1129/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1129/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσείοντες, αντιθέτως, με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσας συζήτησης, διά της κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξουσίας Δικηγόρου τους Α. Σ. πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, δήλωσαν ότι παραιτούνται από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης, που έχει ασκηθεί κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς τους τρεις (3) πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1129 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1129/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Π. του Δ., 2) Γ. συζ. Ν. Π., το γένος Ι. Δ., 3) Ε. Π. του Ν., κατοίκων ..., 4) α. Ε. Τ. θυγ. Δ. Π., κατοίκου ... και β. Ν. Π. του Δ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου Δ. Π. του Ν., 5) Ι. Δ. του Δ. και 6) Κ. συζ. Ι. Δ., το γένος Γ. Σ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3η, 4β, 5ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Σαράντου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο υπό στοιχ. 1 Ν. Π. του Δ., είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο με τον υπό στοιχ. 4β, ενώ η υπό στοιχ. 4α δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Ν. Π. του Δ., 2) Γ. συζ. Ν. Π., το γένος Ι. Δ., 3) Ε. Π. του Ν., κατοίκων ..., 4) Ι. Δ. του Δ. και 5) Κ. συζ. Ι. Δ., το γένος Γ. Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντωνία Σαράντου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι αναιρεσείοντες - καλούντες παραιτούνται από το δικόγραφο της από 31-7-2014 αιτήσεώς τους για αναίρεση της 1519/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους 1ο, 2ο και 3ο των αναιρεσιβλήτων. Του αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1) Θ. Β. του Φ., 2) Φ. Β. του Θ., 3) Α. Η. του Ε., κατοίκων ... και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης, 3ης, 5ου και 6ης των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Π. του Ν., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 28-4-2010 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα (εξ αναγωγής) αγωγή της ήδη 4ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1052/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1519/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2014 αίτησή τους, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 16-1-2015, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 2-3-2017 κλήση των καλούντων - αναιρεσειόντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες - καλούντες και η 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 7-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων - καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 2.3.2017 κλήση των πέντε (5) αναιρεσειόντων, εκτός της τέταρτης εξ αυτών Ε. Τ., επαναφέρεται προς συζήτηση η από 31.7.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....7.2014) αίτηση αναίρεσης της 1519/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης μετά την ματαίωση της συζήτησης αυτής, κατά την αρχική δικάσιμο της 16.1.2015. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από Πληρεξούσιο Δικηγόρο η τέταρτη αναιρεσείουσα Ε. Τ., ως προς την οποία οι λοιποί αναιρεσείοντες-καλούντες δεν προσκομίζουν με επίκληση ακριβές αντίγραφο της από 2.3.2017 κλήσης των ως άνω πέντε (5) αναιρεσειόντων (εκτός της προαναφερόμενης Ε. Τ.) με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση να παραστεί σ' αυτή. Επομένως, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς την απολειπόμενη τέταρτη αναιρεσείουσα Ε. Τ., θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 § 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης που έχει ασκηθεί κατ' άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ, ολική ή μερική (και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους), μπορεί να γίνει, χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο, είτε από τον κατ' άρθρ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, ο οποίος μάλιστα δεν απαιτείται να έχει ειδική προς τούτο (για την παραίτηση από το δικόγραφο) πληρεξουσιότητα (αφού αυτή κατ' άρθρ. 98 ΚΠολΔ απαιτείται για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα), αρκούσης και της γενικής (άρθρ. 94 § 1, 96 § 1 ΚΠολΔ).
Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης, η παραίτηση δε που γίνεται κατά την συζήτηση με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά είναι έγκυρη, έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει, ούτε κλητεύθηκε να παραστεί στην συζήτηση, μη δημιουργουμένου στην τελευταία περίπτωση απαραδέκτου της συζήτησης κατ' άρθρ. 576 § 3 ΚΠολΔ λόγω μη κλήτευσής του (ΑΠ 1581/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της παρούσας απόφασης προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την οικεία σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκαν ούτε παραστάθηκαν με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ οι τρεις (3) πρώτοι των αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους ο αναιρεσείοντες, εκτός της τέταρτης εξ αυτών, δεν προσκομίζουν ούτε επικαλούνται σχετικές εκθέσεις επιδόσεως της κρινόμενης αίτησης με την περιεχόμενη σ' αυτή κλήση προς εμφάνιση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο.
Οι αναιρεσείοντες, αντιθέτως, με δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της παρούσας συζήτησης, διά της κατ' άρθρο 96 ΚΠολΔ πληρεξουσίας Δικηγόρου τους Α. Σ. πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, δήλωσαν ότι παραιτούνται από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της αναίρεσης, που έχει ασκηθεί κατ' άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ ως προς τους τρεις (3) πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Η δήλωση αυτή έχει το προβλεπόμενο από το άρθρο 295 ΚΠολΔ αποτέλεσμα και η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς αυτούς και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκτασή της, οπότε το Δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Στην περίπτωση αυτή, η μεν κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.
Εξάλλου η έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004), ενώ ο από τον αριθμ. 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη αποφασιστική επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ στο διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 31.3.2009 και περί ώρα 12:00 ο πρώτος εναγόμενος Θ. Β., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του δεύτερου και τρίτου των εναγομένων, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αιτίας σωματικών βλαβών και υλικών ζημιών σε πράγματα στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." εκινείτο επί της Εθνικής Οδού Άργους - Ναυπλίου - Θ.
Επιδαύρου με κατεύθυνση από Ναύπλιο προς …. Στο … χιλιόμετρο της εν λόγω οδού, όπου η διπλή συνεχής διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού γίνεται προσωρινά διακεκομμένη, επιχείρησε με ελιγμό προς τα αριστερά να εισέλθει στη Δημοτική οδό με κατεύθυνση προς το πεδίο βολής ΚΕΜΧ Ναυπλίου, που συμβάλλει στην ως άνω οδό.
Την ίδια ώρα ο Δ. Π., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη, μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα και κινούμενος επί της ίδιας Εθνικής Οδού με αντίθετη κατεύθυνση ήτοι προς Ναύπλιο επέπεσε με μεγάλη σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας που οδηγούσε επί του εμπροσθίου και εμπροσθίου δεξιού μέρους (καπώ, προφυλακτήρα, δεξιό φανάρι, δεξιό φλας, δεξιό τροχό, παρμπρίζ, ουρανό) του αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, με αποτέλεσμα να σπάσει ο μπροστινός τροχός της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να κοπεί στη μέση, και η μεν μηχανή έπεσε επί του οδοστρώματος έμπροσθεν και δεξιά του αυτοκινήτου, ενώ το σώμα του αναβάτη, αφού προσέκρουσε στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου εκσφενδονίστηκε σε απόσταση 17,17 μέτρων από τη δίκυκλη μοτοσικλέτα, σε συρμάτινη περίφραξη, παρακείμενη της οδού.
Στο σημείο του ατυχήματος η ως άνω οδός Άργους - Ναυπλίου - … είναι διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7.40 μέτρων και πλάτος ερείσματος 0,40 μέτρων, έχει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα, με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, η οποία γινόταν διπλή διακεκομμένη, στο σημείο εκείνο και με αλληλουχία στροφών, το οδόστρωμα αποτελείτο από πεπατημένη άσφαλτο και κατά το ένδικο ατύχημα ήταν ξηρό, ήταν ημέρα, οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές (ημέρα ηλιοφάνεια), η ορατότητα δεν περιορίζετο, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μεγάλη και στο ρεύμα κυκλοφορίας της δίκυκλης μοτοσικλέτας είχε γίνει επίστρωση του ασφαλτοτάπητα με στρώμα ασφάλτου για την αποκατάσταση του οδοστρώματος, το δε ανώτατο όριο ταχύτητας για αμφότερα τα οχήματα ήταν 90 χλμ/ώρα.
Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Πιο συγκεκριμένα δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, προτιθέμενος δε με ελιγμό προς τα αριστερά να εισέλθει στη Δημοτική οδό προς το πεδίο βολής ΚΕΜΧ Ναυπλίου, που συμβάλει στην ως άνω Εθνική οδό, δεν βεβαιώθηκε ότι είχε τη δυνατότητα να προβεί στην ενέργεια αυτή με ασφάλεια των λοιπών χρησιμοποιούντων την οδό και δεν αντελήφθη την δίκυκλη μοτοσικλέτα, που εκινείτο επί της Εθνικής οδού με κατεύθυνση προς Ναύπλιο, με αποτέλεσμα να καταλάβει το οδόστρωμα το προοριζόμενο για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα και να παρεμβληθεί στη πορεία αυτής, κατά παράβαση των άρθρων 12, 16 και 23 του ν. 2696/1999.
Συνυπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και συνακόλουθα του θανάσιμου τραυματισμού του, κατά ποσοστό 40%, υπήρξε και ο οδηγός της ως άνω μοτοσικλέτας Δ. Π., ηλικίας, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, 23 ετών, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια την οποία θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός μοτοσικλέτας κάτω από παρόμοιες συνθήκες.
Πιο συγκεκριμένα δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση του οδηγού του αυτοκινήτου, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα της μεγάλης κυβισμού μοτοσικλέτας που οδηγούσε, λαμβάνοντας υπόψη την αλληλουχία στροφών της οδού, όπου εκινείτο, ώστε να έχει την δυνατότητα να ασκεί έλεγχο και εποπτεία επ' αυτής και να προβεί στους αναγκαίους χειρισμούς προς αποφυγή οιουδήποτε κινδύνου δυναμένου να προβλεφθεί, κατά παράβαση των άρθρων 12, 16 και 19 παρ. 1 του ν. 2696/1999, δεδομένου ότι η κίνηση του οδηγού του αυτοκινήτου προτιθέμενου να εισέλθει στην ως άνω Δημοτική οδό, με ελιγμό προς τα αριστερά, και μάλιστα σε σημείο που υπήρχε διακεκομμένη διαχωριστική των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας της οδού γραμμών είναι κίνδυνος δυνάμενος να προβλεφθεί, με αποτέλεσμα να μην δυνηθεί να μειώσει την ένταση της σύγκρουσης των δύο οχημάτων και τις εξ αυτής συνέπειες.
Μάλιστα εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, τουλάχιστον 120 χλμ/ώρα, ενόψει της σφοδρότητας της σύγκρουσης, της έκτασης των προκληθεισών στα δύο συγκρουσθέντα οχήματα βλαβών και του σημείου όπου εκτινάχθηκε το σώμα του μετά τη σύγκρουση, οδηγώντας την ως άνω μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα, και μάλιστα στερούμενος αδείας ικανότητας οδήγησης, κατά παράβαση του άρθρου 94 του ν. 2696/1999...".
Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσία τις αντεφέσεις των αναιρεσειόντων, δέχθηκε κατ' ουσία τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ότι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ατυχήματος και του θανάτου του υιού των αναιρεσειόντων υπήρξαν κατά ποσοστό 80% ο πρώτος αναιρεσίβληττος - οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και κατά ποσοστό 20% ο ίδιος ο θανών, οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και δεχόμενο ότι υπήρξε υπαιτιότητα κατά ποσοστό 60% του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου πρώτου αναιρεσιβλήτου και κατά ποσοστό 40% του ίδιου του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας δέχθηκε εν μέρει την από 12-11-2009 αγωγή και απέρριψε την από 28-4-2010 παρεμπίπτουσα αγωγή, κατά παραδοχή της νομίμως υποβληθείσας ένστασης κατά το άρθρο 300 ΑΚ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 ΑΚ, καθόσον από τις παραδοχές του προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά και αντιφάσεις το πραγματικό των ίδιων ως άνω εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες για να αιτιολογηθεί η συνυπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων.
Ειδικότερα δεν αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα και συγκεκριμένα: α) δεν περιγράφεται η ακριβής θέση της οδού, όπου εκινούντο πριν το ατύχημα το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών και η με αριθμό κυκλοφορίας ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο θανατωθείς Δ. Π., συγγενής των αναιρεσειόντων, αν δηλαδή καθένα εξ αυτών εκινείτο στο άκρο δεξιό της οδού, στο κέντρο αυτής ή στο άκρο αριστερό και αν από τη θέση αυτή μπορούσε έκαστο εξ αυτών να αντιληφθεί το αντιθέτως κινούμενο όχημα και σε καταφατική περίπτωση από ποιά απόσταση, β) δεν εξειδικεύεται το ακριβές σημείο της οδού, όπου επήλθε η σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων, γ) δεν προσδιορίζεται η ακριβής θέση και η απόσταση από το κέντρο της οδού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου πριν και μετά το ατύχημα, αλλά και η ταχύτητα με την οποία εκινείτο το εν λόγω όχημα πριν το ατύχημα και δ) δεν διασαφηνίζεται η αόριστη παραδοχή της προσβαλλόμενης, κατά την οποία ο θανών οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας όφειλε να προβλέψει την κίνηση, προτιθέμενου του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου να εισέλθει στην Δημοτική οδό με ελιγμό προς τα αριστερά, ο τρόπος κατά τον οποίο όφειλε ο θανών οδηγός να προβλέψει τον εν λόγω αριστερό ελιγμό του ΙΧΕ αυτοκινήτου, χωρίς να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχη αιτιολογία ως προς την αντίστοιχη υποχρέωση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου πριν τον εν λόγω αριστερό ελιγμό, να σταματήσει το όχημά του προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των αντίθετα κινουμένων οχημάτων.
Επομένως ο δεύτερος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ αντίθετα οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 και 330 ΑΚ και 12 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 23 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που εφαρμόσθηκαν στην προκειμένη υπόθεση, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τον αιτιώδη σύνδεσμο της ταχύτητας των 120 χιλ./ώρα που εκινείτο η εν λόγω δίκυκλη μοτοσικλέτα του θανόντος οδηγού της, με το θανατηφόρο αποτέλεσμα, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
Κατ' ακολουθία του ανωτέρω θα πρέπει η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα Ε. Τ., να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η αίτηση αναίρεσης ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων και στην συνέχεια η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά την κύρια αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες (πλην της τέταρτης) και της 4ης αναιρεσίβλητης. Ακολούθως θα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί η τέταρτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν και προτάσεις, εκτός της τέταρτης εξ αυτών, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Θεωρεί ως μη ασκηθείσα την από 31.7.2014 (και με αριθμό κατάθ. ....7.2014) αίτηση αναίρεσης της 1519/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 31.7.2014 αίτησης αναίρεσης της 1519/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την τέταρτη αναιρεσείουσα Ε. Τ..
Αναιρεί την 1519/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, καθόσον αφορά την από 12.11.2009 κύρια αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες, πλην της τέταρτης (Ε. Τ.), και της τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω μέρος για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει την τέταρτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειόντων, πλην της τετάρτης εξ αυτών, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ