1129/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 584/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/4/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 20/3/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1129/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Full text
Απόφαση 1129 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1129/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μαρκαναστασάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΡΦΟΥΡ ΜΑΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εμποροβιομηχανική και Τουριστική Εταιρία ΝΙΚΗ", που έδρευε στην Αθήνα και εκπροσωπούνταν νόμιμα, την οποία απορρόφησε με συγχώνευση, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λασκαρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/1/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 584/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/4/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας ανέγνωσε την από 20/3/2006 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ 4020/1959, θεωρείται άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτών με την οποία οι αξιώσεις από υπερωριακή απασχόληση (βασική αντιμισθία και προσαύξηση) θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προκειμένου περί αμοιβής για υπερεργασία δεν αποκλείεται ο συμβατικός καταλογισμός του υπέρτερου καταβαλλομένου συμβατικώς μισθού. Εξάλλου, είναι έγκυρη η συμφωνία ότι η αξίωση του μισθωτού για την απασχόλησή του εντός του νομίμου ωραρίου κατά τα Σάββατα, ως έκτης ημέρας υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, συμψηφίζεται με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές.
Συνεπώς, μόνο για την υπερωριακή απασχόληση απαγορεύεται ο συμβατικός καταλογισμός των υπέρτερων των νομίμων αποδοχών στην αμοιβή για την απασχόληση αυτή. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 450 εδ. πρώτο του ΑΚ κατά το οποίο, δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαιτήσεως η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο, προκύπτει ότι η εν λόγω απαγόρευση αφορά το δράστη του αδικήματος ο οποίος αντιτάσσει προς συμψηφισμό οποιαδήποτε απαίτησή του κατά της απαιτήσεως προς αποζημίωση του παθόντος από το αδίκημα.
Τέτοια δε απαίτηση (προς αποζημίωση), μη αντιτασσόμενη προς συμψηφισμό, δεν είναι αυτή από υπερεργασία ή από εργασία εντός του νομίμου ωραρίου κατά το Σάββατο, ως έκτης ημέρας υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, διότι οι απαιτήσεις αυτές δεν στηρίζονται στην αδικοπραξία αλλά, η μεν πρώτη στις διατάξεις της από 26-2-75 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το ν. 133/75 και της από 14-2-84 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθμ. 11770/20-3-84 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η δε δεύτερη σ' αυτές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού του ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι στις καταβαλλόμενες επιπλέον των νομίμων αποδοχές θα καταλογίζονται και οι οφειλόμενες στον αναιρεσείοντα αμοιβές για την υπερεργασιακή του απασχόληση καθώς και για την απασχόλησή του κατά τα Σάββατα και ότι ο αναιρεσείων ενώ δικαιούνταν για τις παραπάνω αιτίες αμοιβή ανερχόμενη σε 2.799.349 δραχμές, έλαβε για το ίδιο διάστημα συνολικές αποδοχές υπέρτερες των νομίμων κατά 3.489.888 δραχμές.
Συνεπώς το Εφετείο που δέχτηκε τη σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αγωγή κατά το αίτημα αυτής περί καταβολής των σχετικών μισθολογικών διαφορών με την αιτιολογία ότι οι καταβληθείσες αποδοχές υπερκάλυπταν το νόμιμο μισθό και τις αμοιβές για τις παραπάνω αιτίες, δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες της που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε.
Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει αυτές να στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι όταν κάθε αιτιολογία στηρίζει διαφορετική διάταξη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση λόγω των αντιφατικών αιτιολογιών της συνισταμένων στο ότι, ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων πραγματοποίησε τις εκτιθέμενες ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως και επιπλέον ότι απασχολήθηκε κατά τις ημέρες του Σαββάτου ως έκτης ημέρας υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, δέχεται ταυτόχρονα ότι αυτός δεν πραγματοποίησε υπερωριακή απασχόληση, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι οι φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες, αναφερόμενες σε διαφορετικά αγωγικά αιτήματα, στηρίζουν διαφορετικές διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της υπ' αριθμ.584/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ