1129/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1129/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσειόντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1129 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1129/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρίζο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ" η οποία εκδίδει την ημερήσια εφημερίδα με τον τίτλο "..." και "...", που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4, κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Βασιλάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22752/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1161/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 8-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσειόντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ ο εκ τον αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός, σε περίπτωση που απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη, πρέπει να καθορίζονται όχι μόνο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, αλλά να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προκύπτει ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού κατά τον συνδυασμό των άρθρων 118 αριθ. 4, 559 αριθ. 19 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, το ζήτημα, η επιρροή που αυτό ασκεί στην έκβαση της δίκης και οι αιτιολογίες που λείπουν καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της βασιμότητας του λόγου.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως και για του δύο λόγους από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία επάγεται στην απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης, δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη το συνιστούν και να απορριφθεί ως εκ τούτου η αναιρετική αίτηση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα.
Εν προκειμένω, με όλους τους λόγους της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες αφενός της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 59, 919, 920 ΑΚ, 2 § 1 και 25 §§1,3 του Συντάγματος, του άρθρου μόνου παρ. 1 του Ν. 1178/1981 και του άρθρου 10 της Συνθήκης της Ρώμης της 4-11-1950 για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με τον Ν. 2329/1933 και το ΝΔ. 53/1994, και αφετέρου της παραδοχής της αγωγής με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, γιατί, ενώ εκτίθενται στο αναιρετήριο οι απόψεις του αναιρεσείοντος για την νομική έννοια των ανωτέρω διατάξεων και τα γενόμενα συναφώς δεκτά από την νομολογία καθώς και η καταληκτική κρίση του Εφετείου, ωστόσο δεν αναφέρονται σ' αυτό (αναιρετήριο) οι κρίσιμες πραγματικές διατυπώσεις του Εφετείου, οι θεμελιωτικές της κρίσης του για την απόρριψη της αγωγής, με συνέπεια να μην μπορεί να ελεγχθεί αν οι αποδιδόμενες στην απόφασή του ως άνω πλημμέλειες οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό, ενώ επιπλέον δεν προσδιορίζεται το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο υπάρχει η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, ούτε (προσδιορίζεται) το αντίστοιχο σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η αντίφαση.
Απλώς τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη της αγωγής αναφέρονται κατά τρόπο αποσπασματικό και ασυνεχή, γεγονός που δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη βασιμότητα ή μη των αποδιδόμενων ως άνω αιτιάσεων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Το αίτημα των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, κατ' άρθρο 572 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, και αφορά την καταβολή από αυτούς στον αναιρεσείοντα - ενάγοντα του ποσού των 10.000 ευρώ, σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή για το ποσόν των 40.000 ευρώ και η οποία είχε γίνει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 10.000 ευρώ, σε αντίθεση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η οποία απέρριψε την αγωγή, είναι απαράδεκτο, γιατί αυτό προϋποθέτει την αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την υποβολή του (αιτήματος) από τον αναιρεσείοντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-09 αίτηση του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1161/08 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων οριζόμενα με δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ