1129/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή του ήδη αρχικού αναιρεσίβλητου, Δ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-6-2008 αίτησή του καθώς και με τους από 18-9-2009 πρόσθετους λόγους του, με αριθμό κατ. 172/23-9-2009 και 177/25-9-2009.
Legislator headnote
AI generated1129/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη δικάσιμο της 18-10-2012 είχε επέλθει ο θάνατος του αναιρεσίβλητου Δ. Μ. του Π. από τη; 3-1-2012 και ματαιώθηκε η περαιτέρω συζήτηση. Στη συνέχεια με την από 15-3-2013 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προς τους κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσίβλητου Δ. Μ.: 1) Α. Μ. του Π. (σύζυγο του θανόντος), 2) Ε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1129 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1129/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Βασίλειο Κυριαζόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Μ., 2. Χ. Μ., 3. Π. Μ., 4. Μ. Μ. ,ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Δ. Μ. του Π., και της μεταποβιωσάσης συζύγου του Α. Μ. και μητέρας τους, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2003 αγωγή του ήδη αρχικού αναιρεσίβλητου, Δ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 456/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 251/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-6-2008 αίτησή του καθώς και με τους από 18-9-2009 πρόσθετους λόγους του, με αριθμό κατ. 172/23-9-2009 και 177/25-9-2009.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 22-9-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από 4-6-2008 αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη ως απαράδεκτου του από 18-9-2009 και με αρ. κατάθ. 177/25-9-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων και την παραδοχή του από το 18-9-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων με αριθμό κατ. 172/23-9-2009 και την αναίρεση της υπ' αριθ. 252/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τ' ακόλουθα για την εξέλιξη της διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Με την από 4-6-2008 αίτησή του το Ελληνικό Δημόσιο στρεφόμενο κατά του Δ. Μ. του Π. ζήτησε την αναίρεση της υπ' αριθ. 251/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών, της οποίας αρχικά ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 1-10-2010.
Ενόψει της συζητήσεως εκείνης, το αναιρεσείον άσκησε κατά του ίδιου αναιρεσίβλητου τα από 18-9-2009 δύο δικόγραφα προσθέτων λόγων που κατατέθηκαν με αριθ. 172/23-9-2009 και 177/25.9.2009, από αυτά δε το δεύτερο με αριθμ. καταθ. 177/2009 κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο Δ. Μ. στις 18-12-2009 για να τηρηθεί η τριακονθήμερη προθεσμία του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ πριν από την ημέρα της αρχικής συζήτησης της αναίρεσης κατά την 1-10-2010 (βλ.
την υπ' αρ. 9453/18-12-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πατρών ...). Αντίθετα, ότι προκύπτει από τη δικογραφία η εμπρόθεσμη επίδοση του πρώτου δικογράφου με αριθ. 172/23-9-2009 του οποίου και οι διατυπούμενοι δι' αυτού πρόσθετοι λόγοι αξιολογούνται ως απαράδεκτοι. Κατά την αρχική προσδιορισμένη δικάσιμο της 1-10-2010 η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για τη δικάσιμο της 1-11-2011, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 18-10-2012 λόγω αποχής των δικηγόρων.
Κατά τη δικάσιμο της 18-10-2012 είχε επέλθει ο θάνατος του αναιρεσίβλητου Δ. Μ. του Π. από τη; 3-1-2012 και ματαιώθηκε η περαιτέρω συζήτηση. Στη συνέχεια με την από 15-3-2013 κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προς τους κληρονόμους του αποβιώσαντος αρχικού αναιρεσίβλητου Δ. Μ.: 1) Α. Μ. του Π. (σύζυγο του θανόντος), 2) Ε.
Μ., 3) Χ. Μ., 4) Π. Μ. και 5) Μ. Μ., (τέκνα του αποβιώσαντος), επισπεύσθηκε η συνέχιση της βιαίας διακοπείσης δίκης κατά τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 291 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία για τη δικάσιμο της 18-10-2013. Κεκυρωμένο αντίγραφο της πιο πάνω κλήση και της πράξης για τον ορισμό δικασίμου της 18-10-2013 με κλήση για εμφάνιση και συζήτηση της υπόθεσης μαζί με κεκυρωμένα αντίγραφα της ένδικης αίτησης αναίρεσης επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους πιο πάνω κληρονόμους του αρχικού αναιρεσίβλητου, δηλαδή τα τέκνα του Ε., Χ., Π.
και Μ. Μ. (βλ τις υπ' αριθ. 9987, 9985, 9986, 9988, 9991, 9992, 9990 και 9989/5-8-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών ...). Στη συνέχεια, κατά τη δικάσιμο της 18-10-2013, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθ 120/2013 πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, παρέστη το Ελληνικό Δημόσιο νόμιμα εκπροσωπούμενο, ενώ δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν, καίτοι νομίμως είχαν κληθεί κατά τα προαναφερθέντα τα τέσσερα τέκνα του αρχικού αναιρεσίβλητου που συνεχίζουν τη δίκη για λογαριασμό του Δ.
Μ. δηλαδή η Ε. Μ., η Χ. Μ., ο Π. Μ. και ο Μ. Μ.. Κατά την ίδια εκείνη συνεδρίαση της 18-10-2013 μετά την εκφώνηση της υπόθεσης εμφανίσθηκε ο δικηγόρος Δημήτριος Φαρμακίδης ως πληρεξούσιος της χήρας του θανόντος αρχικού αναιρεσιβλήτου Δ. Μ., Α. Μ. και αφού γνωστοποίησε το θάνατό της την 31-3-2013 και την επελθούσα βίαιη διακοπή της δίκης δήλωσε την επανάληψη αυτής, στη συνέχεια δε ύστερα από αίτημα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21-3-2014, στο πινάκιο της οποίας μεταφέρθηκε και εγράφηκε.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου κατά την εν λόγω μετ' αναβολή δικάσιμο της 21-3-2014 δεν παρέστησαν οι συνεχίζοντες τη δίκη για λογαριασμού του αρχικού αναιρεσίβλητου πατέρα τους Δ. Μ. και της εν συνεχεία θανούσης χήρας εκείνου και μητέρας τους Α.
Μ., καίτοι είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο της 18-10-2013, κατά την οποία δεν παρέστησαν και η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, στο πινάκιο της οποίας μεταφέρθηκε και εγγράφηκε. Εν όψει όλων αυτών, και εφόσον κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
γ' και δ' του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα η αναγραφή της υπόθεσης μετ' αναβολή στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει οι συνεχίζοντες τη δίκη Ε., Χ., Π. και Μ. Μ. με την ιδιότητα του αναιρεσίβλητου να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες.
Ι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες γιο την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωση της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).
Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.
Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτηση του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".
Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει α) Των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.
Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (Α.Π. 1056/2008) στις οποίες δεν ισχύει η προαναφερθείσα ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών για την αντίστοιχη αγωγή, η οποία εκδικάζεται από το αρμόδιο καθ'ύλην δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 456/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία αγωγή του αναιρεσίβλητου για επιδίκαση αποζημίωσης, για τα τμήματα της ιδιοκτησίας του που δεν αποζημιώθηκε επειδή θεωρήθηκε ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, καθώς και για τη διαφορά μεταξύ της προσωρινής και της οριστικής αποζημίωσης, και είχε δεχθεί αυτή ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη.
Ειδικότερα, ο αναιρεσίβλητος με την από 10.11.2003 αγωγή του ισχυρίστηκε ότι με την υπ' αριθμ. 1149641/9011/0010/23.12.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που δημοσιεύτηκε νόμιμα (ΦΕΚ 10/14.1.1994,τ.Δ') απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της ευρείας παρακάμψεως Πατρών με την κατασκευή του τμήματος Κ1-Κ4 (Χάραδρος -Διακονιάρης) χ.θ. 1+668,83 έως χ.θ, 7+037,39 έκταση συνολικού εμβαδού 494.585 τ.μ.
που βρίσκεται στο Νομό Αχαΐας, όπως απεικονίζεται στον από μηνός Ιουλίου 1993 και με αριθμό ΤΙ κτηματολογικό πίνακα και στο αντίστοιχο Σ1 κτηματολογικό διάγραμμα της Διευθύνσεως Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και στην από 15.9.1994 έκθεση κτηματογραφήσεως που έχει συντάξει ο μηχανικός Γ. Π.. Ότι με την υπ' αριθμ. 689/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και με την υπ' αριθμ. 891/1999 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα ίδια ακίνητα, ενώ με την υπ' αριθμ. 225/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωρίστηκε αυτός δικαιούχος της αποζημιώσεως αυτής.
Ότι αυτός δεν έλαβε αποζημίωση: 1) από το απαλλοτριούμενο ακίνητο του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 118 εμβαδού 2.529 τ.μ.: α) για την έκταση των 2.175 τ.μ. λόγω αυτοαποζημιώσεώς του και β) για την έκταση των 309 τ.μ. λόγω υποχρεώσεως του προς τους παροδίους, 2) από το απαλλοτριούμενο ακίνητό του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 122 εμβαδού 1.340 τ.μ.:
α) για την έκταση των 650 τ.μ. λόγω αυτοαποζημιώσεώς του και β) για την έκταση των 100 τ.μ. λόγω υποχρεώσεώς του προς τους παροδίους και 3) από το απαλλοτριούμενο ακίνητό του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 124 εμβαδού 1.835 τ.μ. για την έκταση των 1.200 τ.μ. Ότι αυτός δεν ωφελήθηκε από τη διάνοιξη της παραπάνω οδού, αλλά ζημιώθηκε, διότι μειώθηκε η αξία των εκτάσεων που του απέμειναν, αφού τα τμήματα αυτά των ακινήτων του κατέστησαν πλέον μη οικοδομήσιμα.
Ότι με την υπ' αριθμ. 891/1999 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων του με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα 118 και 122 σε 10.000 δρχ. το τ.μ. ή 29,35 ευρώ το τ.μ. και του ακινήτου του με αριθμό κτηματολογικού πίνακα 124 σε 16.000 δρχ. το τ.μ. ή 46,96 ευρώ το τ.μ. και λήφθηκε ως κρίσιμος χρόνος καθορισμού της αξίας των ακινήτων αυτών η 1Οη.1.1995, ενώ από τότε μέχρι σήμερα η αξία του τ.μ.
των παραπάνω ακινήτων του ανέρχεται σε 40.890 δρχ. το τ.μ. ή 120 ευρώ το τ.μ. Γι' αυτό ζήτησε αυτός να αναγνωριστεί ότι ουδεμία ωφέλεια προσέδωσε στα παραπάνω ακίνητα του η εν λόγω απαλλοτρίωση και ότι δεν ισχύει το τεκμήριο της ωφελείας για την έκταση των 4.434 τ.μ. για την οποία δεν αποζημιώθηκε, να καθοριστεί ως οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για τα παραπάνω ακίνητα το ποσό των 120 ευρώ το τ.μ.
και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 532.080 ευρώ, δηλαδή 4.434 τ.μ. χ 120 ευρώ το τ.μ., άλλως το ποσό των 151.269,90 ευρώ με βάση την παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου αυτού περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε απορρίπτοντας αντίστοιχο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ότι η αγωγή κατά το παραπάνω ιστορικό και αίτημά της επειδή αφορά αποζημίωση που είχε συντελεσθεί μέχρι την ισχύ του άρθρου 33 του ν.2971/2001 υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών Δικαστηρίων και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, χωρίς να υπόκειται η άσκησή της στη δίμηνη ανατρεπτική προθεσμία του άρθρου 33 παρ.3 του ν.2971/2001.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του ν.2971/2001 και δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου. Επομένως ο μοναδικός λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος.
ΙΙ. Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και το ύψος της που καθορίστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα ακόλουθα: "Τα δικαστικά έξοδα ορθά επιβλήθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε βάρος του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τα άρθρα 176, 189 και 191 παρ.1 του ΚΠολΔ και 17 παρ.4 του Ν.Δ. 797/1971, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 1 του Ν.Δ. 446/1974 και 9 παρ.5 του Ν. 1093/1980 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ.1α, 103, 107 παρ.1, 110 παρ.3, 111 και 114 παρ.5 του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν εφαρμόστηκε το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 134423/8.12.1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, αφού η παρούσα υπόθεση αφορά καταβολή αποζημιώσεως από αναγκαστική απαλλοτρίωση (ΟλΑΠ 17/2000 ΕλλΔνη 42,958), ούτε μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 179 του ΚΠολΔ περί συμψηφισμού των δικαστικών εξόδων λόγω εύλογης αμφιβολίας των διαδίκων για την έκβαση της δίκης όπως ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έκτος λόγος της εφέσεως, με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα το καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος ποσού 4.600 ευρώ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.4 εδ. γ' του ν.2882/2001, που ορίζει ότι στις απαλλοτριώσεις δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν.3693/1957, και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, γιατί η διάταξη του άρθρου 18 παρ.4 εδ. γ' του ν.2882/2001 αναφέρεται μόνο στις δίκες για τον προσωρινό και τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης, και όχι στις δίκες που διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία του ΚΠολΔ, έστω και αν αυτές έχουν ως αντικείμενο της εκ της απαλλοτρίωσης αποζημίωση όπως στην προκειμένη περίπτωση (Α.Π. 1056/2008 και 821/2007).
Επομένως τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το μοναδικό λόγο του με αριθ. καταθέσεως 177/25-9-2009 από 18-9-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα και πρέπει η προσβαλλόμενη με αριθ. 251/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών να αναιρεθεί κατά το μέρος της εκείνο με το οποίο απορρίφθηκε ο έκτος λόγος της από 11-10-2006 έφεσης του αναιρεσείοντος και τότε εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 456/2006 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ειδικά δε κατά το μέρος της εκείνο που η τελευταία αυτή απόφαση καταδίκασε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του τότε εναγομένου Δ.
Μ. ποσού 4.600 € αντί εκείνου των 300 €. Στη συνέχεια, και ενόψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στα δικαστικά έξοδα της πρωτοβάθμιας δίκης και κατά δικονομική αναγκαιότητα και εκείνου περί δικαστικών εξόδων της ιδίας (αναιρούμενης) εδικαιολογείτο να διακρατηθεί και δικασθεί κατά τούτο η υπόθεση (ΚΠολΔ 580&3).
Πλην όμως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν κατέθεσε ως εκκαλούν προτάσεις κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου διαδικασία με άμεση δικονομική συνέπεια να αποκλείεται η εξέταση της εφέσεώς του κατά το αναιρούμενο μέρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πρέπει, επομένως, να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών προς περαιτέρω εκδίκασής της, με ολικό συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων της παρούσης αναιρετικής δίκης λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων (άρθρο 22&2 περ.
β' ν. 3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 251/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στα δικαστικά έξοδα του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ κατά τούτο την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Πατρών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων κατά την παρούσα αναιρετική δίκη.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ