Legislator Case Law & Legislation
1128/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal, partially upholds claim, and orders lawyer fees and costs against the opposing party.

Case Number 1128/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal against the first-instance judgment and ordered the case to be retried. The court found that the plaintiff's claim was partially valid, resulting in a partial acceptance of the lawsuit. Consequently, the defendant was ordered to pay specific lawyer fees and court costs to the plaintiff, while the appellant was held liable for the opposing party's litigation expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 177, 189 of the Code of Civil Procedure; Article 92 of the Lawyers Code: The Supreme Court may retain a case for retrial after annulling a lower court decision if no further clarification is needed, and it must separately adjudicate the allocation of legal fees and court costs based on the parties' respective success.

Keywords

AI generated
appeal procedure partial acceptance lawyer fees court costs retrial order litigation expenses legal representation

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 177 and 189 of the Code of Civil Procedure
Articles 91, 92 and 98 of the Lawyers Code
Articles 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 178 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1128 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1128/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Μαρκέτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν η 261/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 67/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-6-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 11-6-2018 και με αριθμό κατάθεσης 45/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 67/2018 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των από τους διαδίκους αντιθέτων εφέσεων κατά της 261/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών δικηγόρων, επί της από 23-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης ΕΓ/1317/24-10-2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 91, 92 επ. και 98 επ. του ΝΔ 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", που ισχύει εν προκειμένω ως εκ του χρόνου παροχής των ενδίκων δικηγορικών υπηρεσιών και τις διατάξεις των άρθρων 176, 177 και 189 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, άλλη είναι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η εις το διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικός του με τη δικαστική απόφαση.

Τούτο διότι η πρώτη, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κωδ. δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ.1 Κωδ.

Δικ.) Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ` αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αμοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου με βάση τη σχέση έμμισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρου του (ΑΠ 2073/2007 ).

Ακολούθως σύμφωνα με το άρθρο 127 του ίδιου κώδικα, ο συντάσσων και υπογράφων την επιταγή δικηγόρος δικαιούται αμοιβής, η οποία περιλαμβάνεται στην έννοια των εξόδων εκτελέσεως της Κ.Πολ.Δ 975. Καθορίζεται δε αυτή κατά το κατώτατο όριο από το άνω άρθρο 127 του αυτού Κώδικα αναλόγως του είδους του εκτελούμενου τίτλου και ανέρχεται, προκειμένου περί αποφάσεως του Πρωτοδικείου, σε 40 μεταλλικές δραχμές, κάθε μία από τις οποίες καθορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 99 του ιδίου Κώδικα, με την 12398/1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 131/1989 τεύχος Β'), σε 140 δραχμές και, επομένως, σε (40 Χ 140) 5600 δραχμές, που αντιστοιχούν σε 16,43 ευρώ (40:340,750).

Με την προσθήκη του άρθρου 23 του ν. 3790/1957 στην παρ. 1 του άρθρου 127 ορίστηκε ότι "εν πάση περιπτώσει η αμοιβή περί συντάξεως επιταγής προς πληρωμήν ουδέποτε δύναται να υπερβεί το 1/4 του ποσού της δι' ην η επιταγή οφειλής". Η ορθή ερμηνεία της διατάξεως αυτής είναι ότι ο περιορισμός αφορά τα τιθέμενα από το άρθρο 127 ελάχιστα όρια για να προστατευθούν οι μικροοφειλέτες και δεν θέτει ανώτατο όριο αμοιβής για τη σύνταξη της επιταγής.

Δηλαδή, ο περιορισμός αυτός αφορά τις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το επιδικαζόμενο ποσό είναι μικρό, οπότε εάν η σύνταξη της επιταγής υπολογιζόταν βάσει των καθοριζόμενων από το άρθρο 127 του Κώδικα των Δικηγόρων συντελεστών, ήταν δυνατόν αυτή να είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση προς την όλη οφειλή.

Υπέρβαση του προσδιοριζόμενου ανωτέρω ελάχιστου ορίου αμοιβής είναι θεμιτή και δικαιολογημένη, σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων, και, επομένως, η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του επισπεύδοντος την αναγκαστική εκτέλεση δανειστή, για τη σύνταξη της επιταγής μπορεί να αυξηθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, κατά την εκκαθάρισή της, προκειμένου να εισπραχθεί ως έξοδο της εκτελέσεως (ΚΠολΔ 932 και 975) σε δίκη μεταξύ του οφειλέτη και του δανειστή, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, τον καταναλωθέντα χρόνο, τη σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ιδιάζουσες σε σχέση με αυτή περιστάσεις και γενικά όλες τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες ( ΑΠ 551/2005 ).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 23-10-2012 αγωγή, που άσκησε o ενάγων και τώρα αναιρεσίβλητoς ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ισχυρίστηκε ότι, σε εκτέλεση εντολής που του δόθηκε στις 2.7.2008 από τον εναγόμενο, ανέλαβε αυτός, ως Δικηγόρος Ναυπλίου, την υποχρέωση να διεξαγάγει μέχρι τελεσιδικίας τον αναφερόμενο δικαστικό αγώνα με την τότε αντίδικό του Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής, Τουριστικής και Περιβαλλοντικής Ανάπτυξης Ασκληπιείου "ΔΕΠΑΑΣ", ήδη μετονομασθείσας σε ΔΗ.Κ.Ε.ΕΠ. (αγωγή εξ αναγωγικού δικαιώματος-εγγυητή), έναντι αμοιβής του, που ορίσθηκε σε ποσοστό 10% επί του αντικειμένου της δίκης, που θα διεξαγόταν και που εξαρτήθηκε από την ευνοϊκή έκβαση της δίκης και την επιδίκαση στο εναγόμενο του ποσού, που αντιστοιχούσε στην κάθε υπόθεση, ήτοι αντίστοιχα, με τη ρητή επί πλέον συνομολόγηση του όρου περί μη λήψεως αμοιβής του σε περίπτωση δυσμενούς έκβασης της δίκης αυτής.

Ότι, στις 2.8.2008 ο ενάγων έλαβε νέα εντολή από τον εναγόμενο να διεξαγάγει μέχρι τελεσιδικίας παρόμοιο δικαστικό αγώνα με την ίδια ως άνω αντίδικο, πάλι με το ίδιο αντικείμενο (αγωγή εξ αναγωγικού δικαιώματος εγγυητή), έναντι της ίδιας αμοιβής και με τους ίδιους, ως άνω, όρους. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, επικαλούμενος ευνοϊκή έκβαση της δίκης, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο, και επιδίκαση στον εναγόμενο όλου του αιτούμενου ποσού για την πρώτη δίκη και ευνοϊκή έκβαση της δεύτερης δίκης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επιδίκαση στον εναγόμενο του συνόλου του αιτούμενου ποσού, αλλά και την από 24.2.2012 αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής στο πρόσωπό του, επί πλέον δε άρνηση του (τώρα) εναγόμενου περί καταβολής της συμφωνηθείσας αμοιβής, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει, σύμφωνα με το αντικείμενο της διεξαχθείσας δίκης, ως σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής, α) το ποσό των 11.085,97 ευρώ για την πρώτη δίκη που ανέλαβε και το β) το ποσό των 15.284,54 ευρώ για τη δεύτερη δίκη που ανέλαβε, με τους νόμιμους τόκους από την 24.2.2012, ήτοι από την επομένη της ανάκλησης της εντολής στο πρόσωπό του, άλλως από την 20.7.2012 που, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου, οχλήθηκε προς τούτο ο εναγόμενος, άλλως δε, από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 261/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των 4.276,27 ευρώ. Επί των ασκηθεισών κατά της απόφασης αυτής αντιθέτων εφέσεων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφτηκε η από 15.9.2015 έφεση του εναγομένου έγινε δεκτή η από 8.7.2015 έφεση του ενάγοντος και ακολούθως έγινε δεκτή η από 23.10.2012 αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 8.353,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 24.4.2012. 4.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Οι διάδικοι είναι μεταξύ τους συγγενείς, καθώς η σύζυγος του εναγομένου είναι πρώτη εξαδέλφη του ενάγοντος. Ο ενάγων είναι Δικηγόρος Ναυπλίου, ενώ ο εναγόμενος είχε διατελέσει Δήμαρχος .....

και Πρόεδρος της ..... του παραπάνω Δήμου. Στα πλαίσια δε της επαγγελματικής του ιδιότητας, ο εναγόμενος είχε αναθέσει πλήθος υποθέσεών του στον ενάγοντα έχοντας συνάψει επαγγελματική συνεργασία σε ορίζοντα τουλάχιστον δεκαετίας. Περαιτέρω, ο εναγόμενος με την ιδιότητά του ως Αντιπρόεδρος και έπειτα Πρόεδρος της αναφερόμενης Δημοτικής Επιχείρησης συνεβλήθη ως εγγυητής σε δύο συμβάσεις πιστώσεως δια ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, που συνήψε η αναφερόμενη δημοτική επιχείρηση, την πρώτη εξ αυτών με την "...

Α.Ε." στις 25.01.2002, ύψους 35.000 ευρώ και την δεύτερη με την Τράπεζα "... Α.Ε." στις 16.7.2003, ύψους 75000 ευρώ. Όταν τα ανωτέρω δάνεια έπαψαν να εξυπηρετούνται από την δημοτική επιχείρηση, έγινε καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων από τις Τράπεζες με την έκδοση αντίστοιχων διαταγών πληρωμής. Ο εναγόμενος για να αποφύγει την εκπλειστηρίαση της ακίνητης περιουσίας του, καθώς οι Τράπεζες είχαν προβεί σε κατάσχεση ακινήτων του, κατέβαλε τμηματικά στην "...

Α.Ε." το συνολικό ποσό των 49.485,58 ευρώ και στην "... Α.Ε." το συνολικό ποσό των 92.936,06 ευρώ. Ωστόσο, η ως άνω Δημοτική Επιχείρηση δεν προχώρησε στην εξόφληση των ποσών που κατέβαλε ο εγγυητής στις Τράπεζες, λόγω και των περιορισμών στις αποδιδόμενες δαπάνες που προβλέπει το άρθρο 158 και 169 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), το Β.Δ.

της 17-5/15.6.1959 καθώς και του προληπτικού ελέγχου των δαπανών των Δήμων και των Κοινοτήτων από το Ελεγκτικό Συνέδριο για δαπάνες άνω των 5000 ευρώ. Μετά ταύτα, ο εναγόμενος προσήλθε στις 2.7.2008 στο γραφείο του ενάγοντος και του ανέθεσε προφορικά να αναλάβει τη σύνταξη και κατάθεση αγωγής κατά της "ΔΕΠΑΑΣ", ήδη " ΔΗ.Κ.Ε.ΕΠ." για τη καταβολή σε αυτόν αρχικά του χρηματικού ποσού των 49.485,58 ευρώ πλέον τόκων, ήτοι του ποσού του πρώτου δανείου.

Μετά, λοιπόν, από τη δοθείσα σ' αυτόν εντολή και την ανωτέρω συμφωνία, ο ενάγων δικηγόρος προχώρησε πράγματι στη σύνταξη και στην κατάθεση, στις 28.7.2008, της από 25.7.2008 σχετικής αγωγής, απευθυνόμενης προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, με την οποία ζητούσε να επιδικασθεί στον εντολέα του, ολόκληρο το παραπάνω ποσό μετά των τόκων και εξόδων.

Της αγωγής αυτής δικάσιμος ορίσθηκε αρχικά μεν εκείνη της 18.3.2009 και μετά από αναβολή εκείνη της 4.11.2009, οπότε και συζητήθηκε η παραπάνω υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων μερών. Επί της υπόθεσης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 366/2010 απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της και υποχρέωνε την ΔΕΠΑΑΣ ήδη ΔΗ.Κ.Ε.ΕΠ.

να καταβάλει στον εναγόμενο το ποσό των 49.485,58 ευρώ με το νόμιμο τόκο και με την καταβολή δικαστικής δαπάνης ύψους 2.000 ευρώ. Την παραπάνω απόφαση επέδωσε νομότυπα ο ενάγων δυνάμει της υπ' αριθ. .89/β/19.5.2010 εκθέσεως επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Σ. Κ. στην τότε εναγομένη δημοτική επιχείρηση. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης η εναγόμενη δημοτική επιχείρηση άσκησε την από 17.6.2010 έφεσή της, από την οποία στη συνέχεια παραιτήθηκε με την από 2.3.2011 και με αριθ. 1/2011 δήλωση παραίτησης, οπότε και στη συνέχεια η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη.

Ακολούθησε η έκδοση του Α' εκτελεστού απογράφου της απόφασης αυτής από τον ενάγοντα ακριβές αντίγραφο του οποίου κοινοποίησε στην αντίδικο μετά της από 30.5.2011 επιταγής προς πληρωμή και στη συνέχεια και λόγω της μη εκούσιας συμμόρφωσης της εναγομένης η από 6.6.2011 αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας του ΝΠΔΔ με την επωνυμία Δήμος Επιδαύρου για το ποσό των 72.891,80 ευρώ.

Τελικά, η δημοτική επιχείρηση κατέβαλε στον εναγόμενο στις 9.6.2011 ολόκληρο το παραπάνω ποσό (72.891,80 ευρώ) με την με αρ. 29498182-9 επιταγή της Αγροτικής Τράπεζας, που εκδόθηκε στο όνομα του εναγόμενου. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται, με αντίστοιχο λόγο έφεσής του, ότι, συμφωνήθηκε ρητά μεταξύ των αντιδίκων, κατά την ημέρα ανάθεσης της εντολής, η ανάληψη της υπόθεσης αυτής μέχρι τελεσιδικίας με ποσοστό αμοιβής 10% επί του αντικειμένου της δίκης και η μη λήψη αμοιβής από μέρους του ενάγοντος σε περίπτωση μη τελεσιδίκου ευδοκιμήσεως της υποθέσεως.

Ισχυρίζεται, ακολούθως, ότι ο εναγόμενος δεν του έχει καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, αλλά του έχει καταβάλει για τον χειρισμό αυτής της υπόθεσης μόνο το ποσό των 279,01 ευρώ του δικαστικού ενσήμου, ενώ ο ίδιος είχε καλύψει όλα τα λοιπά έξοδα της δίκης.

Συνεπώς, ο εναγόμενος του οφείλει το ποσό των 6.719,50 ευρώ (67.195 χ 10%) που αφορά την συμφωνηθείσα αμοιβή του επί του εισπρακτέου ποσού, κεφαλαίου και τόκων + ΦΠΑ 23% ποσού 1.545,48 ευρώ, ήτοι ότι του οφείλει συνολικά το ποσό των 8.264,98 ευρώ. Ο ως άνω λόγος της από 8-7-2015 έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι, ο ενάγων δεν προσκομίζει εργολαβικό δίκης, επικαλούμενος προς τούτο ηθική αδυναμία σύνταξης εγγράφου λόγω της συγγενικής σχέση που τον συνδέει με τον αντίδικο, πλην όμως η συμφωνία αυτή, για εργολαβία δίκης σε ποσοστό 10% επί του αντικειμένου της, δεν αποδεικνύεται από κανένα άλλο προσκομιζόμενο αποδεικτικό στοιχείο.

Σημειώνεται δε ότι, η μάρτυρας αποδείξεως του ενάγοντος, συνεργάτης του, δικηγόρος, Γ. Δ., όπως η ίδια κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (βλ. σχετ. πρακτικά ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη), δεν ήταν παρούσα κατά την ανάθεση της εντολής, και η γνώση της επί του αποδεικτέου ζητήματος πηγάζει από τα όσα της έχει μεταφέρει ο ίδιος ο ενάγων.

Εξάλλου, δεν προσκομίζεται σχετικό έγγραφο και συνεπώς δεν έγινε κάποια εξώδικη όχληση του ενάγοντος μετά την τελεσίδικη έκβαση της υπόθεσης και την είσπραξη του ποσού των 72.891,80 ευρώ από τον εναγόμενο για την καταβολή του ποσού της εργολαβίας, όταν πλέον η σχέση τους είχε διαρραγεί, λόγω των ανωτέρω γεγονότων και μπορούσε να προβεί ο ενάγων στην ως άνω ενέργεια (εξώδικη όχληση).

Επιπλέον, τα παραπάνω ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν ακολουθούσε ως πρακτική την εργολαβική ανάληψη υποθέσεων ούτε με άλλους εντολείς του, καθώς δεν προσκομίζεται από τον ενάγοντα κάποιο άλλο εργολαβικό δίκης, παρά μόνο μια αγωγή με τη βάση αυτή (ήτοι εργολαβία δίκης) κατά άλλου εντολέα του ονόματι Δ.

Μ., της οποίας η φύση της υπόθεσης είναι εντελώς διαφορετική, καθώς στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για απαίτηση από κληρονομικό δικαίωμα η αξία του οποίου ήταν αβέβαιη με αβέβαιο και το ποσό της δικηγορικής αμοιβής, ενώ εκκρεμεί ακόμη η έκδοση αποφάσεως επί της παραπάνω αγωγής. Βέβαια, ο ενάγων προσκομίζει αποδείξεις πληρωμής από άλλους πελάτες του με διάφορα ποσά, χωρίς όμως να προσκομίζει αντίστοιχα συμφωνητικά που να αφορούν σχετική συμφωνία με το 10% της αμοιβής του, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται.

Διευκρινίζεται ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η φύση της υποθέσεως που ανέλαβε να χειρισθεί ο ενάγων, ήτοι η σύνταξη αγωγής που είχε ως βάση της το αναγωγικό δικαίωμα του εγγυητή κατά άλλου υποχρέου, δεν παρουσίαζε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία και είχε προδιαγεγραμμένη έκβαση. Η αντιδικία δε, στη συγκεκριμένη υπόθεση δικαιολογείτο, όχι λόγω της αμφισβήτησης της απαίτησης του εναγόμενου στην ουσία της, αλλά λόγω των θεσμοθετημένων περιορισμών στους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ ως προς την εκούσια καταβολή των δικαστικών απαιτήσεων τρίτων και στόχευε μόνο στην εξασφάλιση του παραπάνω οργανισμού με την ύπαρξη μιας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, που να δικαιολογεί την εκταμίευση ενός μεγάλου ποσού, ώστε να εγκριθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου.

Όπως προκύπτει άλλωστε και από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου η ιστορική βάση της αγωγής αρκείται στην εξιστόρηση της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, της παρεπόμενης εγγυητικής σύμβασης και της καταβολής της οφειλής από τον εγγυητή χωρίς την χρεία ιδιαίτερων νομικών και πραγματικών επιχειρημάτων για τον χειρισμό της, ώστε στην παρούσα περίπτωση δεν δικαιολογείται από αυτές τις ειδικότερες περιστάσεις η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για μεγαλύτερη από το σύνηθες αμοιβή (3% επί του αντικειμένου της δίκης).

Άλλωστε, ο εναγόμενος είχε μια σχετικά μακρόχρονη επαγγελματική συνεργασία με τον ενάγοντα (ήταν δικηγόρος του για μια τουλάχιστον δεκαετία) κατά τη διάρκεια της οποίας ουδέποτε είχε συναφθεί εργολαβικό δίκης, σε όσες υποθέσεις είχε χειρισθεί ο ενάγων που, όπως συνομολογούν και οι δύο πλευρές, ήταν αρκετές σε αριθμό.

Συνεπώς, δεν δικαιολογείται στην συγκεκριμένη περίπτωση, που επρόκειτο για τον χειρισμό μίας υποθέσεως με προδιαγεγραμμένη πορεία, σε συνδυασμό και με τις ειδικότερες περιστάσεις, ήτοι μεταξύ συγγενών και έλλειψη στη μακρόχρονη επαγγελματική τους συνεργασία εργολαβικών δίκης, η σύναψη εργολαβικής συμφωνίας για αμοιβή ύψους 10% επί του αντικειμένου της δίκης.

Αντίθετα, από το συνδυασμό των παραπάνω περιστάσεων προκύπτει ότι κατά την ανάθεση της παραπάνω εντολής δεν έλαβε χώρα κάποια . ειδικότερη συμφωνία για την αμοιβή του ενάγοντος και επομένως, αυτός δικαιούται τη νόμιμη αμοιβή του Κωδ. Δικηγ. (άρθρο 100), ήτοι ποσοστό 3% εκ του αντικειμένου της δίκης. Επομένως, σύμφωνα με τα ήδη αποδειχθέντα στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ενάγων δικαιούται:

Για τη σύνταξη της αγωγής ποσοστό 2% επί του αιτουμένου κεφαλαίου, ήτοι 989,71 (49.485,58 X 2%) και 2) Για την σύνταξη των προτάσεων ποσοστό 1% επί του αιτουμένου κεφαλαίου, ήτοι 498,48 ευρώ (49.485,58 X 1 %). 3) Ποσό 1.100 ευρώ ως αμοιβή του για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή της υπ' αριθμ. 366/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, 4) Ποσά 1.720,99 ευρώ και 272,64 ευρώ για την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη με την υπ' αριθμ. 366/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και 5) τον αναλογούντα ΦΠΑ 23%.

Ενόψει, λοιπόν, των προεκτεθέντων, η δικαιούμενη από τον ενάγοντα δικηγόρο (ελάχιστη) αμοιβή για τις ενέργειες, στις οποίες αυτός προέβη για την υλοποίηση της προς τούτον δοθείσας από τον πρώτο των εναγομένων εντολής, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.488,19 ευρώ , ήτοι 989,71 +498,48 ευρώ = 1.488,19 ευρώ. Ο εναγόμενος, στο με αντίστοιχο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει τον ενάγοντα, επικαλούμενος ότι από την ανάθεση της εντολής στον αντίδικο για τη διεξαγωγή της δίκης έως και την τελεσιδικία της είχε καταβάλει τμηματικά το συνολικό ποσό των 3.300 ευρώ σε έξοδα για τη διεξαγωγή της.

Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι με την ανάθεση της εντολής κατέβαλε στον αντίδικο το ποσό των 1.000 ευρώ, κατά την πρώτη αναβολή της το ποσό των 300 ευρώ και τέλος κατά την εκδίκασή της στο ακροατήριο το ποσό των 2.000 ευρώ, έχοντας έτσι υπερκαλύψει τις αξιώσεις του ενάγοντος. Ωστόσο, ο ως άνω λόγος της από 15-9-2015 έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο (ήτοι απόδειξη πληρωμής) ή έτερο αποδεικτικό στοιχείο.

Η κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως δεν κρίνεται αρκούντως πειστική ως προς το σημείο αυτό, εφόσον ο ίδιος δεν έχει άμεση γνώση επί του παραπάνω ζητήματος (ανέλαβε την υπόθεση ως βοηθός της δικηγόρου του εναγόμενου μεταγενέστερα το 2011) και η γνώση του πηγάζει από τα όσα του μετέφερε ο εναγόμενος. Στη συνέχεια, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, προέκυψε ότι, ένα μήνα μετά την ανάθεση της πρώτης εντολής, ήτοι στις 2.8.2008 ο εναγόμενος επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο Γραφείο του για να του αναθέσει την εκπροσώπησή του και στη δεύτερη υπόθεση που είχε ως εξ αναγωγής δανειστής της " ΔΕΠΑΑΣ " ήδη " ΔΗ.Κ.Ε.ΕΠ " για το ποσό του δανείου ύψους 92.936,06 ευρώ, που είχε καταβάλει τμηματικά έως την 06.05.2008 για λογαριασμό της τελευταίας στην ...

ως εγγυητής. Αντικείμενο της εντολής ήταν η σύνταξη και κατάθεση αγωγής κατά του παραπάνω νομικού προσώπου και η εν γένει εκπροσώπηση του ενάγοντος με τη διεξαγωγή της υποθέσεως μέχρι τελεσιδικίας με όλες τις αναγκαίες από τον πληρεξούσιο ενέργειες. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση συμφωνήθηκαν τα ίδια και με την πρώτη εντολή καθώς επρόκειτο για το ίδιο αντικείμενο δίκης με την ίδια αντίδικο, οπότε και ο τρόπος αμοιβής του ενάγοντος δε διαφοροποιήθηκε, μη υπάρχουσας μεταξύ των μερών κάποιας ειδικής συμφωνίας.

Άλλωστε και εν προκειμένω, δεν προέκυψε η σύνταξη κάποιου ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας δίκης, ενώ, επίσης δεν ήταν παρών στη συνάντηση των διαδίκων και κάποιο τρίτο πρόσωπο, που να έχει άμεση γνώση επί της μεταξύ τους συμφωνίας, απορριπτομένου αντίστοιχου λόγου της από 8-7-2015 έφεσης περί ύπαρξης ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας ως ουσιαστικά αβάσιμου.

Στα πλαίσια της παραπάνω εντολής, ο ενάγων συνέταξε την από 1.9.2008 αγωγή κατά της ΔΕΠΑΑΣ ή ΔΗ.Κ.Ε.ΕΠ. και την κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, οπότε και κατόπιν αναβολών της δίκης (στις 21.5.2009, 5.11.2009 και 7.10.2010) συζητήθηκε στις 19.5.2011 η υπόθεση ερήμην της εναγομένης. Επί της ανωτέρω υποθέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 52/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία έκανε δεκτή στο σύνολό της την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη (ΔΕΠΑΑΣ ήδη ΔΗ.Κ.Ε.ΕΠ) να καταβάλει στον εναγόμενο το ποσό των 92.936,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση με προσωρινά εκτελεστό το ποσό των 30.000 ευρώ.

Μη ασκηθείσας δε εφέσεως από την πλευρά της ΔΕΠΑΑΣ η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Ωστόσο, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 52/2012 αποφάσεως και συγκεκριμένα περί τα μέσα Φεβρουάριου 2012, ο ενάγων ενημερώθηκε από τη Γραμματεία του Δικαστηρίου ότι και άλλος δικηγόρος ενδιαφερόταν για την πορεία της παραπάνω υποθέσεως, ενώ τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση της παραπάνω αποφάσεως και συγκεκριμένα στις 24.4.2012, ο εναγόμενος επέδωσε στον ενάγοντα έγγραφη δήλωση ανάκλησης της πληρεξουσιότητάς του, ενημερώνοντάς τον για τη λήξη της συνεργασίας τους.

Ακολούθησε η από 17.7.2012 δήλωση- πρόσκληση με την οποία ο εναγόμενος επικαλούμενος την προηγούμενη ανάκληση της πληρεξουσιότητας καλούσε τον ενάγοντα να λάβει ως αμοιβή το ποσό των 2.800 ευρώ, το οποίο κατά τους υπολογισμούς του αναλογούσε στη νόμιμη αμοιβή του ενάγοντος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 100 του Κωδ.

Δικηγόρων, ήτοι ποσοστό 3% επί του αντικειμένου της δίκης. Στη συνέχεια δε, με την από 19.7.2012 Δήλωση-Πρόσκλησή του ο εναγόμενος γνωστοποιούσε στον ενάγοντα ότι το παραπάνω ποσό είχε ήδη κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και ότι, το γραμμάτιο παρακατάθεσης βρισκόταν στο Δικηγορικό Γραφείο του Π.

Λ., καλώντας τον με αυτό τον τρόπο να λάβει την αμοιβή του, προκειμένου να λήξει η μεταξύ τους συνεργασία. Στην παραπάνω πρόσκληση απάντησε ο ενάγων με την από 19.7.2012 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία με την οποία επικαλούμενος ότι, υφίσταται μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του έγκυρο εργολαβικό δίκης με ποσοστό 10% επί του επιδικαστέου ποσού για τις δύο αναφερθείσες αγωγές, δήλωσε στον εναγόμενο ότι αρνείται να παραλάβει το ποσό των 2.800 που είχε παρακατατεθεί καθώς το πραγματικά οφειλόμενο είναι το ποσό των 27.779,69 ευρώ, ήτοι το ποσό της εργολαβίας.

Στη συνέχεια, και ενώ ο ενάγων αρνήθηκε να παραλάβει το παραπάνω ποσό ο εναγόμενος ανέλαβε αυτό από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μη έχοντας εξοφλήσει ακόμη τον ενάγοντα για τη διεξαγωγή της εντολής, απορριπτομένου αντίστοιχου λόγου της από 15-9-2015 έφεσης περί εξοφλήσεως ως ουσιαστικά αβάσιμου. Στο σημείο αυτό τονίζεται, όπως ήδη προαναφέρεται ότι, δεν υπήρξε καμία περαιτέρω διαφοροποίηση και στην παρούσα περίπτωση ως προς εάν έχει συναφθεί εργολαβικό δίκης, καθώς από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται αυτό με τον ενάγοντα να φέρει το βάρος απόδειξης επ' αυτού (άρθρο 338 ΚΠολΔ).

Περί του ανωτέρω συνηγορεί και το γεγονός ότι ο ενάγων απέστειλε για πρώτη φορά εξώδικη όχληση στον εναγόμενο επικαλούμενος τη μεταξύ τους εργολαβική συμφωνία, πολύ μετά το πέρας της πρώτης διεξαχθείσας από αυτόν υπόθεσης του εναγομένου και αφού ο πρώτος ανακάλεσε τη πληρεξουσιότητα στο πρόσωπό του.

Αντίθετα, όλα τα στοιχεία (προδιαγεγραμμένη φύση της υπόθεσης, ανάθεση μεταξύ συγγενών, απουσία προηγούμενου ιστορικού εργολαβίας μεταξύ των διαδίκων) καταδεικνύουν την απουσία ειδικότερης συμφωνίας περί αμοιβής του ενάγοντος, ώστε να ισχύουν τα ελάχιστα κατά των Κώδικα Δικηγόρων όρια που ίσχυαν σε όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας των αντιδίκων.

Ο λόγος δε, για τον οποίο ο εναγόμενος προέβη στην ανάκληση της πληρεξουσιότητας του ενάγοντος, παρά την αίσια έκβαση της ανατεθείσας σε αυτόν δίκης, δεν ήταν η αποφυγή της συμβατικής υποχρέωσής του να καταβάλει στον ενάγοντα τη συμφωνηθείσα, δυνάμει σύμβασης εργολαβίας δίκης, αμοιβή του, αλλά η εντύπωση που είχε αποκομίσει ο εναγόμενος από έτερη υπόθεση διοικητικής φύσης που είχε αναθέσει στον ενάγοντα και συγκεκριμένα μίας υπόθεσης διαγραφής προστίμου ύψους 15.000 ευρώ λόγω εμπρησμού, ότι ο τελευταίος ακολούθησε μία μακρόχρονη και πολυέξοδη δικαστική διαδικασία, ενώ, σύμφωνα με τα όσα πίστευε ο εναγόμενος, μπορούσε να διεξάγει την υπόθεση αυτή με μικρότερο κόστος.

Η παραπάνω δε εντύπωση του δημιουργήθηκε μετά τη διαγραφή του παραπάνω προστίμου με την υπ' αριθ. Πρωτ. 51636Φ.702.18/14.11.2011 πράξη Ακύρωσης διοικητικού προστίμου του Υπαρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος έπειτα από την υπ' αριθ. 2816/2.11.2011 αίτηση άλλου δικηγόρου που ανέλαβε την διοικητική αυτή υπόθεση που χειριζόταν προηγουμένως ο ενάγων και η οποία κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης που είχε με τον ενάγοντα.

Σημειώνεται δε ότι η ανωτέρω ανάκληση της εντολής στον ενάγοντα ήταν αναιτιολόγητη, καθώς ο τελευταίος χειριζόταν με τον προσήκοντα τρόπο την συγκεκριμένη ανατεθείσα σε αυτόν εντολή με αποτέλεσμα την ευδοκίμηση της αγωγής του εντολεως του με την υπ' αριθ. 52/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, ώστε δεν υπήρχε κάποιος ερειδόμενος στην συγκεκριμένη εντολή λόγος περί ανακλήσεώς της.

Συνακόλουθα, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα, σύμφωνα με τα όσα ορίζει το άρθρο 172 Κώδικα Περί Δικηγόρων, το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής του για τη διεξαγωγή της δεύτερης δίκης κατά της ΔΕΠΑΑΣ. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων: Για τη σύνταξη της αγωγής ποσοστό 2% επί του αιτουμένου κεφαλαίου, ήτοι 1.858,72 (92.936,06 X 2%) ευρώ και 2) Για την σύνταξη των προτάσεων ποσοστό 1% επί του αιτουμένου κεφαλαίου, ήτοι 929,36 ευρώ (92.936,06 X 1%), ήτοι συνολικά το ποσό των 2.788,08 ευρώ (ήτοι 1.858,72 + 929,36 = 2.788,08 ευρώ), 3) το ποσό των 272,64 ευρώ για επιδικασθείσα δαπάνη με την υπ' αριθμ. 52/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και 4) τον αναλογούντα ΦΠΑ 23%.

Ενόψει λοιπόν των προεκτεθέντων, η δικαιούμενη από τον ενάγοντα δικηγόρο (ελάχιστη) αμοιβή για τις ενέργειες, στις οποίες αυτός προέβη για την υλοποίηση της προς τούτη δοθείσας από τον πρώτο των εναγομένων εντολής και για τις δύο υποθέσεις που χειρίστηκε ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 8.344,44, το οποίο του οφείλεται ακόμη για τις παραπάνω εργασίες του.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκανε εν μέρει δεκτή την κρινόμενη αγωγή, έκρινε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, πλην όμως παρέλειψε να επιδικάσει εις βάρος του εναγομένου το πιο πάνω αναφερόμενο συνολικό ποσό έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο της από 8.7.2015 έφεσης. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η από 15.9.2015 έφεση, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα και να γίνει δεκτή η από 8.7.2015 έφεση ως βάσιμη στην ουσία της. Ακολούθως και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί στην ουσία της, πρέπει να γίνει δεκτή η από 23.10.2012 αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 8.353,44 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 24.4.2012.

5. Με τον 1° λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 176, 178, 179 και 189 ΚΠολΔ και του άρθρου 91 §1 ΝΔ 3026/1954, επιδίκασε στον ενάγοντα τα ποσά των 1.720.99 € κα 272,64 € που αφορούσαν μέρος της δικαστικής δαπάνης που είχε επιδικασθεί με τις με αριθ. 366/2012 και 52/2012 αποφάσεις του Μονομελούς και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου αντίστοιχα ενώ τα ως άνω ποσά δεν έπρεπε να επιδικαστούν στον ενάγοντα, καθώς σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η δικαστική δαπάνη ανήκει στον νικήσαντα διάδικο και όχι στον Πληρεξούσιο Δικηγόρο του, άλλως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι τα ανωτέρω ποσά ορθώς επιδικάστηκαν στον ενάγοντα διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκή αιτιολογία. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην ως άνω μείζονα σκέψη με αριθ. 2 είναι βάσιμος, κατά την κύρια βάση του αφού τα επιδικασθέντα ποσά πράγματι ανήκουν στον εναγόμενο διάδικο και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δηλ τον ενάγοντα, στον οποίο μη νόμιμα επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά την κύρια βάση του, πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας μετά ταύτα της επικουρικής βάσης του λόγου αυτού.

6. Με τον 2° λόγο αναίρεσης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 22§1 περ. ε' του Κώδικα ΦΠΑ (Ν. 2859/2000, όπως ίσχυε πριν την 1-7-2010), επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσοστό ΦΠΑ 23% επί της επιδικασθησομένης νόμιμης αμοιβής του. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έπρεπε να επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσοστό 23% ΦΠΑ, καθώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ως κρίσιμος χρόνος για τη θεμελίωση του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της αμοιβής από τη σύνταξη της αγωγής και των προτάσεων, λαμβάνεται ο χρόνος παροχής της σχετικής υπηρεσίας, όταν και παράγεται η σχετική αξίωση.

Εν προκειμένω, όπως ισχυρίζεται, όλες οι εκ μέρους του αναιρεσίβλητου ενάγοντος ενέργειες για την εκτέλεση της εντολής που του είχε δώσει ο εναγόμενος αναιρεσείων είχαν πραγματοποιηθεί πριν την 1-1-2010, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο ο δικηγορικές υπηρεσίες απαλλάσσονταν από τον ΦΠΑ, σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 εδ ε' Ν. 2859/2000, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 62§3 του Ν. 3842/2010. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεχόμενο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, ότι οφείλεται η προσδιορισμένη από αυτό δικηγορική αμοιβή του ενάγοντος, ορθώς έκρινε ότι σ'αυτή πρέπει να υπολογιστεί και ο ΦΠΑ σε ποσοστό 23%, αφού δεν έχει καταβληθεί η οφειλόμενη δικηγορική αμοιβή και ως εκ τούτου δεν έχει εκδοθεί ακόμα η σχετική απόδειξη, εφαρμόζοντας και ερμηνεύοντας ορθώς τη διάταξη του αρθ 62 παρ 3 Ν 3842/2010, με την οποία καταργήθηκε η απαλλαγή της επιβολής ΦΠΑ για τις δικηγορικές υπηρεσίες, που είχε θεσμοθετηθεί με το αρθ 22 Ν 2859/2000. Επομένως, ο λόγος αυτός από το αρθ 559 αριθ 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

7. Με τον 3° λόγο αναίρεσης, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, καθώς εσφαλμένα και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 127 § 1 Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. 3026/1954) και της υπουργικής απόφασης του Υπουργείου Δικαιοσύνης με αριθμό 12398/1989 καθώς και με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ως νόμιμο το αίτημα του ενάγοντος και επιδίκασε σ'αυτόν το ποσό των 1.100,00 € για τη σύνταξη της από 30-5-2011 επιταγής προς πληρωμή. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έπρεπε να επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 1.100,00 € για τη σύνταξη της επιταγής προς πληρωμή, καθώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, για τη σύνταξη αυτής, ο ενάγων δικαιούταν σύμφωνα με το άρθρο 127 §1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. 3026/1954) το ποσόν των 10,27 €.

Εν προκειμένω, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το επιδικασθέν στον ενάγοντα ποσό των 1100 ευρώ, ορθώς επιδικάστηκε σ'αυτόν και βρίσκεται εντός του πλαισίου της αμοιβής, όπως αυτή προσδιορίζεται από το αρθ 127 παρ 2 ΚωδΔ, ενόψει του ότι αφορούσε την εκτέλεση ποσού 67195 ευρώ (το ποσό αυτό επιτασσόταν να καταβάλλει στον εναγόμενο το αντίδικό του ν.π.δ.δ ΔΕΠΑΣ) .

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. 8. Με τον 4ο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, καθώς αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση εξοφλήσεως για τη δικηγορική αμοιβή και τα έξοδα της δεύτερης από τις παραπάνω αγωγές με την καταβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο ποσού ύψους 6.700,00 €. Όπως όμως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Συνεπώς ο 4ος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για την αναιρετική δίκη λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ). Ακολούθως κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την, κατά τα εκτεθέντα, αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεδομένου ότι δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πλην της αφαίρεσης των ως άνω επιδικασθεισών δικαστικών δαπανών, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το Δικαστήριο αυτό η από 15-9-2015 και με αριθ καταθ 699/2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 261/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου ως προς όλες τις διατάξεις της για το ενιαίο της κρίσεως, να γίνει εν μέρει δεκτή η από 23-10-2012 αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα:

Α) Για τη σύνταξη της από 25-7-2008 αγωγής ποσοστό 2% επί του αιτουμένου και επιδικασθέντος κεφαλαίου, ήτοι 989,71 (49.485,58 X 2%) ευρώ και 2) Για την σύνταξη των προτάσεων ποσοστό 1% επί του αιτουμένου και επιδικασθέντος κεφαλαίου, ήτοι 498,48 ευρώ (49.485,58 X 1 %). 3) Ποσό 1.100 ευρώ ως αμοιβή του για τη σύνταξη επιταγής προς πληρωμή της υπ' αριθμ. 366/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.

Β) Για τη σύνταξη της από 1-9-2008 αγωγής ποσοστό 2% επί του αιτουμένου και επιδικασθέντος κεφαλαίου, ήτοι 1.858,72 (92.936,06 X 2%) ευρώ και 2) Για την σύνταξη των προτάσεων ποσοστό 1% επί του αιτουμένου και επιδικασθέντος κεφαλαίου, ήτοι 929,36 ευρώ (92.936,06 X 1%), ήτοι συνολικά το ποσό των 5376,27 ευρώ (989,71+498,48+1100+1858,72+929,36 =5376,27), νομιμοτόκως από 24-4-2012 (ημερομηνία ανάκλησης της εντολής προς τον ενάγοντα δικηγόρο).

Επί του ποσού αυτού θα πρέπει να υπολογιστεί ΦΠΑ 23%. Τέλος, ο εναγόμενος, εκκαλών και αναιρεσείων, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους από τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, λόγω της εν μέρει ήττας και νίκης των διαδίκων (ΚΠολΔ 178, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 67/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων καθόσον αφορά στην αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της από 8-7-2016 εφέσεως και ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 67/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Δέχεται εν μέρει την από 23-10-2012 αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο Α. Τ. να καταβάλει στον ενάγοντα Γ. Κ. πέντε χιλιάδες τριακόσιες εβδομήντα έξι ευρώ και είκοσι επτά λεπτά ( 5.376,27) νομιμοτόκως από 24-4-2012. Επί του ποσού αυτού θα πρέπει να υπολογιστεί ΦΠΑ 23%.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στον αναιρεσίβλητο χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ