1129/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3566/9-9-1998 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την 3931/29-9-1998 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1637/2000 μη οριστική και 1067/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση και των δύο αυτών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-4-2004 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1129/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕυρΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/612/700 της 15.11.1996). Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το αρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου.
Full text
Απόφαση 1129 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1129/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεόδωρου Χουλιάρα, ο οποίος παραστάθηκε αφού ανακάλεσε την από 21-3-2012 δήλωσή του και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του ΝΣΚ Ευάγγελο Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3566/9-9-1998 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου και την 3931/29-9-1998 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1637/2000 μη οριστική και 1067/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση και των δύο αυτών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-4-2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Πετροπούλου ανέγνωσε την από 9-5-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και του δεύτερου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και για την περίπτωση απορρίψεως του τελευταίου αυτού λόγου από τον αριθμό αυτό (9 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) την παραδοχή του λόγου αυτού από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου και την απόρριψη την απόρριψη των λοιπών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με διατάξεις του άρθ.1 του ν.653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ", οι οποίες κατά το άρθρ. 62§9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρ. 14§1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρ. 6§14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιόκτηται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρ. 14§1 του ν. 1349/1983 και 6§14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπανάς απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων υπό των οδών ν τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1) ...
Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ.3) ... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ.4) ...".
Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.
Παράλληλα κρίθηκε ότι η καθιέρωση του ίδιου τεκμηρίου ως αμάχητου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρ. 17§2 εδ.α του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη αναγκαστικά απαλλοτριούμενου ακινήτου προκειμένου αυτός να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, αφού με βάση το εν λόγω τεκμήριο προσδιορίζονται οι υπόχρεοι μόνο προς αποζημίωση για τη διάνοιξη εθνικής οδού, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται το δικαίωμα αποζημίωσης όσων οι ιδιοκτησίες αναγκαστικά απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη της.
Κατ' επέκταση η συνταγματικότητα του τεκμηρίου δεν αναιρείται από τη συνδρομή στο ίδιο πρόσωπο δικαιώματος αποζημίωσης και συγχρόνως υποχρέωσης προς αποζημίωση με συνέπεια τον αμοιβαίο συμψηφισμό τους (Ολ.ΑΠ 14/1991). Υπό την έννοια αυτή ναι μεν η αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμφανίζεται τυπικά να είναι πλήρης, όμως αυτοτελώς η υποχρέωση αποζημίωσης για τη διάνοιξη εθνικής οδού, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο με δικαίωμα αποζημίωσης, συνιστά για τον υπόχρεο προσβολή της περιουσίας του, όταν το τεκμήριο ωφέλειας της παρ. 3 του αρθρ. 1 ν.653/1977, στο οποίο βασίζεται, χαρακτηρίζεται ως αμάχητο, αφού τότε ανατρέπεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της επιβάρυνσης του παρόδιου ιδιοκτήτη και του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος, αν συμβεί η ωφέλεια του να είναι ανύπαρκτη ή σημαντικά μικρότερη από το μέγεθος της υποχρέωσής του προς αποζημίωση.
Συνεπώς, εφόσον η ύπαρξη ωφέλειας από τη διάνοιξη εθνικής οδού δεν είναι δεδομένη για τους παρόδιους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ και το μέγεθος της μπορεί να ποικίλει κατά περίπτωση, δεν επιτρέπεται να προσδιορίζεται κατά τρόπο αμάχητο με διάταξη γενικής εφαρμογής. Μια τέτοια διάταξη, η οποία εμποδίζει τον υπόχρεο να αποδείξει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έλλειψη ωφέλειας του ή το πραγματικό μέγεθός της από τη διάνοιξη εθνικής οδού, συνιστά υπερβολική (δυσανάλογη) γι' αυτόν επιβάρυνση και προσκρούει έτσι στη διάταξη του αρθρ.1 εδ.α του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που προστατεύει την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοια της, ορίζοντας η διάταξη αυτή ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του (πρβλ.
ΕυρΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/612/700 της 15.11.1996). Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το αρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου.
Παρέπεται ως εκ τούτου ότι το ως άνω τεκμήριο ωφέλειας μόνον ως μαχητό μπορεί να ισχύει, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειας του από τη διάνοιξη εθνικής οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ.1 του αρθρ.1 ν. 653/1977 είτε συμψηφιστικά κατά την παρ.4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί αντίστοιχα και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.
Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό και από τη διάταξη του αρθρ. 33§1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (Ολ.ΑΠ 11/2011, Ολ.ΑΠ 6/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αρ. 3931/1998 αίτηση ο αναιρεσείων εκθέτει ότι δυνάμει της υπ' αρ. 1100783/6218ΠΕ/0010/16.3.1995 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 196/4.4.1995 Τ.Δ. απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφελείας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της Εγνατίας οδού στο τμήμα Δερβένι-Νυμφόπετρα, τμήμα του υπ' αρ. 1365 κληροτεμαχίου εκτάσεως 5505 τμ, το οποίο βρίσκεται στη θέση Ντομού Μουρνάρι της κτηματικής περιφέρειας Λαγκαδά.
Ότι με την ως άνω απόφαση υποχρεώνεται σε αυταποζημίωση για έκταση 544 τμ και η διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 653/1977 με την οποία ορίζεται ότι θεωρούνται ωφελούμενα παρόδια όσα ακίνητα αποκτούν πρόσοψη σε νεοανοιγώμενη οδό και οφείλουν να συνεισφέρουν στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως αντίκειται στο άρθρο 17 του Συντάγματος, αλλά και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης καθώς και το πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο αυτής.
Ζήτησε δε, εκτός άλλων α)να προσδιορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν έδαφος και β) να αναγνωρισθεί ότι παρανόμως, αυτή συμψηφίζεται κατ' άρθρο 1 παρ.4 του ν. 653/1977 εφ' όσον δεν ωφελείται αλλά βλάπτεται από την απαλλοτρίωση μέρους της ιδιοκτησίας του. Το Εφετείο με την υπ' αρ. 1637/2000 εν μέρει οριστική απόφαση απέρριψε το υπό στοιχείο β' αίτημα αυτής με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχει λειτουργική αρμοδιότητα για την έρευνά του αφού αυτή στην προκειμένη δίκη περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό της τιμής μονάδος, η δε διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977 δεν αντίκειται στις προπαρατεθείσες διατάξεις.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 και παρά το νόμο απέρριψε στη συνέχεια ως μη νόμιμη την αίτηση κατά το προαναφερθέν αίτημα και πρέπει συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να γίνει δεκτός.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν.δ. 797/1971 που ορίζει ότι "υπολογίζεται όμως η ανατίμηση του απαλλοτριούμενου που επήλθε μετά τη δημοσίευση της απόφασης απαλλοτρίωσης και μέχρι της πρώτης συζητήσεως στο ακροατήριο της αιτήσεως προσδιορισμού της αποζημίωσης από λόγους άσχετους με τη γενόμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση ή την εξαγγελία αυτής ή τις ενέργειες του ιδιοκτήτη επί του απαλλοτριούμενου" σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία με την ίδια απόφαση παρέχεται ιδιαίτερη αποζημίωση σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τμήματος ακινήτου λόγω της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο για τη χρήση για την οποία τούτο προορίζεται, συνάγεται ότι η αποζημίωση για το τμήμα που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης συνδέεται μόνο προς την απομειωτική επί της αξίας επιρροή που ασκεί η απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους από το απομένον τμήμα και σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζεται από το είδος του έργου στο οποίο απέβλεπε η απαλλοτρίωση.
Αντίθετη εκδοχή δεν είναι σύμφωνη με τη σαφή διατύπωση των πιο πάνω διατάξεων και οδηγεί στο άτοπο, ενώ υφίστανται μείωση της αξίας τους λόγω της κατασκευής του έργου όλα τα γειτονικά ακίνητα, να αποζημιώνεται εκ του λόγου αυτού μόνο το εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, άφησε αδίκαστο το αίτημα της από 29.9.1998 αιτήσεως του αναιρεσείοντος για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του απαλλοτριούμενου ακινήτου του υπ' αριθμό ΚΠ 312 επιφανείας 746 τμ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει κατά το ως άνω μέρος να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, καθ' όσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση παραδεκτώς (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) των αναιρεσιβαλλόμενων αποφάσεων ουδέν διαλαμβάνουν περί της παραδοχής ή μη του ως ανωτέρω αιτήματος του αναιρεσείοντος αναφορικά με το υπ' αριθμό ΚΠ 312 απαλλοτριούμενο ακίνητό του και απορριφθεί εντεύθεν ως απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, ο λόγος αυτός κατά το έτερο αυτού μέρος με τον οποίο αποδίδεται σ' αυτές η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το αίτημα αυτό απορρίφθηκε χωρίς αιτιολογία.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικώς με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται χωριστή αξιολόγηση του καθενός. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός όμως απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο λόγος αναιρέσεως ή προκειμένου περί εγγράφων, όταν έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται ειδική μνεία ή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη διαβεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε και μόνον είναι κατ' ουσίαν βάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με την αξία του φυτωρίου, δεν έλαβε υπόψη την από 17.9.1999 έκθεση του γεωπόνου της Δ/νσεως Αγροτικής Ανάπτυξης Θεσσαλονίκης Μ.
Ε.. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, βεβαιώνει, σ' αυτή, ότι στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων και "όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάμεσα στα οποία και αυτά που αφορούν την κατά νόμο προδικασία, που χρησιμεύουν για άμεση απόδειξη ή εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, την έκθεση των νομίμως διορισθέντων και ορκισθέντων πραγματογνωμόνων Κ.
Σ. και Β. Κ., τις προσαγόμενες γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, και φωτογραφίες των απαλλοτριωθέντων ή συστατικών τους", ενώ πέραν τούτων σαφής αναφορά γίνεται και στην έγγραφη γνωμοδότηση του Κ. Π. για την ΚΠ 312 ιδιοκτησία, σύμφωνα με την οποία η αξία των φυτευμένων στο φυτώριο καλλωπιστικών δένδρων, όπως αυτά αναλύονται κατ' είδος και αριθμό φυτών στο διατακτικό, ανέρχεται σε 429.655.000 δραχμές, των δε φυτών μητρικής φυτείας, ήτοι των χρησιμοποιούμενων ως πρώτη ύλη παραγωγής νέων όμοιων φυτών, σε 11.820.000 δραχμές.
Από την ως άνω όμως διαβεβαίωση και τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως (υπ' αρ. 1067/2003) δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι για το κρίσιμο ζήτημα της αξίας των φυτών μητρικής φυτείας καθώς και των λοιπών του φυτωρίου στο ΚΠ 312 απαλλοτριούμενο ακίνητο, το Εφετείο έλαβε υπόψη και την ως άνω από 17.9.1999 έκθεση του γεωπόνου της Δ/νσεως Αγροτικής Ανάπτυξης Θεσσαλονίκης Μ.
Ε.. Κατ' ακολουθία, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη του πιο πάνω εγγράφου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, κατά παραδοχή ως βάσιμων και κατ' ουσία των πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθούν κατά το προαναφερθέν μέρος και σε σχέση με τον αναιρεσείοντα η υπ' αρ. 1067/2003 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και η συμπροσβαλλόμενη μετ' αυτής υπ' αρ. 1637/2000 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, κατά διορθωτική με συμπλήρωση ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012, εφ' όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 1067/2003 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την συμπροσβαλλόμενη μετ' αυτής υπ' αρ. 1637/2000 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κατά το όπως στο σκεπτικό μέρος όσον αφορά τον αναιρεσείοντα.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ