Legislator Case Law & Legislation
1128/2012 AI generated

1128/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1128/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2216/207 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3422/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2010 αίτησή τους καθώς και με την 31-5-2010 παραίτηση από τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε και την επανέφεραν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2011 κλήση τους.

Legislator headnote

AI generated

1128/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αυτός ιδρύεται όταν η παραβίαση αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1128 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1128/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ν. Μ. του Π., κατοίκου ..., 2. Σ. χήρ. Π. Μ., το γένος Π. Α.-Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Μάρθας Ιεροδιακόνου-Κωστούλα, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Του Δήμου Γλυφάδας Αττικής, Ο.Τ.Α. α' βαθμού, που εδρεύει στην Γλυφάδα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κων/νου Λακαφώση, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις, και 2. του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου δια του Υπουργού Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, που εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ. Αντώνιου Αντωνίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2216/207 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3422/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-1-2010 αίτησή τους καθώς και με την 31-5-2010 παραίτηση από τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε και την επανέφεραν για συζήτηση οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2011 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 8-3-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθ. 8 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των Δημοσίων Κτημάτων", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 24 του Ν. 2732/1999, ορίζεται ότι οποιοσδήποτε αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο εκτός της νομής εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου ανεξάρτητα αν αυτό κατέχεται από το Δημόσιο ή τον ίδιο, οφείλει, πριν υποβάλλει σχετική αγωγή στο αρμόδιο, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαστήριο, να κοινοποιήσει με δικαστικό επιμελητή προς το Δημόσιο αίτηση, η οποία θα περιλαμβάνει τις αξιώσεις του, δηλαδή το δικαίωμά του, το είδος, την έκταση, την ακριβή θέση όπου κείται το ακίνητο και τα όριά του, μετά τοπογραφικού διαγράμματος συνταγμένου από μηχανικό, και τους τίτλους στους οποίους στηρίζει το δικαίωμά του, ως και τα ονόματα και την ακριβή διεύθυνση κατοικίας των μαρτύρων, οι οποίοι μπορούν να καταθέσουν υπέρ αυτού, καθώς και ότι αγωγή, που ασκείται χωρίς να έχει τηρηθεί η ως άνω προδικασία, κηρύσσεται απαράδεκτη από το αρμόδιο δικαστήριο.

Με τη διάταξη αυτή, θεσπίζεται το απαράδεκτο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, της στρεφομένης κατά του Δημοσίου, εάν δεν προηγηθεί η επίδοση προς αυτό της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή αίτησης. Η διαδικασία αυτή αποβλέπει στην επίλυση της διαφοράς από την αρμόδια διοικητική αρχή, με στόχο την αποφυγή δημιουργίας ασκόπων δικών, ιδίως όταν τα δικαιώματα των διεκδικούντων ακίνητα είναι προφανή και ως εκ τούτου, μπορούν ευχερώς να αναγνωρισθούν με τη σύντομη και αδάπανη διοικητική διαδικασία (ΑΠ 1895/1999).

Περαιτέρω, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αυτός ιδρύεται όταν η παραβίαση αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου.

Ο από το αρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τέλος, ο από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τέλος, ο από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε απαράδεκτο.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του και κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη η αγωγή των εναγόντων-νυν αναιρεσειόντων, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του εναγομένου-νυν αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (το οποίο - και μόνον - αφορά ο λόγος αυτός), με την αιτιολογία ότι "στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για διεκδικητική αγωγή, στην οποία σωρεύεται και αίτηση αποζημιώσεως, λόγω του ανεφίκτου της αυτούσιας αποδόσεώς του -ακινήτου- και στην οποία είναι αναγκαία η τήρηση της προδικασίας του άρθ. 24 Ν. 2732/1999", υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη:

α) από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε την ως άνω διάταξη, καθώς και από το αρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, όπως, παραδεκτώς, κατ' άρθ. 562§4 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός συμπληρώνεται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη, εκ του ότι, παρά το νόμο, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, διότι, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι εφαρμοστέα η ως άνω διάταξη, αφού η κρινόμενη αγωγή τους δεν είναι διεκδικητική, αλλά αγωγή καταβολής αποζημίωσης, από απαλλοτρίωση, β)επίσης από το αρθ. 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ, εκ του ότι η εφαρμογή της ίδιας ως άνω διάταξης αντίκει9ται στην αρχή της δικονομικής ισότητας των διαδίκων και του δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας (άρθ. 4 και 20 παρ.1 του Συντάγματος), στις αρχές της δίκαιης δίκης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, των άρθ. 6 παρ.1 και 14 της ΕΣΔΑ, στην αρχή της προστασίας της περιουσίας του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και των αρθ. 14 και 26 αυτών και στο Διεθνές Σύμφωνο ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και γ) από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τους ενάγοντες, με λόγο έφεσης, ισχυρισμό (ένσταση) περί δεδικασμένου, προκύπτοντος από την υπ' αριθμ. 2685/1988 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για την ύπαρξη κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, επί της επίδικης έκτασης των 333 τμ.

Από το περιεχόμενο της αγωγής των εναγόντων -νυν αναιρεσειόντων, το δικόγραφο της οποίας, παραδεκτώς, κατ' άρθ. 561§2 ΚΠολΔ, εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, προκύπτει ότι το αίτημα αυτής είναι (κατά λέξη) το εξής:

Επειδή οι εναγόμενοι αμφισβητούν την ιδιοκτησία στο σύνολο της εδαφικής έκτασης των 333 τμ της προβλεπόμενης αυτοαποζημίωσης με βάση την 62/79 πράξη απαλλοτρίωσης, την οποία κατέλαβαν παράνομα, αυθαίρετα και χωρίς προηγουμένη αποζημίωση μας, και παρά το γεγονός ότι ουδέποτε απωλέσαμε τα εμπράγματα δικαιώματα μας επ' αυτής, συντρέχει νόμιμη περίπτωση και έχουν πρόδηλο έννομο συμφέρον όπως 1)αναγνωριστεί 1α) ότι η έκταση των 333 τμ που προεβλέπετο ως αυτοαποζημίωση από την 62/79 πράξη απαλλοτρίωσης, ήταν άμεσα συναρτημένη με την προβλεπόμενη από την ως άνω πράξη απαλλοτρίωσης, προσκύρωση έκτασης 960 τμ στην ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου μας, η οποία ουδέποτε υλοποιήθηκε, και συνεπώς ουδέποτε η ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου μας απέκτησε κάποια ωφέλεια και υπεραξία από την προσκύρωση αυτή και άρα ότι η προβλεπόμενη αυτοαποζημίωση δεν έχει κανένα νόμιμο έρεισμα, 1β) ότι η ως άνω έκταση των 333 τμ ουδέποτε αποζημιώθηκε με οποιονδήποτε τρόπο [σύμφωνα με το νόμο, το Σύνταγμα και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου, και παράνομα καταλήφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και τον Δήμο Γλυφάδος], είτε απ' ευθείας, είτε κατόπιν συντάξεως πράξεως αναλογισμού, ιδίως εν όψει της εκδόσεως του προαναφερθέντος νεωτέρου Δ/τος του 1985, το οποίο παρείχε κάθε ευχέρεια στην διοίκηση να προχωρήσει στην διαδικασία αποζημιώσεως μας, συνυπολογίζοντας όλα τα τμήματα της ιδιοκτησίας μας που δεν είχαν αποζημιωθεί με την αρχική απαλλοτρίωση. 2 να αναγνωριστούμε, με έκδοση δικαστικής απόφασης αποκλειστικοί κύριοι και νομείς της ως άνω περιγραφείσης εδαφικής έκτασης, ήτοι εμβαδού 333 τμ [όπως εμφαίνεται στο από Μάρτιο 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Φ.

Δ. υπό στοιχεία 70-71 -72-72β-82-83-84-85-70 [και συνορεύει ΒΟΡΕΙΑ με ιδιοκτησία πρώην Π. και νυν Λ. Βουλιαγμένης επί πλευράς [70-71-72] συνολικού μήκους μέτρων 32,44 [ήτοι 70-71 ίσον μέτρα 17,41 και 71-72 ίσον μέτρα 15,03 ίσον μέτρα 32,44], ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με προαναφερθείσα ευρύτερη ιδιοκτησία Π. Μ. και πέραν αυτής με νοητή συνέχεια οδού ..., επί τεθλασμένης πλευράς [72-72β-82] συνολικού μήκους μέτρων 24,41 [72-72β ίσον μέτρα 3,47 και 72β-82 ίσον μέτρα 20,94 ίσον μέτρα 24,41], ΝΟΤΙΑ με ιδιοκτησία Π.

Μ. επί καμπύλης πλευράς 82-83-84-85 συνολικού μήκους μέτρων 18,58 [82-83 ίσον μέτρα 4,50 και 83-84 ίσον μέτρα 4,50 και 84-85 ίσον μέτρα 9,58 ίσον μέτρα 18,58] και ΔΥΤΙΚΑ με καταργούμενη οδό ... και πέραν αυτής με προβλεπόμενη από το σχέδιο οδό ... επί πλευράς 70-85 ως άνω διαγράμματος συνολικού μήκους 10,83 μέτρων]], ότι ουδέποτε απωλέσαμε τα εμπράγματα δικαιώματα μας επ αυτής, και ότι παράνομα και κακόπιστα μας αποστέρησαν οι αντίδικοι από την κατοχή του ακινήτου καταλαμβάνοντας το αυθαίρετα, παράνομα και χωρίς προηγούμενη αποζημίωση μας.

3) να υποχρεωθούν οι αντίδικοι να μας αποδώσουν την ως άνω περιγραφείσα έκταση.

4) επικουρικά, επειδή η ως άνω περιγραφείσα έκταση των 333 τμ πού αντιστοιχούσε σε αυτοαποζημίωση άμεσα συναρτημένη με την ουδέποτε υλοποιηθείσα προσκύρωση 960 τμ στην ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου μας, σύμφωνα με την 62/79 πράξη απαλλοτριώσεως, βρίσκεται ήδη εν μέσω των διανοιγέντων οδών ήτοι Λ. Βουλιαγμένης και ..., και είναι βέβαιο ότι δεν είναι εφικτή η αυτούσια απόδοση της σε εμάς ως νόμιμων κυρίων αυτής άλλως είναι ασύμφορη η αυτούσια απόδοση αυτής για τους ως άνω λόγους ζητούμε 4α) να αναγνωριστεί ότι είναι ανέφικτη άλλως ασύμφορη η αυτούσια απόδοση της ως άνω έκτασης διότι ευρίσκεται εν μέσω ήδη διανοιχθέντων οδών που έχουν ήδη αποδοθεί στην κοινή χρήση, 4β) να υποχρεωθούν οι αντίδικοι, λόγω ανέφικτου άλλως ασύμφορου της αυτούσιας απόδοσης της ως άνω έκτασης, να μας καταβάλλουν ως αποζημίωση, για την ως άνω εδαφική έκταση της οποίας είμεθα κύριοι και νομείς, και την οποία αυθαίρετα παράνομα και χωρίς αποζημίωση κατέλαβαν οι αντίδικοι το ποσόν των [...] ευρώ ανά τμ ήτοι συνολικό ποσόν εκ ευρώ και αυτά σε ολόκληρο και με το νόμιμο τόκο από της κοινοποιήσεως της από 27.12.2005 αγωγής μας, άλλως από της κοινοποιήσεως της παρούσης αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, [για τον καθορισμό της τιμής αποζημιώσεως πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι το σύνολο της εκτάσεως της ιδιοκτησίας μας που δεν αποζημιώθηκε ήτοι 333 τμ αυτοαποζημίωση, 106 τμ προβλεπόμενη προσκύρωση από αρχική αποζημίωση σε ιδιοκτησία Κ.

και 331 τμ που έμειναν εκτός αρχικής απαλλοτριώσεως συνέθεταν μια άρτια και οικοδομήσιμη ιδιοκτησία στην περιοχή αυτή] άλλως και επικουρικώς 4β1) να υποχρεωθεί το ελληνικό δημόσιο να μας καταβάλει την ανάλογη αποζημίωση για την εδαφική έκταση των 147 τμ μέτρων που κατέλαβε για την διάνοιξη της Λ. Βουλιαγμένης ήτοι 147 τμ επί ...

ευρώ ίσον ... Ευρώ με το νόμιμο τόκο από της κοινοποιήσεως της από 27.12.2005 αγωγής μας άλλως από της κοινοποιήσεως της παρούσης μέχρις εξοφλήσεως και 4β2) να υποχρεωθεί ο Δήμος Γλυφάδος να μας καταβάλει την ανάλογη αποζημίωση για την εδαφική έκταση των 186 τμ μέτρων που κατέλαβε για την διάνοιξη της ... ήτοι 186 τμ επί ...

ευρώ ίσον με το νόμιμο τόκο από της κοινοποιήσεως της από 27.12.2005 αγωγής μας άλλως από της κοινοποιήσεως της παρούσης, μέχρις εξοφλήσεως.

Από το ως άνω περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής σαφώς προκύπτει ότι αυτή, κατά το κύριο αίτημά της, είναι διεκδικητική αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθούν κύριοι και να υποχρεωθεί και το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να αποδώσει σ' αυτούς την επίδικη εδαφική έκταση των 333 τμ, την οποία αυτό παρανόμως κατέλαβε και επικουρικώς, επειδή η αυτούσια απόδοση του ακινήτου είναι ανέφικτος, αφού βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διανοιγείσες οδούς, άλλως ασύμφορος, ζητούν να υποχρεωθεί να καταβάλει σ' αυτούς ως αποζημίωση, την εις χρήμα αξία του επιδίκου ακινήτου.

Συνεπώς, για το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής αυτής, θα έπρεπε να έχει προηγηθεί η επίδοση σχετικής αίτησης προς το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ.8 του ΑΝ 1539/1938, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθ. 24 Ν. 2732/1999, η οποία είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, όπως ορθώς έκρινε και το δικάσαν Εφετείο, το οποίο, λόγω μη τήρησης της προδικασίας αυτής, την απέρριψε, ως απαράδεκτη. Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το σκέλος αυτού, από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ενώ, από το άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η προαναφερθείσα διάταξη, ως καθορίζουσα την τήρηση προδικασίας, έχει το χαρακτήρα δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου διάταξης.

Επίσης, η ως άνω διάταξη του αρθ. 8 του ΑΝ. 1539/1938 θεσπισθείσα προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, αλλά και προς διευκόλυνση των έναντι του δημοσίου προβαλλόντων εμπράγματα δικαιώματα ιδιωτών, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθ. 4 και 20§1 αυτού - αρχή της ισότητας και της παροχής εννόμου προστασίας), ούτε στην αρχή της δίκαιης δίκης και της απαγόρευσης διακρίσεων, καθώς και της προστασίας της περιουσίας, των άρθ. 6 και 14 της ΕΣΔΑ και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής αφού με την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ειδική διοικητική προδικασία δεν θίγονται δικαιώματα ουσιαστικά ή δικονομικά των ιδιωτών, όπως τα ανωτέρω αναφερόμενα και προστατευόμενα από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ, παρά μόνο τίθεται ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της κατά του Δημοσίου στρεφομένης εμπραγμάτου αγωγής, η τήρηση της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή διοικητικής διαδικασίας, η οποία αυτεπαγγέλτως ερευνάται από το δικαστήριο. Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος και κατά τις αιτιάσεις αυτές ο πρώτος, από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Ο ίδιος (πρώτος) λόγος, κατά το από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, σκέλος αυτού, για μη λήψη υπόψη της προταθείσας ένστασης δεδικασμένου, ως προς την ύπαρξη κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εναγόντων, επί του επιδίκου, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δεν ερεύνησε την αγωγή κατ' ουσία (για την ύπαρξη ή μη κυριότητας ως προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά απέρριψε αυτήν, ως απαράδεκτη, λόγω μη τήρησης της από την προαναφερθείσα διάταξη επιβαλλόμενης προδικασίας.

Για να στοιχειοθετηθεί ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (έλλειψη νόμιμης βάσης, ένεκα ανεπάρκειας και ασάφειας αιτιολογιών) πρέπει το δικαστήριο να εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ενώ, αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται εάν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο ή για άλλο τυπικό λόγο.

Επίσης, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 9γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθμ. 19 και 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι, ενώ οι ενάγοντες - νυν αναιρεσείοντες, με την επικουρική βάση της αγωγής τους, ζητούσαν, λόγω του ανεφίκτου της αυτούσιας απόδοσης του ακινήτου, να υποχρεωθούν οι δύο εναγόμενοι (Δημόσιο και Δήμος Γλυφάδας), εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στους ενάγοντες την εις χρήμα αποζημίωση, για την αξία της συνολικής επίδικης εδαφικής έκτασης των 333 τμ ή άλλως, το μεν Δημόσιο, την ανάλογη αποζημίωση, για την εδαφική έκταση των 147 τμ, που κατελήφθη για τη διάνοιξη της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, ο δε Δήμος Γλυφάδας, την ανάλογη αποζημίωση, για την εδαφική έκταση των 186 τμ, που κατελήφθη για τη διάνοιξη της οδού ... .

Εν τούτοις το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, αποφάνθηκε μόνο επί του δευτέρου μέρους του επικουρικού αιτήματος, και υποχρέωσε το Δήμο Γλυφάδας στην καταβολή εις χρήμα αποζημίωσης μόνο για το τμήμα των 186 τμ, ενώ δεν αποφάνθηκε ή άλλως απέρριψε (σιωπηρά) και χωρίς αιτιολογία το αίτημα για το υπόλοιπο τμήμα, (άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) ή άλλως άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτό (άρθ. 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ).

Υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, δεν θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των δύο εναγομένων, για την κατάληψη ολόκληρης της εδαφικής έκτασης των 333 τμ, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές ενέργειες, που αφορούν δύο διαφορετικά τμήματα, δηλαδή κατάληψη του τμήματος των 186 τμ από τον εναγόμενο Δήμο Γλυφάδας και κατάληψη τμήματος 147 τμ, από το εναγόμενο Δημόσιο.

Συνεπώς, το αίτημα περί καταδίκης εις ολόκληρο των δύο εναγομένων, για την αξία της συνολικής έκτασης των 333 τμ δεν είναι νόμιμο και το Εφετείο, το οποίο σιωπηρά απέρριψε αυτό, αλλά σαφώς ως μη νόμιμο, δεν άφησε αυτό αδίκαστο και δεν υπέπεσε στην από το άρθ. 559 αριθμ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, ως προς το ζήτημα, στο οποίο αναφέρεται ο λόγος, δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.

Με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, για τον οποίον προσάγεται δήλωση παραίτησης, η οποία, όμως, δεν προκύπτει ότι έχει επιδοθεί στους αντιδίκους, κατά το άρθ. 297 ΚΠολΔ, ώστε να είναι νομότυπη η παραίτηση, αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για μη λήψη υπόψη επικληθέντος και προσκομισθέντος εγγράφου, προς απόδειξη της αξίας του επιδίκου ακινήτου και συγκεκριμένα της υπ' αριθμ. 7037/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι από τη διαλαμβανομένη στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και ως προς το ζήτημα που αφορά ο λόγος αυτός, έλαβε υπόψη "και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται", ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το ως άνω, φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη, έγγραφο.

Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι ηττηθείσες αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, (χωριστά για τον καθένα εκ των αναιρεσιβλήτων, διότι παραστάθηκαν με διαφορετική εκπροσώπηση ο καθένας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-1-2010 αίτηση μετά των προσθέτων λόγων αυτής των Ν. Μ. και Σ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3422/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τον πρώτο εξ αυτών (Δήμο Γλυφάδας) και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για το δεύτερο (Ελληνικό Δημόσιο).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ