ' αυτόν ζημία, έτσι ώστε να του οφείλεται αποζημίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αιτιολογία αυτή είναι εσφαλμένη, αφού η παραγραφή της αξιώσεως του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία δεν παρεμπόδιζε την έρευνα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσίβλητης για να διαπιστωθεί αν επήλθε από αυτή κάποια ωφέλεια στην τελευταία και θα έπρεπε γι' αυτό, ενόψει του περιεχομένου της αγωγής - της εκτιθέμενης σ' αυτή προαγωγής άλλου αντί του αναιρεσείοντος και συνακόλουθα της καταβολής στον προαχθέντα των διαφορών αποδοχών του επόμενου βαθμού που δεν έλαβε ο αναιρεσείων - η ως άνω επικουρική βάση αυτής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να απορριφθεί ως μη νόμιμη.

Παρά την εσφαλμένη, όμως, αιτιολογία του, το Εφετείο κατέληξε σε ορθό διατακτικό και συνεπώς ο μοναδικός λόγος του δικογράφου των προσθέτων, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 281, 938 και 904 επ. του Α.Κ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-1-2004 αίτηση του Α. Κ., για αναίρεση της 7346/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2005.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ