Legislator Case Law & Legislation
1129/2019 AI generated

Supreme Court dismisses Social Security Fund's appeal, ruling the bank's seizure objection was timely filed.

Case Number 1129/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Social Security Fund's appeal against a First Instance Court decision regarding a seizure objection. The bank argued the objection was untimely because the deadline for filing it had expired after a court-ordered correction of the auction list. The court found the objection was substantively valid because the correction invalidated the new list, thereby restarting the statutory deadline for the objection.

Legislator headnote

AI generated

Articles 974 and 979 of the Code of Civil Procedure; The right to file a seizure objection is preserved if the deadline is extended due to the invalidation of a corrected auction list, rendering the original deadline inapplicable.

Keywords

AI generated
seizure objection auction list correction statutory deadline timely filing Code of Civil Procedure reinstatement of rights annulment effect

Cited Legislation

AI generated
Article 974 of the Code of Civil Procedure
Article 979 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 152 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 28 of Law 2579/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1129 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1129/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (ΕΦΚΑ), ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γαρυφαλλιά Φραντζή, η οποία ανακάλεσε την από 19-2-2019 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... LTD", η οποία εδρεύει στη ... και τελεί υπό ειδική διαχείριση στο πλαίσιο εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης κατά τη νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως νομίμως εκπροσωπείται, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", κατόπιν διασυνοριακής συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της τελευταίας από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2007 ανακοπή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4682/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 450/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 974 ΚΠολΔ, "αν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθεί εκείνος υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές που αναγγέλθηκαν, αυτός, όπως και εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, καθώς και κάθε δανειστής που αναγγέλθηκε έχουν δικαίωμα μέσα σε πέντε ημέρες αφότου λήξει η προθεσμία για την αναγγελία να υποβάλουν παρατηρήσεις ενώπιον του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ο οποίος συντάσσει πράξη.

Μέσα σε άλλες δέκα ημέρες αφότου λήξει αυτή η προθεσμία ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, αφού λάβει υπόψη και τις παρατηρήσεις που τυχόν έχουν υποβληθεί, συντάσσει πίνακα κατάταξης..." Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 979 του ίδιου Κώδικα, "1. Μέσα σε τρεις ημέρες αφότου συνταχθεί ο πίνακας, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού καλεί με έγγραφο εκείνον υπέρ του οποίου έγινε και εκείνον κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν, για να λάβουν γνώση του πίνακα της κατάταξης. 2.

Μέσα σε δώδεκα (12) εργάσιμες ημέρες αφότου επιδοθεί η πρόσκληση της παρ. 1 οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ανακόψει τον πίνακα της κατάταξης, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 933 επ. Αντίγραφο της ανακοπής επιδίδεται, μέσα στην ίδια προθεσμία, και στον υπάλληλο του πλειστηριασμού..." Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο πίνακας κατατάξεως δεν περιέχει διάγνωση των απαιτήσεων που συμμετέχουν στην κατάταξη και γι' αυτό αποτελεί απλή διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως και όχι δικαστική απόφαση.

Τα ελαττώματα και οι ελλείψεις του πίνακα αναφορικά με το περιεχόμενό του προσβάλλονται με την κατ' άρθρο 979 ανακοπή. Από τη σύνταξη του πίνακα και την καταχώρισή του στο οικείο βιβλίο αποκλείεται οποιαδήποτε επέμβαση στο περιεχόμενό του. (Μόνο γραφικά ή λογιστικά σφάλματα ή ελλιπής διατύπωση που έγιναν από προφανή παραδρομή είναι επιδεκτικά οίκοθεν διορθώσεως με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 315 ΚΠολΔ.) Ακόμη και προ της γνωστοποιήσεως του περιεχομένου του, κατά το άρθρο 979 παρ. 1, ΚΠολΔ στους ενδιαφερόμενους, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν μπορεί να τον διορθώσει, προκειμένου να αποκαταστήσει κάποιο λάθος του και να προβεί σε ορθότερη κατάταξη των απαιτήσεων.

Τυχόν νέος πίνακας πάσχει από ακυρότητα και μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή εντός της προθεσμίας του άρθρου 979 παρ. 2, του ίδιου Κώδικα αναλογικά εφαρμοζόμενου. Μετά την ακύρωση αυτού με δικαστική απόφαση αναβιώνει η ισχύς του αρχικού (διορθωθέντος) και αρχίζει εκ νέου η προθεσμία του άρθρου 979 παρ. 2 με νέα επίδοση προσκλήσεως του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση, έστω και αν, πριν από τη διόρθωση, είχε γίνει επίδοση τέτοιας πρόσκλησης, αφού η πρόκληση εκείνη αφορούσε πίνακα που έχασε (λόγω της διορθώσεως) την ισχύ του, την οποία επανέκτησε με τη δικαστική ακύρωση του διορθωμένου.

Για την έναρξη της (μετά την ακύρωση) αναβιωθείσας προθεσμίας απαιτείται οπωσδήποτε η επίδοση νέας προσκλήσεως, αφού χωρίς επίδοση προκλήσεως δεν αρχίζει η ανωτέρω προθεσμία ασκήσεως της ανακοπής, έστω και αν ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου του πίνακα με οποιοδήποτε άλλον τρόπο (ΑΠ 1394/2011).

Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής: "Με επίσπευση της αιτούσας-ανακόπτουσας και προς εκτέλεση της ....35/97 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκπλειστηριάστηκε με την ....85/12-10-2005 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Φ.

Ε. Π. ένα ακίνητο του οφειλέτη της Σ. Α.... Στον διενεργηθέντα την 12-10-2005 δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό ενώπιον της ως άνω συμβολαιογράφου, το ακίνητο αυτό κατακυρώθηκε στον Χ. Ρ. ως τελευταίο υπερθεματιστή αντί του ποσού των 700.020 ευρώ, συνταγέντος του 7012/2006 πίνακα κατάταξης δανειστών. Μετά την προαφαίρεση των εξόδων εκτέλεσης στο προς διανομή υπόλοιπο ποσό των 685.468,98 ευρώ κατετάγησαν: 1) στα 2/3 αυτού η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "...

ΑΕ" για ποσό 187.820,98 ευρώ και 2) στο υπόλοιπο ποσό α) το Ελληνικό Δημόσιο μέσω της Δ.Ο.Υ. ... για 14.105,16 ευρώ β) το ΙΚΑ ΕΤΑΜ για το συνολικό ποσό των 437.606,76 ευρώ. Όμως η άνω συμβολαιογράφος εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη της ότι η αναγγελθείσα νομίμως και εμπροθέσμως απαίτηση της ανακόπτουσας, που ήταν εξοπλισμένη με προνόμιο, δοθέντος ότι αυτή είχε από 25-8-1994 εγγράψει προσημείωση υποθήκης η οποία στη συνέχεια ετράπη μερικώς σε υποθήκη την 25-7-2001, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της αναγκαστικής κατάσχεσης, και έτσι την θεώρησε εγχειρόγραφη δανείστρια και δεν την κατέταξε ως ενυπόθηκη δανείστρια, κατ' άρθρο 977, 1007 ΚΠολΔ, στα 2/3 του πλειστηριάσματος, όπως έπρεπε.

Στη συνέχεια η ως άνω συμβολαιογράφος, αν και δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 315 ΚΠολΔ, με βάση τα προαναφερθέντα, προέβη στη σύνταξη της 7045/2006 πράξης διόρθωσης του πίνακα κατάταξης δανειστών, μεταβάλλοντας το ποσό κατάταξης του ΙΚΑ από 437.606,76 ευρώ σε 359.991,96 ευρώ και στη δεύτερη θέση κατέταξε την ανακόπτουσα για ποσό 77.614,8 ευρώ για εξόφληση μέρους της απαίτησής της.

Τον αρχικό πίνακα κατάταξης η συμβολαιογράφος επέδωσε στην ανακόπτουσα την 17-2-2006 και στη συνέχεια πριν παρέλθει η προθεσμία των 12 εργασίμων ημερών για την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 979 ΚΠολΔ, την 21-2-2006 επέδωσε στην ανακόπτουσα τον δεύτερο διορθωτικό πίνακα, ο οποίος, ανεξαρτήτως της ακυρότητάς του, παράγει έννομες συνέπειες, ως προς όλους, μέχρι να ακυρωθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο.

Έτσι όμως η ανακόπτουσα στερήθηκε της δυνατότητας προσβολής του αρχικού πίνακα κατάταξης και βεβαίως δεν μπορεί να γίνει λόγος για πταίσμα ή ολιγωρία του πληρεξουσίου δικηγόρου της ανακόπτουσας δοθέντος ότι το παρακωλυτικό γεγονός, δηλαδή η έκδοση του διορθωτικού πίνακα, ως προς την εμπρόθεσμη άσκηση, ανακοπής κατά του αρχικού πίνακα κατάταξης, ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να ανατραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης, ούτε βέβαια αυτός γνώριζε την αιφνίδια ενέργεια της συμβολαιογράφου, έχοντας προφανώς κατά νου ότι είχε στη διάθεσή του άλλες 10 ημέρες για να μελετήσει τον πίνακα κατάταξης και να συντάξει την κατ' αυτού ανακοπή.

Μετά ταύτα το καθού η αίτηση-ανακοπή άσκησε την από 24-3-2006 ανακοπή του κατά της ήδη αιτούσας-ανακόπτουσας ζητώντας την ακύρωση της άνω πράξης διόρθωσης του αρχικού πίνακα κατάταξης. Με την 2610/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η ανακοπή αυτή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η ως άνω πράξη διόρθωσης του πίνακα κατάταξης.

Επί εφέσεως της ανακόπτουσας εκδόθηκε η 846/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και ακυρώθηκε η ως άνω πράξη διόρθωσης. Έτσι μετά την έκδοση της απόφασης αυτής ισχύει ο αρχικός πίνακας κατάταξης, ήρθη δε και το κώλυμα που αποτελούσε ανωτέρα βία και εμπόδιζε κατά τα προαναφερθέντα την ανακόπτουσα να ασκήσει εμπρόθεσμα την κατ' αυτού ανακοπή.

Μετά όμως την έκδοση της 2610/2007 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δημοσιεύθηκε την 23-5-2007, η ανακόπτουσα άσκησε εκπρόθεσμα την 4-6-2007 την από 29.5.2007 (ΑΚ 5135/2007) ανακοπή της κατά του αρχικού πίνακα κατάταξης, στο δικόγραφο της οποίας ενσωμάτωσε και την από 30-5-2007 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, δηλαδή μέσα στην προθεσμία των 30 ημερών από την άρση του κωλύματος, εντός της οποίας και επιδόθηκε στον καθού η αίτηση.

Η αίτηση αυτή είναι πλήρως ορισμένη και αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειας του επικαλουμένου λόγου ανωτέρας βίας της μη τήρησης της προθεσμίας άσκησης εμπρόθεσμης ανακοπής του άρθρ 979 ΚΠολΔ κατά του αρχικού πίνακα κατάταξης. Σύμφωνα δε και με όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται και βάσιμη κατ' ουσίαν και συνεπώς η παραπάνω ανακοπή της θεωρείται ότι ασκήθηκε εμπροθέσμως".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι η υπό κρίση ανακοπή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και επομένως ήταν παραδεκτή, στη συνέχεια δε τη δέχθηκε και ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο ορθά οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η υπό κρίση ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του αρχικού (προ της διορθώσεώς του) πίνακα κατατάξεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα, μετά την ακύρωση με δικαστική απόφαση του δεύτερου διορθωμένου πίνακα, αφού με την ακύρωση αυτού αναβίωσε, σύμφωνα και με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, η ισχύς του αρχικού (διορθωθέντος) και για να αρχίσει εκ νέου η προθεσμία του άρθρου 979 παρ. 2 έπρεπε να γίνει νέα επίδοση προσκλήσεως του υπαλλήλου του πλειστηριασμού στους ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση, έστω και αν αυτοί είχαν λάβει γνώση του περιεχομένου του πίνακα με την αρχική γνωστοποίηση.

Επομένως, αφού τέτοια νέα γνωστοποίηση δεν έγινε, δεν άρχισε η προθεσμία των δώδεκα ημερών και γι' αυτό παραδεκτά ασκήθηκε η ένδικη ανακοπή πριν από κάθε γνωστοποίηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση δικαιολόγησε το εμπρόθεσμο της ανακοπής κάνοντας δεκτό το αίτημα της ανακόπτουσας, που είχε σωρεύσει στην ανακοπή, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 152 επ.

ΚΠολΔ), θεωρώντας εσφαλμένα ότι η αρχική προθεσμία είχε παρέλθει και (η ανακόπτουσα) δεν μπόρεσε να την τηρήσει εξ αιτίας ανώτερης βίας συνιστάμενης στο ότι όσο δεν είχε ακυρωθεί δικαστικά ο δεύτερος -διορθωμένος- πίνακας κατάταξης εμποδιζόταν να ασκήσει ανακοπή κατά του αρχικού πίνακα. Παρά, όμως, την εσφαλμένη νομική αιτιολογία της, το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι ορθό και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δηλαδή δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο τα αντίθετα διαλαμβάνων μοναδικός λόγος της αιτήσεως, όπως εκτιμάται, πρέπει, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με άρθρο 28 ν. 2579/1998, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση του ν.π.δ.δ. "Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) για αναίρεση της υπ' αριθ. 450/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ