Legislator Case Law & Legislation
1128/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor court decision due to insufficient and contradictory reasoning on bonus payment timing.

Case Number 1128/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' decision regarding a productivity bonus. The employer argued the bonus was a fixed monthly payment, while the employee contended it was a year-end bonus subject to different calculation rules. The court found the lower court's reasoning insufficient and contradictory regarding the timing of the bonus payment, violating constitutional requirements for reasoned judgments.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 93(3)(a) of the Constitution: An appeal is admissible when a judgment lacks reasoning, contains contradictory reasoning, or provides insufficient reasoning on issues affecting the outcome, specifically when facts supporting the conclusion contradict each other or fail to establish the legal consequence.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory reasoning productivity bonus labor dispute appeal admissibility reasoned judgment statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3)(a) of the Constitution
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1128 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1128/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ο. Π. Α. Π. Α..Ε.." (ΟΠΑΠ Α.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 28-5-2009 από αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 582/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5034/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δουρουκλάκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Έτσι, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ. 109/2020). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...αποδεικνύονται τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή:

Ότι η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη διεξαγωγή, μεταξύ άλλων, των διαγωνισμών Π.-Π., Λ. και Π.. Ότι ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης στις 13/11/ 2006 για να παρέχει εργασία Γενικού Διευθυντή.

Ότι η εναγομένη από το έτος 1990 και εντεύθεν καταβάλλει στο προσωπικό της παροχή με τίτλο " πριμ παραγωγικότητας". Συγκεκριμένα, με το άρθρο 29 της από 5-7-1994 ΕΣΣΕ ορίζεται ότι "Για τους διαγωνισμούς Π.-Π., Λ. και Π. καταβάλλεται στο προσωπικό του ... τον πρώτο μήνα του επόμενου χρόνου εφάπαξ πριμ παραγωγικότητας ίσο με τα 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31/12 του προηγούμενου χρόνου της καταβολής, επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστό 5% για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων (των εβδομάδων) κατά 58%".

Η ίδια ρύθμιση επαναλήφθηκε και στις μεταγενέστερες ΕΣΣΕ, τα δε ποσοστά προσαύξησης αυξήθηκαν σταδιακά και ανήλθαν το έτος σε 8% επί των 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του προσωπικού της εναγόμενης για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων των εβδομάδων κατά 82,69% (95 εβδομάδες) και τα έτη 2004 και 2006 σε 8% επί των 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του προσωπικού της εναγόμενης, για κάθε εβδομάδα διεξαγωγής διαγωνισμών, προσαυξανόμενων των εβδομάδων κατά 92,30%, δηλαδή 100 εβδομάδες (άρθρο 29 των από 1-1-2003, 3-12-2004 και 17-7-2006 ΕΣΣΕ) το πριμ παραγωγικότητας καταβαλλόταν τακτικά και αδιάλειπτα, κατά τρόπο ομοιόμορφο και σταθερό, στο σύνολο των τακτικών υπαλλήλων της εναγομένης, ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας, στο τέλος κάθε χρόνου από το έτος 1990 και εντεύθεν, εφόσον το προέβλεπαν οι εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ, χωρίς να συνδέεται με καμία έκτακτη εργασία ή ιδιαίτερη επίδοση των υπαλλήλων της ή με οικονομικά αποτελέσματα της εναγόμενης, στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους και χωρίς η εργοδότρια εταιρεία να έχει εκφράσει επιφύλαξη μείωσης ή διακοπής του.

Δηλαδή, πρόκειται για παροχή που χορηγήθηκε στους εργαζόμενους με κανονιστικές ρυθμίσεις, δεν έχει το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και από το σαφές κείμενο της ρύθμισης δεν προκύπτει επιφύλαξη διακοπής της παροχής από την εναγομένη, αλλά πρόθεση οριστικής διατύπωσης του τρόπου καταβολής αυτής, η χορήγηση της οποίας συνεχίσθηκε και εφεξής με τις μεταγενέστερες ΕΣΣΕ και μάλιστα αυξανόμενη, κατ' έτος.

Ότι, ακολούθως, με δικαστικές αποφάσεις έγινε δεκτό ότι το χορηγούμενο από την εναγομένη εταιρεία πριμ παραγωγικότητας αποτελούσε τακτικές αποδοχές με την πιο πάνω έννοια και επιμεριζόμενο κατά μήνα προσαυξάνει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, και για το λόγο αυτό πρέπει να συνυπολογίζεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους [σχ ΑΠ 1100/2017 ΤΝΠ, ΔΣΑ], Ο ενάγων ο οποίος είχε ήδη συμπληρώσει τις προϋποθέσεις απονομής πλήρους σύνταξης την 07.1 1.2006, την 16.03.2007 έλαβε ως αποζημίωση αποχώρησης το ποσό των 539.714,44 ευρώ).

Μάλιστα με την (επίδικη) νέα σύμβαση ορισμένου χρόνου στη συνεχεία την 13.11.2006 ο ενάγων, αν και είχε ήδη αποχωρήσει, ανέλαβε και πάλι καθήκοντα Γενικού Διευθυντή της ΟΓΊΑΠ ΑΕ, καταρτίσθηκε δε σχετική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου την 06.03.2007, διάρκειας από 13.11.2006 -12.11.2009 με τους λοιπούς όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται σε αυτή και θα αναφερθούν αναλυτικά κατωτέρω.

Την 12.03.2009, καταγγέλθηκε με εξώδικο η εν λόγω σύμβαση, προσφέρθηκε δε στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 111.282,48 ευρώ, το οποίο και αυτός εισέπραξε την 16.03.2009, όπως συνομολογεί και ο ενάγων στην αγωγή του. Ειδικότερα δε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνήψε την από 6.3.2007 έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας, από 13.11.2006 έως 12.11.2009, όπως ορίζεται στον 2° όρο αυτής, ότι με τον όρο 3 αυτής προσδιορίστηκαν αναλυτικά και συγκεκριμένα οι μηνιαίες αποδοχές που δικαιούτο (συμφωνημένος μηνιαίος μισθός) ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του.

Ρητά και αναλυτικά μνημονεύεται σε αυτή κάθε ειδικότερη παροχή των μηνιαίων αποδοχών, ήτοι: τακτικές αποδοχές 4.125,36 ευρώ, μηνιαία αποζημίωση Γενικού Διευθυντή 5.700 ευρώ, έξοδα παράστασης 800 ευρώ και το προβλεπόμενο υπό στ. ε' του όρου 3 (και καταβαλλόμενο στον ενάγοντα με την ιδιότητα του τακτικού υπαλλήλου της εναγόμενης μέχρι τη σύναψη της ως άνω ατομικής συμβάσεως εργασίας πριμ παραγωγικότητας του άρθρου 29 της από 3.12.2004 ΕΣΣΕ ΟΠΑΓΊ Α.Ε , ανερχόμενο μηνιαίως σε 5.276 ευρώ.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι με την παραπάνω ατομική του σύμβαση παρείχε τις υπηρεσίες του με την ιδιότητα του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης και Οργάνωσης των Υπηρεσιών αυτής από 13.11.2006 έως 13.3.2009, ότι κατά την ημερομηνία αυτή η εναγόμενη κατήγγειλε αδικαιολόγητα τη σύμβαση εργασίας του και χωρίς ειδικό και σπουδαίο λόγο οφειλόμενο στο πρόσωπό του και ότι η τελευταία, του κατέβαλε τους μισθούς για το μετέπειτα και μέχρι τη λήξη της σύμβασης εργασίας του χρονικό και ότι δεν του κατέβαλε το υπόλοιπο των μισθών υπερημερίας, δηλαδή το πριμ, παραγωγικότητας (οριζόμενο βάσει του εδαφίου ε' του όρου 3 της ατομικής του συμβάσεως) του διαστήματος 13.3.2009 έως 12.11.2009.

Επίσης δεν του είχε καταβάλει το οφειλόμενο, δεδουλευμένο πριμ παραγωγικότητας του διαστήματος 1.1.2009 έως 13.3.2009. Ειδικότερα η εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι ο σπουδαίος λόγος καταγγελίας συνίστατο σε αναδιοργάνωση της εταιρείας, κυρίως λόγω της ύπαρξης συμβάσεων ευκαιριακά απασχολούμενων εργαζομένων πλην όμως αυτή η αποχώρηση περίπου 900 τον αριθμό αφορούσε χαμηλόβαθμους και ευκαιριακά απασχολούμενους και δεν απέδειξε η εναγομένη, ως όφειλε κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι η εν λόγω αναδιοργάνωση συνεπαγόταν και την κατάργηση της θέσης εργασίας του, με συνέπεια να μην κρίνεται ότι είναι σπουδαίος και σοβαρός λόγος ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της συμβάσεως του ενάγοντα και συνεπώς καθιστά την καταγγελία της συμβάσεως του ορισμένου χρόνου άκυρη.

Επομένως δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων αμειβόταν κατά το επίδικο διάστημα με αποφάσεις του ΔΣ της εναγόμενης. Αντιθέτως, από την επισκόπηση της αγωγής του προκύπτει ρητά και με σαφήνεια ότι αναφέρει πως οι μηνιαίες αποδοχές του καθορίζονταν από την ατομική σύμβαση εργασίας του, προβαίνοντας σε αναλυτική μνεία της κάθε παροχής και του αντίστοιχου ποσού που ορίζονταν στον όρο 3 της ατομικής του σύμβασης.

Επιπρόσθετα συνάγεται και ότι το οφειλόμενο-δεδουλευμένο πριμ παραγωγικότητας διαστήματος 1.1.2009 έως 13.3.2009, το δικαιούται ευθέως δυνάμει του εδ. ε' όρου 3 της από 6.3.2007 ατομικής του σύμβασης (που παραπέμπει στο άρθρο 29 των οικείων ΕΣΣΕ), και όχι βάσει του άρθρου 29 των οικείων ΕΣΣΕ ΟΠΑΠ Α.Ε, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη.

Εξάλλου, στην αριθ. 49/6.12.2006 απόφαση του ΔΣ, επί του θέματος 6ου "Αποδοχές Υπηρεσιακών Γενικών Διευθυντών" αποφασίστηκε ότι: ομόφωνα και εγκρίνει την αναπροσαρμογή των ήδη χορηγούμενων επιδομάτων θέσης στα Στελέχη της Εταιρίας, όπως παρακάτω: 1. ΓΕΝΙΚΟΙ ΔΙΕΥΘΥΝΤΕΣ (Υπηρεσιακοί): α) Αποζημίωση άσκησης καθηκόντων:

πέντε χιλιάδες επτακόσια (5.700,00) ΕΥΡΩ μηνιαίως. β) Έξοδα παράστασης: οκτακόσια (800,000) ΕΥΡΩ μηνιαίως, γ) Πριμ Παραγωγικότητας, όπως ισχύει μέχρι σήμερα...". Με την ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου έλαβε χώρα αναπροσαρμογή των επιδομάτων θέσης των Γενικών Διευθυντών της εναγομένης και ειδικότερα της αποζημίωσης άσκησης καθηκόντων που ορίστηκαν σε 5.700 ευρώ, των εξόδων παράστασης που ανήλθαν σε 800 ευρώ, καθώς και του πριμ παραγωγικότητας όπως αυτό ίσχυε.

Η απόφαση αυτή του ΔΣ μνημονεύεται στον όρο 3 της ατομικής του σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο ορίστηκαν οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα , δεδομένου ότι αυτός απασχολούμενος ως τακτικό προσωπικό και ειδικότερα ως Γενικός Διευθυντής μέχρι την 7.11.2006, που λύθηκε αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του, ελάμβανε το πριμ παραγωγικότητας μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία.

Τα επιδόματα αυτά προβλέφθηκαν να του καταβάλλονται με την ατομική σύμβαση εργασίας του (όρος 3 αυτής), όπως αυτά είχαν αναπροσαρμοστεί με την προαναφερόμενη απόφαση ΔΣ. Στο δε εδάφιο ε' του ανωτέρω όρου 3, προβλεπόταν η καταβολή του πριμ παραγωγικότητας του άρθρου 29 των οικείων ΕΣΣΕ ΟΠΑΠ Α.Ε, όπως ίσχυε για τους Γενικούς Διευθυντές.

γ. Περαιτέρω, με την αριθ. 2/10.1.2007 απόφαση που λήφθηκε κατά την 2η Συνεδρίαση του ΔΣ την 10η Ιανουάριου 2007, επί του 7ου θέματος "Γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας της ΟΠΑΠ Α.Ε και του Νομικού Γραφείου Α. κ.Σ. Σχετικά με την Επιλογή Γενικού Διευθυντή της Εταιρίας", αποφασίστηκαν τα εξής: "...Το Διοικητικό Συμβούλιο αφού έλαβε υπόψη του τη διάταξη του άρθρου 26 του Κανονισμού Εργασίας Προσωπικού, περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων, λόγω συμπληρώσεως των προϋποθέσεων πλήρους συντάξεως και την ορθή ερμηνεία των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου αναφορικά με την επιλογή του κ.

Μ. Κ. στη θέση του Γενικού Διευθυντή της εταιρείας σε εφαρμογή σχετικών διατάξεων του ισχύοντος νομικού καθεστώτος της εταιρείας, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί με τις υποβληθείσες στο Διοικητικό Συμβούλιο γνωμοδοτήσεις της Νομικής Υπηρεσίας και του δικηγορικού γραφείου "Α. κ. συνεργάτες", αποφασίζει ομόφωνα τα πιο κάτω: 1.

Την επιλογή του κ. Μ. Κ. στη θέση του Γενικού Διευθυντή επί τριετή θητεία, από 1/1 1/2006 και 2. δεδομένου ότι ο ανωτέρω έπαυσε να είναι τακτικός υπάλληλος της εταιρείας από 7/11/2006 και η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την επιλογή του ως Γενικού Διευθυντή του κοινοποιήθηκε στις 13/1 1/2006, δικαιούται την προβλεπόμενη αποζημίωση που θα ελάμβανε σύμφωνα με την Σ.Σ.

Εργασίας του προσωπικού, ως υπάλληλος της Εταιρείας με τις αποδοχές που έλαβε τον μήνα Οκτώβριο του 2006. ..". Με την ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, δεδομένου ότι είχε λυθεί αυτοδικαίως η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα ως τακτικού υπαλλήλου (υπηρετούντος ως Γενικού Διευθυντή) την 7.1 1.2006 λόγοι συνταξιοδότησης, εγκρίθηκε η πρόσληψή του και η επιλογή του στη θέση του Γενικού Διευθυντή με τριετή θητεία από 1.1 1.2006, ήτοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Η συναφθείσα, την 6.3.2007 σύμβασή του είχε ως έναρξη την 13.1 1.2006 με διάρκεια ισχύος έως 12.1 1.2009. δ. Επιπρόσθετα με την ατομική του σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ορίστηκαν τα εξής: "...ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Στην Αθήνα, σήμερα την 6-3-2007 μεταξύ:

Α) Της ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΟΠΑΠ Α.Ε, που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής Κηφισού 62 και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο του ΔΣ κ. Σ. Κ. και Β) του Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οδός Γενναίου Κολοκοτρώνη αριθ. 22, συμφώνησαν και έγιναν αμοιβαία αποδεκτά τα ακόλουθα: 1. Η πρώτη των συμβαλλομένων ΟΠΑΠ Α.Ε αφού έλαβε υπόψη της, τις διατάξεις του νόμου 2190/1920 και του πρόσφατου νόμου 3429/2005 και σε εφαρμογή του άρθρου 21 του καταστατικού της Εταιρείας προσέλαβε κατ' ακολουθία της 2/10.1.2007 απόφασής του τον δεύτερο των συμβαλλόμενων, ως Γενικό Διευθυντή της εταιρείας για τη Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης και Οργάνωσης Υπηρεσιών, επί τριετή θητεία, μετά από συνεκτίμηση της εν γένει εμπειρίας του σε εξειδικευμένα θέματα της εταιρείας. 2.

Η διάρκεια της συμβάσεως ορίζεται από 13.11. 2006 (ημερομηνία κατά την οποία είχε αναλάβει προσωρινά καθήκοντα Γενικού Διευθυντού) μέχρι 12.1 1.2009. 3.Οι μηνιαίες αποδοχές του ανωτέρω όπως έχουν αναπροσαρμοστεί με την 49/6-12-06 απόφαση του ΔΣ της εταιρείας, αναλύονται ως ακολούθως: α) Τακτικές αποδοχές: 4.125,36 ΕΥΡΩ, β) Μηνιαία Αποζημίωση: 5.700 ΕΥΡΩ, γ) Έξοδα παράστασης 800 ευρώ.

Ήτοι συνολικές συμφωνημένες μηνιαίες αποδοχές: 10.625,36 ΕΥΡΩ, ε) Το πριμ παραγωγικότητας παραμένει σε ισχύ ως έχει...". Από την επισκόπηση και ορθή εκτίμηση του αριθμ. 1 όρου της ως άνω συμβάσεως, προκύπτει ότι αυτή συνήφθη κατόπιν της υπ' αριθμ. 2/10.1.2007 απόφασης του ΔΣ της εναγόμενης με την οποία ορίστηκε να επιλεγεί ως Γενικός Διευθυντής με σύμβαση ορισμένου χρόνου τριετούς διάρκειας, αφού λήφθηκε υπ' όψη η πρότερη εμπειρία του ως στελέχους (Γενικού Διευθυντή) κατά το διάστημα που υπηρετούσε σε αυτή ως τακτικό προσωπικό.

Περαιτέρω, με τον όρο 3 προβλέφθηκαν αναλυτικά οι μηνιαίες αποδοχές του, συμπεριλαμβανομένου σε αυτές και του πριμ παραγωγικότητας, το οποίο ελάμβανε και κατά το χρόνο που ήταν τακτικός υπάλληλος, ορίστηκε δε με την ως άνω σύμβαση με σαφήνεια ότι, η καταβολή αυτού να παραμείνει ως έχει και συνεπώς δεν συντρέχει άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη ως άνω δήλωση βουλήσεως.

Κατά συνέπεια οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα καθορίστηκαν από τον προαναφερόμενο 3° όρο της ατομικής του συμβάσεως και όχι από τις αποφάσεις του ΔΣ της εναγόμενης, που κατ' εσφαλμένη εκτίμηση της αγωγής, των ανωτέρω αποφάσεων του ΔΣ και της ως άνω από 6.3.07 ατομικής του σύμβασης έκρινε η εκκαλουμένη.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα για το διάστημα 1.1.2009 έως 13.3.2009, ήτοι για χρόνο που ο ενάγων παρείχε πραγματικά την εργασία του και δεν είχε λυθεί η ατομική του σύμβαση με κάποιο νόμιμο τρόπο, δικαιούτο να λάβει το αναλογούν πριμ παραγωγικότητας, ευθέως βάσει του όρου 3 εδάφιο ε' της ατομικής του σύμβασης. Περαιτέρω, από τα προαναφερόμενα έγγραφα (ατομική σύμβαση, αποφάσεις ΔΣ κ.λ.π.) αποδείχθηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της ατομικής του σύμβασης αμειβόταν σύμφωνα με τον προαναφερόμενο ρητό και σαφέστατο όρο αυτής και όχι με αποφάσεις ΔΣ, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη.

Περαιτέρω από τις προσαχθείσες βεβαιώσεις και αναλύσεις μισθοδοσίας της εναγόμενης προκύπτει πως αυτή από 13. 11.2006 έως 31.12.2008 του κατέβαλε σε εκπλήρωση του ως άνω γραπτού όρου 3 εδ. ε' της ένδικης ατομικής του σύμβασης το πριμ παραγωγικότητας, γι' αυτό ο ενάγων ζήτησε την επιδίκαση αυτού ως δεδουλευμένου μόνο για το διάστημα 1.1.2009 έως 13.3.2009, ήτοι την πρόωρη λύση της σύμβασης εργασίας του.

Από τις βεβαιώσεις αυτές προκύπτει ότι την ένδικη παροχή ο ενάγων ελάμβανε σε αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας του, κατ' εφαρμογή του όρου 3' της οικείας ατομικής σύμβασης εργασίας του. Το γεγονός ότι κατά το άρθρο 1 της ως άνω ΕΣΣΕ, το μη τακτικό προσωπικό εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής αυτής δεν ασκεί επιρροή στην νομική και ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος του να λάβει το πριμ του διαστήματος 1.1.2009 έως 13.3.2009, δεδομένου ότι αυτό το διεκδικεί, ως προεκτέθη, βάσει της ατομικής αυτής σύμβασης, παραθέτει δε τα σχετικά άρθρα της ΕΣΣΕ ΟΠΑΠ Α.Ε, αποκλειστικά και μόνο προς απόδειξη του τρόπου υπολογισμού του ύψους της ως άνω ένδικης παροχής Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα, ότι η ατομική του σύμβαση παραπέμπει στις οικείες ΕΣΣΕ- άρθρο 29 για τον προσδιορισμό του τρόπου υπολογισμού του πριμ παραγωγικότητας, αφού αυτό ουδόλως σημαίνει ότι με την αγωγή του διεκδικεί την καταβολή του πριμ παραγωγικότητας βάσει του ως άνω άρθρου 29 των οικείων ΕΣΣΕ.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω προκύπτει ότι η καταβολή του πριμ παραγωγικότητας ποσού 5.276 ευρώ (άρθρου 29 ων οικείων ΕΣΣΕ και εδάφιο ε όρου 3 της ατομικής σύμβασης), των εξόδων παράστασης ποσού 800 ευρώ, της αποζημίωσης Γενικού Διευθυντή ύψους 5.700 ευρώ τα οποία η εναγόμενη ονομάζει [παράμετροι μισθοδοσίας] και τα οποία καταβάλλονταν σταθερά ως οικειοθελείς παροχές και χωρίς επιφύλαξη ανακλήσεως από την εναγόμενη [σχ.

ΑΠ 1806/ 2017 ΤΝΠ, ΔΣΑ] η οποία δεν το αρνείται παρά μόνο τις θεωρεί ως έκτακτες παροχές ονομάζοντας κατά το δοκούν ως τακτικές αποδοχές του ενάγοντα, μόνο το ποσό 4.125,36 ευρώ. Σημειωτέον ότι το ως άνω ποσό των εξόδων παράστασης, όπως συνήθως συμβαίνει και δεν ισχυρίζεται κάτι αντίθετο η εναγόμενη, ο ενάγων το ελάμβανε ανεξαρτήτως της πραγματοποίησης τέτοιων εξόδων και χωρίς αυτός να είναι υποχρεωμένος να αποδίδει λογαριασμό για τα έξοδα αυτά χωρίς την απαίτηση προσκομιδής και ελέγχου οποιουδήποτε παραστατικού, προκειμένου να προβεί στην καταβολή τους.

Κατά συνέπεια, οι παραπάνω δύο παροχές των εξόδων παράστασης ποσού 800 ευρώ, της αποζημίωσης Γενικού Διευθυντή ύψους 5.700 ευρώ που δόθηκαν αρχικά οικειοθελώς από την εναγομένη χωρίς επιφύλαξη εκ μέρους της περί διακοπής χορήγησής τους, αποτελούν αντάλλαγμα για την παροχή της εργασίας και κατέστησαν με τη μακρόχρονη και συνεχή καταβολή τους σιωπηρά όρος της σύμβασης εργασίας.

Ως εκ τούτου περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές με βάση τις οποίες έπρεπε να υπολογίσει η εναγομένη την αποζημίωση που του κατέβαλε κατά την αποχώρησή του ήτοι συνολικά ποσόν των 9.825,36 ευρώ που τακτικώς ελάμβανε ο ενάγων και που στη πραγματικότητα αποτελούσε τις τακτικές αποδοχές, προβλεπόταν και του καταβαλλόταν καθ' όλο το διάστημα της διάρκειας της ατομικής σύμβασης εργασίας του ευθέως βάσει του 3ου όρου της ατομικής του σύμβασης εργασίας και με τον τρόπο υπολογισμού βάσει του ως άνω άρθρου 29 των οικείων ΕΣΣΕ, όπως άλλωστε συνέβαινε μέχρι την απόλυσή του.

Επομένως η εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα το πριμ παραγωγικότητας για το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 12.11.2009 και το οποίο ανέρχεται ως ακολούθως: Το πριμ παραγωγικότητας σύμφωνα με τον προαναφερόμενο όρο της οικείας από 3.12.2004 επιχειρησιακής οικείας ΣΣΕ ανέρχεται σε 2/3 του συνόλου των τακτικών αποδοχών, με ποσοστό προσαύξησης των εβδομάδων διεξαγωγής διαγωνισμών κατά 88%, ήτοι το ποσόν των (4.125,36 €) + αποζημίωση Γεν.

Δ/ντή (5.700.00 €) = 9.825,36 € X 2/3 = 6.550,24 € + (6.550,24 € X 8 80/100)= 57.642,11 € + 6.550,24 € = 64.192,35 €: 365 ημέρες = 175,87 € ημερησίως X 316 ημέρες (από 1.1.2009 έως 12.11.2009) = 55.574,92 €, νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, που αντιστοιχούν στις μηνιαίες ένδικες οφειλές υπερημερίας και μέχρι την πλήρη εξόφληση [ΑΠ 466/2010 ΤΝΠ, ΔΣΑ]".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, στην απόφασή του περιέλαβε ασαφείς αιτιολογίες 1) ως προς την ερμηνεία του άρθρου 29 της από 3-12-2004 ΕΣΣΕ τακτικού προσωπικού της ΟΠΑΠ Α.Ε και ειδικότερα ως προς τον τρόπο υπολογισμού του ένδικου πριμ παραγωγικότητος σε σχέση με τον καθορισμό του ύψους των τακτικών αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, αφού δεν διευκρινίζεται ποιές είναι οι αποδοχές με βάση την ανωτέρω διάταξη της ΕΣΣΕ, επί των οποίων υπολογίζεται το πριμ παραγωγικότητος, το οποίο αυτή προβλέπει και στην οποία παραπέμπει η ατομική σύμβαση, αφού δέχεται ότι το ύψος των τακτικών αποδοχών για τον υπολογισμό του πριμ δεν προσδιορίζεται αμέσως από την ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου και ότι αυτό προσδιορίζεται κατά παραπομπή στη ρύθμιση της αυτής ως άνω διατάξεως 2) ως προς τον καθορισμό του ύψους των τακτικών αποδοχών, καθόσον ενώ στον καθορισμό των τακτικών αποδοχών έτους 2009 συνυπολογίζει και ποσά που προκύπτουν αποκλειστικά από την ατομική σύμβαση εργασίας δεν προσδιορίζει αν αυτά τα ποσά αποτελούσαν και βάση υπολογισμού του πριμ παραγωγικότητος με βάση και τη συλλογική σύμβαση εργασίας στην οποία παραπέμπει για τον τρόπο υπολογισμού του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να διαπιστωθεί εάν με βάση την ίδια προαναφερθείσα διάταξη, στον υπολογισμό του πριμ παραγωγικότητος έτους 2009 συμπεριλαμβάνονται και τα ατομικά συμβατικά επιδόματα (αποζημίωση άσκησης καθηκόντων, έξοδα παράστασης) ή αν περιλαμβάνονται στις άλλες ρυθμίσεις των ίδιων των συλλογικών συμβάσεων, ώστε να αποτελέσουν, ως τακτικές αποδοχές, νομίμως και βάση υπολογισμού του πριμ παραγωγικότητος που προβλέπει η ως άνω διάταξη.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω πρώτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προυποθέσεως, δοθέντος ότι, ενόψει των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως: α) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ανήκε στο τακτικό προσωπικό της αναιρεσείουσας, β) ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψε με την αναιρεσείουσα διεπόταν από τους όρους της μεταξύ των διαδίκων από 6-3-2007 ατομικής συμβάσεως εργασίας και μόνον, γ) ότι με τον από την παρ. 3 εδ.

ε της ατομικής αυτής σύμβασης εργασίας όρο, συμφωνήθηκε η καταβολή στον αναιρεσίβλητο πριμ παραγωγικότητος, το οποίο υπολογίζεται με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 29 της οικείας ΕΣΣΕ τρόπο, δ) ότι οι τακτικές αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, υπολογίζονται κατά τα με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνηθέντα και προβλεπόμενα, το Εφετείο δεν εφήρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη της οικείας ΕΣΣΕ, η οποία ενόψει και των ως άνω παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας δεν ήταν εφαρμοστέα.

Σε κάθε περίπτωση όμως, κρίνοντας το Εφετείο, ως άνω αναφέρεται και επί πλέον: α) ότι, σύμφωνα με την ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών αυτού ανερχόταν στο ποσό των 9.825,36 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το ποσό των 5.700 ευρώ, το οποίο κατά τη σύμβαση αποτελεί μηνιαία αποζημίωση του, β) ότι η οικειοθελής αυτή παροχή εκ μέρους της αναιρεσείουσας, για την οποία αυτή δεν επεφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα της διακοπής χορήγησής της, και η οποία αποτέλεσε συμβατικό όρο, αποτελούσε αντάλλαγμα της παρεχόμενης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου εργασίας και συνεπώς περιλαμβανόταν στις μηνιαίες τακτικές αποδοχές αυτού, στη συνέχεια δε επί του συνολικού ποσού των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου ύψους 9.825,36 ευρώ υπολόγισε το οφειλόμενο σ' αυτόν πριμ παραγωγικότητος, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσιβλήτου και εντεύθεν του υπολογισμού επ' αυτών του πριμ παραγωγικότητος, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, και βάσει των οποίων κατέληξε στις έννομες συνέπειες που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατά τα άρθρα 340 και 341 παρ. 1 ΑΚ, ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, αν όμως για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ή, κατά μείζονα λόγο, από το νόμο τάσσεται ορισμένη (δήλη) ημέρα καταβολής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν n καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη. Την έλλειψη της υποκειμενικής προϋπόθεσης της ευθύνης του πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο οφειλέτης. Η τελευταία αυτή διάταξη δεν προσδιορίζει ειδικότερα σε τι συνίσταται το απαλλακτικό της ευθύνης του οφειλέτη γεγονός, με συνέπεια αυτό να λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και να επενεργεί υπέρ του οφειλέτη απαλλακτικά κάθε τυχαίο ή άλλο γεγονός που δεν καταλογίζεται στον ίδιο ή στους αντιπροσώπους του.

Έτσι, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αποκλείεται η υπερημερία του οφειλέτη και η προαναφερόμενη συνέπειά της και όταν αυτός έχει δικαιολογημένη αμφιβολία για την ύπαρξη ή την έκταση του χρέους (ΑΠ 137/2020, 331/2015). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, στη σύμβαση εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά.

Σε κάθε περίπτωση, μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Μισθός, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και 1 της 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του.

Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω, δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδ. α` ΑΚ. (Ολ. ΑΠ 39/2002, ΑΠ 18/2021, 331/2015).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον χρόνο καταβολής του ενδίκου επιδόματος (πριμ παραγωγικότητος), τον οποίο άλλοτε προσδιορίζει στο τέλος του ημερολογιακού έτους εργασίας, άλλοτε στο τέλος του πρώτου μήνα του ημερολογιακού έτους και άλλοτε πολύ νωρίτερα, δηλαδή στο τέλος του κάθε μηνός στο οποίο αντιστοιχεί το πριμ παραγωγικότητος, το οποίο συνάπτεται με την υποχρέωση καταβολής του υπό της ιδίας, καθόσον αν ήταν καταβλητέο στο τέλος του έτους 2009 ή στην αρχή του έτους 2010, δεν θα ήταν καταβλητέο στον αναιρεσίβλητο αφού τότε δεν εργαζόταν πλέον, δεδομένου ότι η σύμβαση του έληγε την 12-11-2009 και επί πλέον με την τοκοφορία του.

Εν προκειμένω, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου καταβολής του αξιουμένου με την ένδικη αγωγή επιδόματος (πριμ παραγωγικότητος) και το συναπτόμενο με αυτόν αίτημα επιδικάσεως τόκων επί του αιτουμένου κεφαλαίου, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δέχτηκε ότι:

α) η εναγομένη από το έτος 1990 και εντεύθεν, κατέβαλλε στο προσωπικό της παροχή με τίτλο "πριμ παραγωγικότητος", β) σύμφωνα με το άρθρο 29 της από 5-7-1994 ΕΣΣΕ, το οποίο επαναλήφθηκε και στις επόμενες ΕΣΣΕ, με τις προβλεπόμενες διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο υπολογισμού του πριμ παραγωγικότητος, "..καταβάλλεται στο προσωπικό του...τον πρώτο μήνα του επομένου χρόνου εφάπαξ πριμ παραγωγικότητας ίσο με τα 2/3 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31/12 του προηγουμένου χρόνου της καταβολής...", γ) η εναγομένη, δυνάμει των σχετικών ΕΣΣΕ, κατέβαλλε, τακτικά και αδιάλειπτα, ομοιόμορφα και σταθερά, στο σύνολο των τακτικών υπαλλήλων της, ως συμβατικό αντάλλαγμα για την υπ' αυτούς παρεχόμενη εργασία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 29 των ΣΣΕ, το πριμ παραγωγικότητος στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους δ) το πριμ παραγωγικότητος αποτελεί τακτικές αποδοχές και επιμεριζόμενο κατά μήνα προσαυξάνει τις τακτικές μηνιαίες αποδοχές, ε) με την από 6-3-2007 ατομική σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέπεται κατά παραπομπή στο άρθρο 29 της από 3-12-2004 ΕΣΣΕ ΟΠΑΠ Α.Ε.

η καταβολή στον ενάγοντα πριμ παραγωγικότητος ανερχόμενο μηνιαίως στο ποσό των 5.276 ευρώ, ήτοι καταβλητέο σε μηνιαία βάση. Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 55.574,92 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, που αντιστοιχεί στις μηνιαίες αποδοχές υπερημερίας, μέχρι την εξόφληση.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου καταβολής του επιδόματος (πριμ παραγωγικότητος), με το οποίο συνέχεται και η τοκοφορία της αντιστοίχου αξιώσεως του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, λαμβανομένου υπόψη ότι ο προσδιορισμός του χρόνου καταβολής του επιδόματος αυτού, διαφοροποιείται από το ζήτημα υπολογισμού των τακτικών αποδοχών στις οποίες περιλαμβάνεται και αυτό, υπό τις εκτιθέμενες προϋποθέσεις στην αρχικά αναφερόμενη νομική σκέψη, για τον υπολογισμό άλλων αξιώσεων εργαζομένου, όπως αποδοχές και επίδομα αδείας, καθώς και επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα κλπ.

Επομένως το Εφετείο, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. όπως βασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον αντίστοιχο δεύτερο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τον βάσιμο, ως άνω, λόγο της, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5034/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ