Legislator Case Law & Legislation
1129/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects claim that lower court ignored evidence.

Case Number 1129/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision in a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific witness certificates submitted as evidence. The court ruled that the first ground of appeal was inadmissible because the cited law was procedural, not substantive, and the second ground was unfounded since the lower court explicitly acknowledged and evaluated all submitted evidence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 16(1) Law 2874/2000; Art. 559(1)(a) & 559(11)(c) C.P.D.: A provision regulating the realization of rights under substantive law is procedural, not substantive, and thus cannot serve as a ground for appeal under Art. 559(1)(a) C.P.D. Furthermore, a lower court's explicit finding that it considered all submitted evidence precludes an appeal claiming the court ignored such evidence.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal procedural vs substantive law evidence evaluation inadmissible appeal ground unfounded appeal ground

Cited Legislation

AI generated
Art. 16(1) Law 2874/2000
Art. 559(1)(a) C.P.D.
Art. 559(11)(c) C.P.D.
Art. 561(2) C.P.D.
Art. 577(1) C.P.D.
Art. 577(3) C.P.D.
Art. 176 C.P.D.
Art. 183 C.P.D.
Art. 106 C.P.D.
Art. 191(2) C.P.D.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1129 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1129/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 11 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Ό. Μ. του Δ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ουρανίας Πολύζου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης:

ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ... Α.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20.05.2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1242/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4212/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 03.09.2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου – Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από ένδικη 03.09.2020 και με αριθμό κατάθεσης – Εφετείο Αθηνών 6388/768/8.9.2020 αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015)], υπ’ αριθμ. 4212/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή, τυπικά και κατ’ ουσία, η από 27.09.2016 και με αριθμ. κατάθ. 3929/2016 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η υπ’ αριθμ. 1242/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε κατ’ ουσία την υπόθεση, απέρριψε εν όλω ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν την από 20.05.2014 και με αριθμ. κατάθ. 62990/ 1815/2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ η υπ’ αριθμ.1242/2016 πρωτόδικη απόφαση την είχε δεχθεί στο σύνολό της, κατ’ ουσία. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 518, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

(Ι).-Το άρθρο 16 παρ.1 Ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286/29.12.2000), όπως ίσχυσε στα έτη 2007-2013, ορίζει (και) ότι:

«1. Κάθε εργοδότης, υπαγόμενος στις διατάξεις του παρόντος υποχρεούται όπως μια φορά, το χρόνο και κατά το χρονικό διάστημα από 15 Σεπτεμβρίου έως 15 Νοεμβρίου, καταθέτει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην αρμόδια υπηρεσία του Σ.ΕΠ.Ε. - Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης, εις διπλούν, πίνακα με την επωνυμία, το είδος, τον τόπο λειτουργίας και το Α.Φ.Μ. της επιχείρησης ο οποίος θα περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία ενός εκάστου των απασχολούμενων σε αυτή μισθωτών:

Α. Το ονοματεπώνυμο, ονοματεπώνυμο πατέρα και μητέρας, ηλικία και οικογενειακή κατάσταση (τέκνα).

Β. Την ειδικότητα, ημερομηνία πρόσληψης και την τυχόν προϋπηρεσία στην ειδικότητα.

Γ. Τον αριθμό κάρτας πρόσληψης (Ο.Α.Ε.Δ.), τον αριθμό μητρώου του Ι.Κ.Α., τον αριθμό βιβλιαρίου ανηλίκων (επί απασχολήσεως ανηλίκων) και τον αριθμό αδείας εργασίας αλλοδαπού (επί απασχολήσεως αλλοδαπού).

Δ. Τα στοιχεία του τεχνικού ασφάλειας και του γιατρού εργασίας, καθώς και το ωράριο απασχόλησής τους στην επιχείρηση.

Ε. Τη διάρκεια εργασίας (ώρες έναρξης και λήξης ημερήσιας εργασίας),το διάλειμμα και τις διακοπές εργασίας.

ΣΤ. Τις πάσης φύσεως καταβαλλόμενες αποδοχές.

2. Η ορθότητα και η ακρίβεια των αναγραφομένων πάσης φύσεως αποδοχών, καθώς και των λοιπών στοιχείων αποτελεί ευθύνη του υπεύθυνου εργοδότη ή του εξουσιοδοτημένου από αυτόν προσώπου. Ο ανωτέρω πίνακας προσωπικού προσυπογράφεται, υποχρεωτικά και από τον Προϊστάμενο Προσωπικού ή Οικονομικού ή Λογιστηρίου ή τον υπεύθυνο λογιστή, που συμπράττει στην σύνταξή του, οι οποίοι βεβαιώνουν την ακρίβεια των πάσης φύσεως αποδοχών και έχουν όλες τις ευθύνες που προβλέπονται από το ν.1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α'). Τυχόν παράλειψη της υπογραφής από τον υπεύθυνο λογιστή αιτιολογείται από τον εργοδότη με δήλωση του ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α').

3. Οι εποχικού χαρακτήρα επιχειρήσεις υποχρεούνται, όπως καταθέτουν τον πίνακα προσωπικού εντός μηνός από την έναρξη της εποχικής περιόδου.

4. Με μέριμνα του εργοδότη, το ένα αντίτυπο του ανωτέρω πίνακα παραλαμβάνεται, από την υπηρεσία κατάθεσης, σφραγισμένο και αναρτάται σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας χωρίς τη στήλη των καταβαλλόμενων αποδοχών, προφυλασσόμενο κατάλληλα από τυχόν φθορές. Το άλλο παραμένει στο αρχείο της υπηρεσίας του Σ.ΕΠ.Ε. Στο αρχείο των κατατεθειμένων πινάκων των υπηρεσιών του Σ.ΕΠ.Ε. έχει άμεση πρόσβαση η αρμόδια υπηρεσία του Ι.Κ.Α., σε κάθε περίπτωση.

5. Ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέσει συμπληρωματικούς πίνακες προσωπικού, ως προς τα μεταβληθέντα στοιχεία: α) για την πρόσληψη νέου εργαζομένου, το αργότερο την ίδια ημέρα της πρόσληψης και πάντως πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τον εργαζόμενο, β) για την αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή την οργάνωση του χρόνου εργασίας την ίδια μέρα ή το αργότερο εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την ημέρα αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και γ) για την αλλαγή νόμιμου εκπροσώπου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και για μεταβολή των αποδοχών των εργαζομένων εντός 15 μερών. Η κατάθεση συμπληρωματικών στοιχείων μπορεί γίνει γραπτά ή ηλεκτρονικά.

6. Εφόσον η, πέραν του νόμιμου ωραρίου εργασίας, λειτουργία της επιχείρησης εξασφαλίζεται διά διαδοχικής εναλλαγής περισσότερων της μιας ομάδων (βάρδιες) ή σε περίπτωση επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων συνεχούς λειτουργίας με εναλλασσόμενες ομάδες (βάρδιες), επιβάλλεται η κατάθεση προγράμματος δύο φορές κατ’ έτος (μία τουλάχιστον ανά εξάμηνο).

7. Ο έλεγχος του πίνακα προσωπικού γίνεται σε κάθε στάδιο από την κατάθεση μέχρι τη διενέργεια επιθεωρήσεων στους χώρους εργασίας όπου ελέγχεται εξαντλητικά».

(II).- Η ευθεία παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2020). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός (άρθρα 118 αριθμός 4, 577 παρ.3 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού νόμου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. η πλημμέλεια, που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια, που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, επίσης, να εκτίθενται πλήρως και σαφώς οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017). Πάντως, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όσον αφορά την παραβίαση δικονομικών διατάξεων, που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 444/2016, ΑΠ 1741/2012).

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2020). Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 115/2011).

Τέλος, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν (άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ). Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτο(ά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 106 ΚΠολΔ).

Αβάσιμος είναι ο λόγος, εφ’ όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ’ όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ’ όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο δηλ.

για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.

Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως (ή μη) αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.

ότι ο ισχυρισμός είναι λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΟλΑΠ 8/2016). Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα (άρθρα 339, 432 επ., 393 επ. ΚΠολΔ), επομένως, πρέπει στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να γίνεται ειδική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγησή τους.

Η έλλειψη της ειδικής μνείας από το δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαιώσεως δεικνύει ότι αυτή δεν έχει ληφθεί υπ’ όψη (ΑΠ 702/2019, ΑΠ 800/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι λόγοι αναιρέσεως περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις:

Ο πρώτος λόγος περιέχει δύο μερικότερες αιτιάσεις και, συγκεκριμένα:

(Α).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ότι το εφετείο στην 4212/2018 απόφαση παραβίασε ευθέως συγκεκριμένη νομική διάταξη και δη, το άρθρο 16 παρ.1 ν. 2874/2000.

(Β).- Με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ ότι η υπ' αριθμ. 4212/2018 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Ειδικότερα, υπάρχει εκ πλαγίου παραβίαση της ως άνω συγκεκριμένης διατάξεως του άρθρου 16 παρ.1 ν. 2874/2000, εφ' όσον το εφετείο διέλαβε στην υπ' αριθμ. 4212/2018 απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες. Έτσι, το εφετείο απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, απασχολουμένης στην αναιρεσίβλητη, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα έτη 2007 - 2013, ως αβάσιμη στην ουσία.

Ο δεύτερος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αναφέρονται και προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, αν και η αναιρεσείουσα τα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει, παραδεκτώς, προκειμένου να αποδείξει την ιστορική βάση της αγωγής της. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα αναφέρει ότι από το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. 4212/2018 αποφάσεως δεν προκύπτει «αδιστάκτως» πως το εφετείο για τον σχηματισμό της σχετικής κρίσεώς του έλαβε υπ’ όψη και τις ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων κάνει ειδική μνεία στην υπ’ αριθμ. 4212/2018 απόφαση, ήτοι τις ένορκες βεβαιώσεις (i).- υπ’ αριθμ. .../1.10.2015 της Ρ. Α., (ii).- υπ’ αριθμ. .../1.10.2015 της Ι. Ψ. και (iii).- υπ’ αριθμ. .../23.3.2018 του Γ. Μ., που έχουν δοθεί νομίμως, με την επιμέλειά της (αναιρεσείουσας), ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών.

Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς αμφότερες τις υπό στοιχεία (Α) και (Β), ως άνω, μερικότερες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 16 παρ.1 ν. 2874/2000, όπως παρατίθεται στην υπό στοιχείο (Ι) σκέψη, ρυθμίζει τη διαδικασία για την πραγμάτωση των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο και είναι δικονομική. Έτσι, η συγκεκριμένη διάταξη, την οποία η αναιρεσείουσα επικαλείται, δεν είναι κανόνας ουσιαστικού δικαίου και κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (II) σκέψη, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ ή του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, οι οποίοι αφορούν παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, όπως εκτίθεται στην υπό στοιχείο (II) σκέψη, είναι παραδεκτός (ορισμένος). Περαιτέρω, στην υπ’ αριθμ. 4212/2018 απόφαση, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας αυτού του λόγου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), περιέχεται βεβαίωση για τα αποδεικτικά μέσα. Από τη βεβαίωση αυτή και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται αμφιβολία ότι το εφετείο για να καταλήξει το αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπ’ όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, το εφετείο έλαβε υπ’ όψη και μάλιστα ξεχωριστά αξιολόγησε και τις πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις, που η αναιρεσείουσα παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 106, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03.09.2020 αίτηση της Όλγας Μωυσιάδου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4212/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 23 Σεπτεμβρίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ