Legislator Case Law & Legislation
1128/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where respondent failed to appear despite valid summons and legal arguments were inadmissible.

Case Number 1128/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding the revocation of a power of attorney. The respondent, a religious foundation, was properly summoned but failed to appear or appoint a lawyer at the hearing, allowing the court to proceed sua sponte. The court rejected the appellant's arguments that the lower court erred in finding the revocation lawful or in ignoring specific claims, deeming them inadmissible or unproven. Consequently, the appeal was rejected and the costs were assigned to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 226 §4, 242, 211 of the Code of Civil Procedure; Article 218 of the Civil Code: The court may proceed with a hearing despite a party's absence if validly summoned, and arguments based on ultra vires acts or unproven claims are inadmissible for appeal.

Keywords

AI generated
absence of respondent valid summons sua sponte hearing ultra vires power of attorney inadmissible appeal arguments revocation of mandate costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 §4 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 211 of the Civil Code
Article 218 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1128 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1128/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Γκούβα.

Της αναιρεσίβλητης: Ιερής Σταυροπηγιακής Βασιλικής και Πατριαρχικής Μονής Αγ. Ιωάννου Θεολόγου και Ευαγγελιστή Πάτμου, με έδρα την Πάτμο, που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 123/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 26-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την ...29.8.2014 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Κω Π. Τ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη, για την ορισθείσα δικάσιμο της 8ης Δεκεμβρίου 2014, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, χωρίς να απαιτείται γιαυτήν νέα κλήτευση της αναιρεσίβλητης, διότι η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς της (άρθρ. 226§4 εδ. 3 & 4 ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου.

Το αποτέλεσμα τούτο επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις. Στην περίπτωση αυτή, υποκείμενο της δημιουργουμένης έννομης σχέσης από την ενέργεια του αμέσου αντιπροσώπου είναι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος και μόνον δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες στο όνομά του πράξεις υπό του πρώτου.

Αντιθέτως, επί εμμέσου αντιπροσωπείας υποκείμενο της έννομης σχέσης που δημιουργείται από την ενέργεια του εμμέσου αντιπροσώπου είναι αυτός ο ίδιος (ο αντιπρόσωπος) και όχι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος (αντιπρόσωπος) με βάση και μόνο την εσωτερική σχέση που τον συνδέει με τον κύριο των υποθέσεων υποχρεώνεται να μεταφέρει τα επελθόντα στο πρόσωπό του αποτελέσματα με χωριστές μεταβιβαστικές πράξεις στον εμμέσως υπ’ αυτού αντιπροσωπευόμενο.

Η έμμεση δηλαδή αντιπροσωπεία αποτελεί αντιπροσώπευση συμφερόντων, ενέργεια δηλαδή άλλου και όχι αντιπροσωπεία του άρθρου 211 ΑΚ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 218 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η πληρεξουσιότητα παύει με ανάκληση και ότι η παραίτηση από το δικαίωμα ανάκλησης είναι άκυρη εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά αποκλειστικά το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου, προκύπτει, ότι ναι μεν η πληρεξουσιότητα είναι κατ’ αρχήν ελευθέρως ανακλητή λόγω του προσωπικού και εμπιστευτικού χ.ακτήρα αυτής, όμως, από το δικαίωμα αυτό της ανακλήσεως χωρεί και εξαίρεση παραίτησης, η οποία καθιστά αμετάκλητη την πληρεξουσιότητα, εφόσον αυτή αποσκοπεί στην αποκλειστική ή έστω και παράλληλη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του αντιπροσωπουμένου.

Το πραγματικό δε γεγονός, ότι η πληρεξουσιότητα αφορά μόνον ή συγχρόνως και το συμφέρον του αντιπροσώπου, αποτελεί προϋπόθεση της έγκυρης παραίτησης από το δικαίωμα ανάκλησης και δύναται να προκύπτει και από την υποκείμενη σχέση μεταξύ αντιπροσωπευομένου και πληρεξουσίου. Πάντως, ο σκοπός και μόνον για τον οποίο παρασχέθηκε η πληρεξουσιότητα δεν αρκεί για τη συναγωγή συμπεράσματος ότι υπάρχει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα ανακλήσεώς της.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...11-10-1982 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πάτμου Βασιλικής συζύγου Ιωάννου Πουλιέζου, η εναγομένη προέβη στην αποδοχή της κληρονομιάς που της επήχθη, δυνάμει της από 20-3-1979 ιδιόγραφης διαθήκης της αποβιωσάσης στις 14-4-1981 Χ.

Κ., η οποία δημοσιεύθηκε... Δυνάμει της ανωτέρω διαθήκης και της προαναφερόμενης αποδοχής κληρονομιάς, η οποία νομίμως μεταγράφηκε στα βιβλία του Κτηματολογίου Κω-Λέρου,...η εναγομένη απέκτησε τα 8/12 εξ αδιαιρέτου της ακίνητης περιουσίας της θανούσης και συγκεκριμένα το ανωτέρω αναφερόμενο ποσοστό επί των εξής ακινήτων:...Περαιτέρω, δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...10-9-1991 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη, η εναγομένη...

δυνάμει της υπ’ αριθμ. ...10-9-1991 πράξης του Ηγουμενοσυμβουλίου της ως άνω μονής, έδωσε την εντολή και πληρεξουσιότητα στον ενάγοντα να πωλεί για λογαριασμό της, να μεταβιβάζει, να παραχωρεί και παραδίδει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με οποιοδήποτε τίμημα και οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή και στον εαυτό του ατομικά παριστάμενο με αυτοσύμβαση, οποιοδήποτε ακίνητο προερχόμενο από την ανωτέρω κληρονομιά της Χ.

Κ., που βρίσκεται στη νήσο Λέρο, είτε αστικό, είτε αγροτικό, είτε ιδανικά μερίδια σε αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων ισχυρίζεται ότι αγόρασε από την εναγομένη τα ως άνω ακίνητα που η τελευταία απέκτησε από την κληρονομιά Κ., ατύπως, έναντι τιμήματος 8.000.000 δρχ. το οποίο κατέβαλε σε δύο ισόποσες δόσεις των 4.000.000 δρχ.

στις 8-7-1991 και 20-4-1992 αντιστοίχως, και ότι εξ αιτίας ελλείψεως της συμβολαιογραφικής καταρτίσεως της ως άνω πωλήσεως, του χορήγησε η εναγομένη το ως άνω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ώστε να έχει τη δυνατότητα και δι’ αυτοσυμβάσεως να μεταβιβάσει στον εαυτό του τα ως άνω ακίνητα. Όμως εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου αποδείχθηκε ότι πράγματι η εναγομένη πώλησε ατύπως στον ενάγοντα τα ως άνω ακίνητα,...

Αντιθέτως, ο ίδιος (ο ενάγων) εξεταζόμενος ως μάρτυρας στις 24-10-2009 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου κατέθεσε "...τα υπόλοιπα μερίδια αυτής της κληρονομιάς ανήκαν σε κάποιο δικηγόρο και στα αδέρφια της δωρήτριας. Μετά από αυτό η Μονή ήλθε σε επαφή μαζί μου και μου ζήτησε να διαπραγματευθώ με τα άλλα δύο μερίδια κληρονομιάς.

Πράγματι έγινε η διαπραγμάτευση και οι υπόλοιποι κληρονόμοι δέχθηκαν να αγοράσουν το τρίτο μερίδιο αντί των 8.000.000 δρχ. Την πρόταση αυτή τη μετέφερα στον πάτερ Κ. και τον πάτερ Π. και έτσι κλείστηκε η συμφωνία. Μετά μου έδωσαν κάποιο πληρεξούσιο για να προβώ σε όλες τις ενέργειες. Το ποσό των 8.000.000 δραχμών το παρέλαβα εγώ και στη συνέχεια το έδωσα στο Μοναστήρι.

Τα συμβόλαια είχαν υπογραφεί στη Λέρο και εγώ με το πληρεξούσιο που είχα στα χέρια μου ενεργούσα αντί της Μονής". Από την ανωτέρω κατάθεση του, η οποία συνιστά εξώδικη ομολογία, προκύπτει με βεβαιότητα ότι δεν έγινε ποτέ καμία πώληση από την εναγομένη προς αυτόν των ως άνω ακινήτων, αλλά τα χρήματα τα παρέλαβε από τρίτους και για λογαριασμό τους τα κατέβαλε στην εναγομένη και επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι η ως άνω πληρεξουσιότητα του χορηγήθηκε λόγω της συσχετίσεώς του με τους λοιπούς κληρονόμους, της γνωριμίας του με υποψήφιους αγοραστές και της γνώσεώς του των ορίων των κληρονομιαίων ακινήτων.

Οι προσκομιζόμενες δε και επικαλούμενες από τον ενάγοντα δύο αποδείξεις από 8-7-1991 και 20-4-1992 περί καταβολής 4.000.000 δρχ. τη φορά από τον ίδιο στην εναγόμενη δεν μπορούν άνευ άλλου τινός να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν αμφισβητεί την ως άνω καταβολή, αρνείται όμως ότι έγινε για το λόγο που ισχυρίζεται ο ενάγων.

Εξ άλλου, εκ του προσαγομένου υπ’ αριθμ. ...19-4-2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πάτμου Αντωνίας Καρδάση, το οποίο επιδόθηκε στον ενάγοντα... και το οποίο νομίμως επικαλείται η εναγομένη με τις προτάσεις της, ... προκύπτει ότι το υπ’ αριθμ. ...1991 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη, ανακλήθηκε νομίμως, ως εκ τούτου έπαυσε και η δι’ αυτού χορηγηθείσα από την εναγομένη στον ενάγοντα πληρεξουσιότητα και δυνατότητα αντιπροσώπευσης της εναγόμενης, όσον αφορά πωλήσεις των ως άνω ακινήτων.

Ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος περί αμετακλήτου πληρεξουσιότητας διότι αν και έχει λάβει το τίμημα των επιδίκων ακινήτων από το έτος 1992 προβαίνει σε ανάκληση του επιδίκου συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου στερώντας του έτσι τη δυνατότητα να αποκτήσει νομοτύπως την κυριότητα των ως άνω ακινήτων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου όπως προεκτέθηκε, και σύμφωνα με την εξώδικη ομολογία του κατά τη διεξαγωγή της δίκης, στις 24-10-2009 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, το ποσό των 8.000.000 δραχμών εδόθησαν από τον ίδιο στην εναγομένη για λογαριασμό τρίτων και όχι για τον ίδιο.

Τέλος, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, η οποία είναι ερευνητέα εν όψει των προεκτεθέντων, εφόσον απορρίφθηκαν οι άλλες βάσεις της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι ενεργούσε κατ’ εντολή τρίτων και όχι για λογαριασμό του και κατά συνέπεια τα χρήματα που κατέβαλε στην εναγομένη δεν ήταν δικά του.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το αν, κατά την καταβολή του ποσού των 8.000.000 δραχμών από αυτόν στην αναιρεσίβλητη για την αγορά των εξ αδιαιρέτου ποσοστών της, της επαχθείσης σ’ αυτήν κληρονομίας της Χ.. Κ., από τρίτα πρόσωπα, η εκ μέρους του αντιπροσώπευση των τρίτων (που εκπροσωπούσαν τα υπόλοιπα μερίδια της κληρονομίας της Χ.

Κ.) ήταν άμεση ή έμμεση. Όμως, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε, ότι το ποσό των 8.000.000 δραχμών το παρέλαβε και το κατέβαλε ο αναιρεσείων στην αναιρεσίβλητη όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό των υπόλοιπων κληρονόμων, υποψήφιων αγοραστών του μεριδίου της Μονής, τη σχετική πρόταση των οποίων αυτός μετέφερε στους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, ευθέως προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχτηκε άμεση αντιπροσώπευσή τους από τον αναιρεσείοντα και όχι έμμεση.

Με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή εφαρμογή της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 211 ΑΚ, την οποία το δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της (μόνον) η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι με το επίμαχο πληρεξούσιο χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα ανέκκλητη πληρεξουσιότητα, ούτε άλλα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας και ως εκ τούτου δέχτηκε ότι ήταν ισχυρή η ανάκληση στην οποία αυτή προέβη με το ... 1991 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη.

Ο αναιρεσείων, ήδη καθ’ υποφορά με την αγωγή του, αλλά και με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είχε ισχυριστεί ότι η χορηγηθείσα σ’ αυτόν πληρεξουσιότητα ήταν αμετάκλητη, καθόσον αφορούσε το συμφέρον του και στο επίμαχο πληρεξούσιο δεν γίνεται μνεία περί ανακλήσεώς του. Όμως, τα ανωτέρω επικληθέντα περιστατικά, αυτά και μόνον, δεν στοιχειοθετούσαν παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικαίωμά της για ανάκληση της πληρεξουσιότητας, αλλά προϋπόθεση για να υπάρξει εγκύρως σχετική παραίτησή της.

Έτσι, το Εφετείο με το να δεχτεί ότι ανακλήθηκε νομίμως και ως εκ τούτου έπαυσε η χορηγηθείσα από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα πληρεξουσιότητα και δυνατότητα αντιπροσώπευσής της, όσον αφορά πωλήσεις των ως άνω ακινήτων, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 218 εδ.

α’ ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη τις πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης.

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός, αν ο μη απαντηθείς ισχυρισμός είναι μη νόμιμος ή αλυσιτελής, αόριστος, εκπρόθεσμος και γενικά απαράδεκτος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην ένδικη περίπτωση ο αναιρεσείων, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του παραδεκτά προβληθέντα ισχυρισμό του ότι η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε το επίμαχο πληρεξούσιο καθ’ υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, αλλά και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, καθόσον η πληρεξουσιότητα αυτή απέβλεπε στην αποκλειστική εξυπηρέτηση του συμφέροντός του και σε εκπλήρωση και μόνον υποχρεώσεώς της από την μεταξύ τους εσωτερική σχέση της πώλησης και συνεπώς η εν λόγω ανάκληση, με σκοπό το σφετερισμό του καταβληθέντος τιμήματος, αλλά και την περαιτέρω εκμετάλλευση των ακινήτων είναι καταχρηστική, κατά την έννοια των άρθρων 281 και 288 ΑΚ.

Όμως, τα επικληθέντα περιστατικά, αυτά και μόνον, δεν αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση της ενστάσεως από τις παραπάνω διατάξεις.

Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη, με το να μην απαντήσει στον ως άνω μη νόμιμο ισχυρισμό, αλλά και αλυσιτελή, εφόσον το Εφετείο δέχτηκε ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό τρίτων, δεν είναι επιδεκτική μομφής για την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απαράδεκτος.

Κατ’ ακολουθίαν, η ένδικη αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκησή της, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2014 αίτηση του Θ. Μ. του Γ., για αναίρεση της 123/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ