Supreme Court dismisses appeal against state's lower interest rate on public debt citing public interest exception.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the state's liability for interest on public debt. The appellants argued that the state's lower interest rate violated constitutional equality and fair trial rights, while the state contended the rate was necessary for fiscal stability. The court ruled that the state's lower interest rate constitutes a permissible exception justified by the public interest of ensuring the state's ability to serve citizens, thereby upholding the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 § 1 Constitution; Art. 20 Constitution; Art. 6 § 1 ECHR; Art. 21 K.Ν.Δ.Δ.: The state's lower interest rate on public debt constitutes a permissible exception justified by the public interest of ensuring the state's ability to serve citizens.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1128 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1128/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Χ1 χήρας Ζ το γένος ..., κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ..., 3. Χ3, κατοίκου ... και 4. Χ4, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό οικονομίας και Οικονομικών , τον Υπουργό Πολιτισμού και τον Υφυπουργό Αθλητισμού, που κατοικοεδρεύει στην .... Εκπροσωπήθηκε από τον Ευστράτιο Συνοίκη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-4-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5848/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5294/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-12-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 29-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στην παρούσα δίκη εκπροσωπεί Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κατά το άρθρο 1§1 του ΒΔ της 26-6/10-7-1944 περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου και όχι και οι Υπουργός Πολιτισμού και Υφυπουργός Αθλητισμού ως αναφέρεται στο αναιρετήριο εκ περισσού, η εν λόγω δε αναγραφή δεν επέφερε ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της αίτησης αναιρέσεως, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο είναι αβάσιμα.
ΕΠΕΙΔΗ από τη διάταξη του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, προκύπτει ότι το Σύνταγμα θεσπίζει την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων Πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δ/ρια (Ολ.
ΑΠ 23/04). Εξάλλου, στα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 § 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28 § 1 Συντάγματος) τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.
Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγεται επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση, προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε προς αυτές του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία του δανειστή, αλλ' ούτε και προς τα άρθρα 14 § 1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκπληρώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ.
ΑΠ 3/2006).
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα ποσά, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως, από την επίδοση της αγωγής, αντί του νόμιμου επιτοκίου υπερημερίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 15 § 5 του Ν. 876/1979 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτής εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις, είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-12-06 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθ. 5294/06 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2010 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ