1129/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1129/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ελέγχεται με αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 18/1998). Εξάλλου, για την αποζημίωση πελατείας, η οποία είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, το πραγματικό του άρθρου 9 § 1α` του Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1129 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1129/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΕ" που εδρεύει στο Ασπρόχωμα Καλαμάτας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Αντωνόπουλο και Νικόλαο Γεωργακόπουλο, με δήλωση τους του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείουσας: Φ. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Νιόβη Πατσατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2007 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α)η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη με την από 30-7-2008 αίτησή της και β)η αναιρεσίβλητη-αναιρεσείουσα με την από 29-2-2008 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε τις από 20-1-2011 και 2-12-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού εκκρεμούν α ) η από 29-2-2008 αίτηση της ενάγουσας Φ. Α. και β ) η από 30-7-2008 αντίθετη αίτηση της εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία " ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε.", με τις οποίες ζητείται η αναίρεση της υπ' αριθ. 231/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία κατά παραδοχή της έφεσης της εναγόμενης δεύτερης αναιρεσείουσας εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 159/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, έγινε εν μέρει δεκτή η από 9-6-2003 αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας από σύμβαση αποκλειστικής διανομής και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγόμενη, που κατήγγειλε τη σύμβαση, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 30.000 ευρώ.
Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, της διευκόλυνσης της διεξαγωγής της δίκης και της μείωσης των δικαστικών εξόδων ( άρθρο 246 ΚΠολΔ ). Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο αν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής και όχι ουσιαστικού δικαίου διατάξεως (Ολομ.
ΑΠ 1/1999). Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ελέγχεται με αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 18/1998). Εξάλλου, για την αποζημίωση πελατείας, η οποία είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, το πραγματικό του άρθρου 9 § 1α` του Π.
Δ. 219/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 1 του Π. Δ. 312/1995, θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς : α) Η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικώς, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα - αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, γ) το ότι η καταβολή της αποζημιώσεως είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις...Περαιτέρω, κριτήρια του καθορισμού του ύψους της αποζημιώσεως πελατείας συνιστούν:
α) Το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο και την αντίστοιχη ωφέλειά του μετά τη λύση της συμβάσεως, β) η δημιουργία της πελατείας και της ωφέλειας αυτής από τις ενέργειες του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) η δημιουργία κέρδους του τελευταίου, αν συνεχιζόταν η σύμβαση. Κάθε στοιχείο από τα ανωτέρω περιορίζει κατά το ύψος την απαίτηση του εμπορικού αντιπροσώπου και η καταβλητέα αποζημίωση ανέρχεται στο ύψος του μικρότερου από τα μεγέθη, τα οποία υπολογίζονται στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, χωρίς όμως το ποσό αυτό να μπορεί να υπερβεί - σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 § 1β` του Π.
Δ. 219/1991 - τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη λειτουργίας της συμβάσεως αντιπροσωπείας. Βάσει αυτών, αναγκαία στοιχεία που πρέπει να επικαλείται ( και να αποδεικνύει ) ο εμπορικός αντιπρόσωπος σε σχετική του αξίωση για αποζημίωση πελατείας, που στοχεύει στην παροχή σε αυτόν προστασίας (που δεν προσφέρεται από το κοινό δίκαιο) είναι τα εξής:
α ) ότι έχει λυθεί η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας από υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου, β ) ότι ο ίδιος ο εμπορικός αντιπρόσωπος εισέφερε νέους πελάτες στον αντιπροσωπευόμενο ή ότι προήγαγε σημαντικώς τις υποθέσεις του αντιπροσωπευομένου με τους υπάρχοντες πελάτες, γ ) ο αντιπροσωπευόμενος διατηρεί και μετά τη λύση της συμβάσεως ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους ως άνω πελάτες, δ ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι δίκαιη, ενόψει όλων των περιστατικών και ιδιαιτέρως την απώλεια των προμηθειών του εμπορικού αντιπροσώπου, οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες ( ΑΠ 176/2010, 1042/2009, 592/2008, 704/2007 ).
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, σχετικώς με την αξίωσή της για καταβολή αποζημιώσεως πελατείας (κεφάλαιο Α` πρώτης αγωγής), τα εξής : " Δυνάμει προφορικής συμβάσεως που καταρτίσθηκε το έτος 1996 μεταξύ αυτής και της εναγομένης (ήδη εκκαλούσας) για αόριστη χρονική διάρκεια, ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται από την εναγομένη και να μεταπωλεί σε τρίτους στην ευρύτερη περιοχή Αγρινίου Αιτωλοακαρνανίας, με προμήθεια 2,4% επί της τιμής πωλήσεως, τα καπνικά προϊόντα που εκείνη (εναγομένη) παρήγαγε και εμπορευόταν.
Ότι αυτή (ενάγουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό αποκλειστικά τα ως άνω προϊόντα μέσω της επιχείρησης της που διατηρούσε στο Αγρίνιο, να ακολουθεί την πολιτική πωλήσεων της εναγομένης και να συμμορφώνεται προς τις κατευθύνσεις αυτής, να συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας της εναγομένης, να γνωστοποιεί το πελατολόγιο της σε αυτή, η οποία τελούσε πάντοτε σε γνώση αυτού, και να μην την ανταγωνίζεται.
Ότι χάρη στη σκληρή και επίπονη δουλειά της, κατόρθωσε να αναπτύξει μεγάλο δίκτυο πελατών και να αυξήσει σημαντικά της πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης στην ως άνω περιοχή ευθύνης της και ότι μέχρι το Σεπτέμβριο 2002, που διακόπηκε η συνεργασία τους, είχε συνεχείς συναλλαγές με τουλάχιστον 600 πελάτες, τους οποίους απέκτησε χάρη στη δική της διαμεσολάβηση και εργασία.
Ότι από τη σύγκριση των πελατολογίων που ενσωματώνει στην αγωγή προκύπτει ότι κατά το έτος 1998 έφερε στην εναγόμενη 148 νέους πελάτες, το έτος 1999 144 νέους πελάτες, το έτος 2000 139 πελάτες και το έτος 2001 96 νέους πελάτες, παραθέτει δε στην αγωγή και τον αριθμό των σταθερών πελατών από την έναρξη έως τη λύση της σύμβασης.
Ότι παρά την επιτυχή κατά τα άνω πορεία της και τη συνέπεια της προς τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι της εναγομένης, η τελευταία, λόγω αλλαγής της εμπορικής πολιτικής της, με την από 21-3-2002 επιστολή της κατήγγειλε τη μεταξύ τους συνεργασία, ορίζοντας ως προθεσμία λήξεως της συμβάσεως την 30-9-2002, οπότε διακόπηκε η συνεργασία τους.
Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι λόγω του ότι κατά την τελευταία, πριν από τη λύση της συνεργασίας της με την εναγομένη, πενταετία, προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις αυτής (εναγομένης) στη συγκεκριμένη συμβατική περιοχή, διευρύνοντας τον αριθμό των πελατών και διατηρώντας τα ουσιαστικά οφέλη από την προαγωγή των υποθέσεων και την αύξηση των πελατών επί πενταετία τουλάχιστον από της λύσεως της συμβάσεως, όπως κατά τούτο εκτιμάται η αγωγή ενόψει και του ότι η αιτούμενη αποζημίωση είναι ίση με το μέσο ετήσιο όρο προμηθειών της τελευταίας πενταετίας διάρκειας της σύμβασης, ενώ η ίδια (ενάγουσα) χάνει τις προμήθειες που έπαιρνε μέχρι τότε, δικαιούται ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 87.282,20 ευρώ, το οποίο ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να της καταβάλει η εναγομένη.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή περιέχει όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, για την πληρότητά της και τη θεμελίωση του αιτήματος αποζημίωσης πελατείας κατά το άρθρο 9 του π. δ. 219/1991, το οποίο εφαρμόζεται ανάλογα και επί σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όταν αυτή προσομοιάζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας.
Ειδικότερα, γίνεται επίκληση ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης η ενάγουσα έφερε νέους σταθερούς πελάτες, τους οποίους κατονομάζει, ότι μετά τη λύση της ένδικης συμβάσεως η εναγομένη διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, ότι οι προμήθειές της κατ' έτος και κατά την τελευταία πενταετία ανήλθαν στα αναφερόμενα ποσά και ότι τις προμήθειες αυτές, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους παραπάνω πελάτες, θα απολέσει κατά την αμέσως επόμενη της διακοπής της συνεργασίας με την εναγομένη πενταετία.
Από την αντιπαραβολή των στοιχείων των πελατών που παρατίθενται στην αγωγή για τα έτη 1997-2002 προκύπτει ο αριθμός των σταθερών πελατών κατά την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης το έτος 1996, που κατ' εκτίμηση της αγωγής ταυτίζεται με εκείνον που παρατίθεται στο πελατολόγιο του έτους 1997, ο αριθμός και τα στοιχεία των νέων κατ' έτος πελατών και ο αριθμός των σταθερών πελατών κατά τη λύση της σύμβασης, ώστε να παρέχεται στην εναγόμενη η δυνατότητα να αμυνθεί και να ανταποδείξει ότι η ενάγουσα δεν έφερε νέους πελάτες κατά τη διάρκεια της σύμβασης και ότι η τυχόν αύξηση του τζίρου των πωλήσεων δεν οφείλεται στην αύξηση των ποσοτήτων των προϊόντων που πωλήθηκαν, αλλά στην αύξηση της τιμής των προϊόντων, όπως αυτή ισχυρίζεται.
Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης της εταιρίας " ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε." , με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005 ). Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) όπως τροποποιήθηκε με τα πδ249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.
δ. αυτού οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ. 11 παρ. 2)- εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου, μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος" την πώληση ή .
την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ` ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1α π. δ. 219/1991) και με αυτήν, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του αρ. 1 παρ. 2 του π. δ. 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Και ενώ, κατ` αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.
Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (Εμπ.Ν. 91, ΕισΑΚ 3). σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.
Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 Α. Κ., ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέα και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος καθώς και άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας), δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ.
Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (Π.Δ. 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά, Ούτε, βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία, σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση.
Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει.
Εντεύθεν έπεται, ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της διαπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του π. δ. 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του π.
δ. 219/1991 τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. (ΔΕΚ Υποθ. C-85/2003, απόφ. της 10.2.2004, Μαυρωνά και Σια Ο.Ε. κατά Δέλτα ).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε." εδρεύει στην Καλαμάτα και έχει αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και εμπορία καπνικών προϊόντων, καθώς και την εμπορία παρόμοιων προϊόντων που παράγουν άλλες επιχειρήσεις, κατόπιν συμφωνίας με αυτές.
Τα προϊόντα αυτά διακινεί σε ολόκληρη την Ελλάδα μέσω των κατά τόπους συνεργατών της. Στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας από το έτος 1952 μέχρι το έτος 1996 την εναγομένη αντιπροσώπευε η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Υιοί Αγγελόπουλοι Ο.Ε.", στην οποία εταίρος ήταν ο Γεώργιος Αγγελόπουλος, πατέρας της ενάγουσας.
Η τελευταία, διαδεχόμενη την ως άνω εταιρεία, το έτος 1996 κατήρτισε με την εναγομένη προφορική σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση, μέσω της επιχειρήσεως που διατηρούσε στο Αγρίνιο, την οποία λειτουργούσε με ίδια δαπάνη και ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, να αγοράζει για δικό της λογαριασμό, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο, τα καπνικά προϊόντα της εναγομένης σε μειωμένες τιμές σε σχέση με την καθορισμένη λιανική τιμή τους και στη συνέχεια να τα μεταπωλεί σε τρίτους στο Αγρίνιο και στην ευρύτερη περιοχή του, με κέρδος 2,4 % επί της τιμής αγοράς τους από την εναγομένη.
Στα πλαίσια της συμβάσεως αυτής η εναγομένη πωλούσε τα καπνικά προϊόντα της αποκλειστικά στην ενάγουσα, για την περιοχή που προαναφέρθηκε και στη συνέχεια η τελευταία τα μεταπωλούσε σε τρίτους στην παραπάνω περιοχή στο δικό της όνομα, για δικό της λογαριασμό και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο. Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής η ενάγουσα προέβαινε κατά τρόπο σταθερό και διαρκή στην πώληση των προϊόντων της εναγομένης στην περιοχή ευθύνης της και κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την καλύτερη εξυπηρέτηση του δικτύου διανομής της εναγομένης και στην προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της, είχε δε αναλάβει την υποχρέωση να μην αγοράζει και προωθεί προϊόντα άλλης ανταγωνιστικής εταιρείας και γενικά να μην ανταγωνίζεται την αντισυμβαλλομένη της.
Ήταν ενταγμένη στο δίκτυο διανομής των προϊόντων αυτής και ακολουθούσε τις οδηγίες της ως προς τον τρόπο προώθησης των προϊόντων της, την εμφάνιση τους κατά την πώληση και την επάρκεια των αποθεμάτων, ασκούσε δε μέσω των στελεχών της συνεχείς ελέγχους στην επιχείρηση της ενάγουσας, που την επισκέπτονταν τακτικά και έδιναν στην ενάγουσα κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με τον τρόπο προώθησης των συμβατικών ειδών στην περιοχή ευθύνης της.
Εξάλλου, η ενάγουσα ενημέρωνε, όπως είχε συμφωνηθεί, την αντισυμβαλλομένη της για τους νέους πελάτες που έφερνε με τη δραστηριότητα της, η τελευταία δε γνώριζε το πελατολόγιο της ενάγουσας και τα σημεία πώλησης των συμβατικών προϊόντων, τα οποία επισκέπτονταν οι επιθεωρητές της εναγομένης για να ελέγξουν την επάρκεια των προϊόντων και να διαπιστώσουν αν η ενάγουσα έχει δημιουργήσει καλές και σταθερές σχέσεις μαζί τους, ώστε να δείχνουν ενδιαφέρον για τα προϊόντα της.
Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί μέχρι τώρα, η σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους έχει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, επί της οποίας έχουν αναλογική εφαρμογή οι διατάξεις του π. δ. 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους, προς τη δραστηριότητα των οποίων ομοιάζει η ως άνω δραστηριότητα της ενάγουσας, ενώ υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από την αρχή και καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα για την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της εναγομένης και ακολουθώντας τις οδηγίες και τις υποδείξεις αυτής, πέτυχε να επεκτείνει την πελατεία της στην ως άνω συμβατική περιοχή και να διευρύνει το πελατολόγιο της, το οποίο από 550 περίπου πελάτες, που περιείχε κατά το πρώτο έτος της συνεργασίας τους, σε περίπου 600 πελάτες κατά το έτος 2002, οι οποίοι συστηματικά προμηθεύονταν τα καπνικά προϊόντα της εναγομένης και τους οποίους απέκτησε και διατήρησε χάρη στη δική της διαμεσολάβηση και εργασία.
Παράλληλα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως αυξήθηκε ο κύκλος εργασιών της εναγομένης στην περιοχή ευθύνης της ενάγουσας, ενώ ο ετήσιος τζίρος παρουσίασε αυξητική τάση κατά τα έτη 1997-2001. Τούτο οφείλεται στη συνεχή προσπάθεια της ενάγουσας, τις κατάλληλες σχέσεις που ανέπτυξε και διατήρησε με τους πελάτες της και τη σωστή πολιτική πωλήσεων που ακολούθησε, είχε πετύχει δε να τοποθετούνται όλα τα σήματα της εναγομένης στα σημεία λιανικής πωλήσεως.
Τα αποτελέσματα αυτά είναι σημαντικά, δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος στην αγορά των ως άνω προϊόντων και το καταναλωτικό κοινό απορρίπτει τα εγχώρια καπνικά προϊόντα και στρέφεται όλο και περισσότερο στα εισαγόμενα σήματα. Παρόλο, όμως, που τα αποτελέσματα ήταν θετικά και η συνεργασία των αντισυμβαλλομένων ήταν επιτυχημένη, η εναγομένη, λόγω αλλαγής της εμπορικής πολιτικής της και της άρνησης της ενάγουσας να δεχθεί τους νέους όρους συνεργασίας που της τέθηκαν, στις 29-3-2002 επέδωσε σε αυτήν την από 21-3-2002 επιστολή της, με την οποία κατήγγειλε, χωρίς την επίκληση κάποιου λόγου, την ως άνω σύμβαση με προθεσμία έξι μηνών, ήτοι μέχρι 30-9-2002, οπότε διακόπηκε οριστικά.
Όπως, όμως, προελέχθηκε, η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της ως άνω συνεργασίας προώθησε τα προϊόντα της εναγομένης στην περιοχή ευθύνης της. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης η ενάγουσα έφερε στην εναγομένη αρκετούς νέους πελάτες, αφού από τους 556 που υπήρχαν το έτος 1997, πολλοί από τους οποίους χάθηκαν, κυρίως γιατί διέκοψαν την εμπορική τους δραστηριότητα, έφθασαν το έτος 2002 περίπου τους 600 πελάτες.
Επίσης κατά την ίδια χρονική περίοδο, η ενάγουσα προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης με την αύξηση του πελατολογίου και τη δημιουργία νέων σημείων τοποθέτησης όλων των προϊόντων και σημάτων της εναγομένης, για την ανεύρεση των οποίων η ενάγουσα διέθεσε χρόνο και κατέβαλε κόπο, καθώς και της αύξησης της αγοραστικής κίνησης των εν λόγω προϊόντων.
Εξάλλου, και μετά τη λύση της εμπορικής τους συνεργασίας, η εναγομένη εξακολουθεί να αποκομίζει ουσιαστικά οφέλη από τους παραπάνω πελάτες, αφού το πελατολόγιο παρέμεινε σε αυτή και οι εν λόγω πελάτες της εξακολουθούν να αγοράζουν τα προϊόντα της μέσω του νέου αποκλειστικού διανομέα της, που εκείνη διόρισε στην ως άνω γεωγραφική περιοχή.
Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει από την εναγομένη την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 του π.δ.219/1991 αποζημίωση πελατείας, η οποία πρέπει να είναι δίκαιη (εύλογη) και το ύψος της οποίας δεν μπορεί να είναι ανώτερο των προμηθειών που αντιστοιχούν σε ένα έτος και ισοδυναμούν με το μέσο ετήσιο όρο των προμηθειών που η ενάγουσα εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε έτη πριν από τη διακοπή της συνεργασίας της με την εναγομένη.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι οι πωλήσεις προϊόντων της εναγομένης, που πραγματοποίησε η ενάγουσα, ανήλθαν κατά το έτος 1997 στο ποσό των 3.164.179 ευρώ, το έτος 1998 στο ποσό των 3.496.473 ευρώ, το έτος 1999 στο ποσό των 3.952.353 ευρώ, το έτος 2000 στο ποσό των 4.153.749 ευρώ, το έτος 2001 στο ποσό των 4.316.234 ευρώ και το έτος 2002 και μέχρι τη διακοπή της συνεργασίας στις 30-9-2002 στο ποσό των 1.475.134 ευρώ.
Η αντίστοιχη αμοιβή-προμήθεια της ενάγουσας, που υπολογίζεται σε ποσοστό 2,4 % επί των πωλήσεων, ανήλθε κατά την τελευταία πενταετία στα ακόλουθα ποσά: 1)για τους τρεις τελευταίους μήνες του έτους 1997 (από 1-10 έως 31-12-1997) στο ποσό των 18.984 ευρώ (75.940 ευρώ το έτος : 12 μήνες = 6,328 Χ 3 μήνες), 2)για το έτος 1998 στο ποσό των 83.915 ευρώ, για το έτος 1999 στο ποσό των 94.856 ευρώ, 3) για το έτος 2000 στο ποσό των 99.689 ευρώ, 4)για το έτος 2001 στο ποσό των 103.589 ευρώ και 5)για το έτος 2002 (μέχρι τις 30-9-2002) στο ποσό των 35.403 ευρώ και συνολικά στο ποσό των 436.436 ευρώ.
Ο μέσος ετήσιος όρος των αμοιβών είναι (436.436 : 5 = ) 87.287,20 ευρώ, που είναι το ανώτατο ποσό που μπορεί να λάβει η ενάγουσα ως αποζημίωση πελατείας. Όμως, η αποζημίωση πρέπει να είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες του.
Η απώλεια προμηθειών, που δεν συνιστά αυτοτελή ουσιαστική προϋπόθεση γέννησης της αξίωσης για αποζημίωση πελατείας, αποτελεί τη βασικότερη από τις περιστάσεις εκείνες, που λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κριθεί, εάν και σε ποιο ύψος η καταβολή της αποζημίωσης πελατείας είναι στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση δίκαιη.
Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι το έτος 2002 μειώθηκαν σχεδόν στο ήμισυ οι πωλήσεις των καπνικών προϊόντων της εναγομένης, που πραγματοποίησε η ενάγουσα, γιατί στην αρχή του χρόνου αυτού έληξε η συνεργασία της εναγομένης με την CΑΜΕL, που παράγει τα ομώνυμα τσιγάρα και τα οποία είχαν τη μεγαλύτερη κατανάλωση από τα προϊόντα που εμπορευόταν η εναγομένη.
Έτσι οι προμήθειες που εισέπραξε η ενάγουσα κατά το έτος αυτό μειώθηκαν στο ήμισυ του παραπάνω μέσου ετήσιου όρου προμηθειών. Τις εν λόγω μειωμένες προμήθειες θα εισέπραττε η ενάγουσα και αν δεν είχε επέλθει διακοπή της συνεργασίας της με την εναγομένη και ως εκ τούτου το περιστατικό αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ως προς τον προσδιορισμό των συνεπειών που έχει για την ενάγουσα η λύση της ένδικης σύμβασης.
Περαιτέρω, πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης και το γεγονός ότι τα πολλά από τα προϊόντα της εναγομένης είναι γνωστά στην ελληνική αγορά, έτσι ώστε η αύξηση των πωλήσεων στη συγκεκριμένη συμβατική περιοχή, να οφείλεται κατά μεγάλο μέρος και στη φήμη του ομώνυμου σήματος, παράλληλα προς την ως άνω δραστηριότητα της ενάγουσας.
Ενόψει τούτων, η δίκαιη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, αποζημίωση πελατείας, που δικαιούται η ενάγουσα, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 30.000 ευρώ ". Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο : 1 ) με το να κρίνει ως εφαρμοστέες αναλόγως τις ανωτέρω διατάξεις περί των εμπορικών αντιπροσώπων στην ένδικη περίπτωση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αφενός μεν δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τους οικείους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αφετέρου δε διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικώς αφενός με την ομοιότητα της οικονομικής δράσης της αναιρεσίβλητης με εκείνη του εμπορικού αντιπροσώπου και τη βασιμότητα του αγωγικού αιτήματος για αναγνώριση υποχρέωσης καταβολής στην αναιρεσίβλητη εύλογης αποζημίωσης πελατείας, την οποία δικαιολογούν κατά νόμο πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και αφετέρου με τη συνδρομή των προϋποθέσεων γέννησης στο πρόσωπο της ενάγουσας της αξίωσης για αποζημίωση πελατείας κατ' άρθρο 9 παρ.1 του π.
δ. 219/1991. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης της εταιρίας "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε.", με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι, 2 ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 9 του π. δ. 219/1991, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, το Εφετείο, έχοντας υπόψη τις προμήθειες ( αμοιβές ) που έλαβε η ενάγουσα κατά την τελευταία πενταετία διάρκειας της σύμβασης, ορθά έλαβε υπόψη του ως βάση ( εκκίνηση ) προσδιορισμού της δίκαιης αποζημίωσης το ύψος των προμηθειών ( αμοιβών ) που απώλεσε η ενάγουσα κατά το επόμενο της καταγγελίας της σύμβασής της διάστημα, κατά το οποίο κατά τις παραδοχές του θα εξακολουθούσε να λειτουργεί η σύμβαση και η ωφέλεια της εναγόμενης, δέχθηκε δε ότι οι προμήθειες αυτές είναι ίσες με εκείνες που έλαβε η ενάγουσα κατά το έτος 2002 και ανέρχονται στο ήμισυ του μέσου ετήσιου όρου αμοιβών της τελευταίας πενταετίας, ήτοι στο ποσό των 43.643,60 ( 87.287,20 δια 2 ) ευρώ, το οποίο στη συνέχεια έκρινε ότι για λόγους επιείκειας πρέπει να μειωθεί, λόγω συνδρομής της επικληθείσης από την εναγόμενη ιδιαίτερης περίστασης ότι πολλά από τα προϊόντα της είναι γνωστά στην ελληνική αγορά, έτσι ώστε η αύξηση των πωλήσεων να οφείλεται κατά μεγάλο μέρος και στη φήμη του ομώνυμου σήματος, παράλληλα προς τη δραστηριότητα της ενάγουσας και έτσι έκρινε ως οφειλόμενη στην ενάγουσα δίκαιη ( εύλογη ) αποζημίωση το ποσό των 30.000 ευρώ.
Το Εφετείο, αναφερόμενο σε προμήθειες του έτους 2002, δεν αναφέρεται σε προμήθειες ( αμοιβές ) ολόκληρου του έτους 2002, αλλά προδήλως στις ( μειωμένες ) προμήθειες που έλαβε η ενάγουσα κατά το διάστημα που ίσχυσε η σύμβαση από 1-1 έως 30-9-2002, καθόσον κατά τις παραδοχές του οι μειωμένες πωλήσεις άρχισαν από τις αρχές του έτους 2002, οπότε έπαυσε η συνεργασία της εναγόμενης με την εταιρία CΑΜΕL, που παράγει τα ομώνυμα προϊόντα, τα οποία είχαν τις μεγαλύτερες πωλήσεις από τα προϊόντα που εμπορευόταν η εναγόμενη.
Είναι βέβαια αληθές ότι με βάση τις παραδοχές του Εφετείου κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα η ενάγουσα εισέπραξε αμοιβές συνολικού ποσού 35.403 ευρώ και όχι 43.643,60 ευρώ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο, πλην όμως, η διαφορά αυτή λειτούργησε προς όφελος της ενάγουσας, αφού ως βάση υπολογισμού της δίκαιης αποζημίωσης που επιδίκασε σ' αυτήν, το ύψος της οποίας δεν ελέγχεται αναιρετικά, ελήφθησαν υπόψη μεγαλύτερες αμοιβές.
Περαιτέρω, το Εφετείο για τον προσδιορισμό της δίκαιης αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει η ενάγουσα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλες τις περιστάσεις που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι. Ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης, η οποία κατά ρητή επιταγή του άρθρου 9 παρ. 1 α' του π. δ. 219/1991 λαμβάνεται υπόψη ως περίσταση που συντελεί στην αύξηση της δίκαιης αποζημίωσης, δεν επικαλέσθηκε η ενάγουσα ούτε με την ένδικη αγωγής της ούτε με τις προτάσεις της, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών, αλλά και δεν δέχθηκε ως αποδειχθείσα το Εφετείο, ώστε να υφίσταται υποχρέωσή του να λάβει υπόψη του και την περίσταση αυτή για τον προσδιορισμό της δίκαιης αποζημίωσης.
Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας Φ. Α., με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τη διάταξη του άρθρου 9 του π. δ. 219/1991, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικασθεί κάθε αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση : 1) της από 29-2-2008 με αριθ. κατάθ. 7/2008 αίτησης αναίρεσης της Φ. Α. και 2 ) της από 30-7-2008 με αριθ. κατάθ. 31/2008 αίτησης αναίρεσης της εταιρίας " ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε.", οι οποίες αιτήσεις στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 231/2007 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης.
Καταδικάζει α ) την αναιρεσείουσα Φ. Α. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ, β ) την αναιρεσείουσα " ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΡΕΛΙΑ Α.Ε." στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ