Legislator Case Law & Legislation
1127/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to vague grounds and failure to cite substantive law violated.

Case Number 1127/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision rejecting a civil claim. The appellant argued procedural errors but failed to specify the substantive law violated or cite the relevant legal provisions in the appeal petition. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible for lack of clarity and insufficient grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal must clearly state the substantive law violated and cannot rely on vague procedural allegations without identifying the specific legal rule breached.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive law violation vague grounds Code of Civil Procedure procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(1), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1), 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 27/1998
Supreme Court of Greece, Case 32/1996
Supreme Court of Greece, Case 1720/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1127 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1127/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μασούρα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2017 μη οριστική, 237/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη από 30.11.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 71/19.08.2021, τελεσίδικη απόφαση του, Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, το οποίο απέρριψε την από 01.10.2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 237/13.08.2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 13.11.2015 από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του ανιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, υπήρξε απόληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο ήδη αναιρεσίβλητος ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας κατά του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων τινών την από 13.11.2015 αγωγή από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998. Η άνω αγωγή συζητήθηκε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατ' αντιμωλίαν αριθμού των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 262/04.09.2017 μη οριστική απόφαση αυτού (πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου).

Επανελθούσης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η αγωγή συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε δε η υπ' αριθμ. 237/13.08.2019 οριστική απόφαση του αυτού Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας), με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλε με την από 01.10.2019 έφεσή του που απηύθηνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και έστρεψε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, το ήδη αναιρεσείον. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 71/19.08.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος.

Κατά της αποφάσεως αυτής του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στρέφεται το αναιρεσείον με την από 30.11.2021 αίτησή του ζητώντας την αναίρεσή της για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους. Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στις οποίες στηρίχθηκε η εκφορά της δικανικής κρίσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, είναι, κατ' αντιγραφήν, οι ακόλουθες: "Δυνάμει της υπ' αρίθμ. 15525/2015 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Λευκάδας Σπυρίδωνα Αρβανίτη, η οποία έχει καταχωρηθεί με την διαδικασία του άρθρου 7 Α του Ν.2664/1998 στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκάδας, ο ενάγων αποδέχτηκε, κατά ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου, την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά του πατέρα του Α.

Σ. του Σ., ο οποίος απεβίωσε στην Αθήνα στις 18-4-1968 αδιάθετος. Ο Α. Σ. κληρονομήθηκε από την σύζυγο του Μ. χήρα Α. Σ., το γένος Β. Κ., κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου και από τα πέντε τέκνα του, ήτοι τον ενάγοντα, την Ε. Σ. συζ. Δ. Ζ., την Μ. Σ. συζ. Ξ. Σ., την Σ. Σ. συζ. Α. Κ. και τον Α. Σ. του Α. κατ' ισομοιρία, ήτοι κατά ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου από τον καθένα.

Ακολούθως την 7η -9-2003 απεβίωσε η μητέρα του ενάγοντος και συγκληρονόμος-συγκύρια κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων ακινήτων, η οποία κατέλειπε το ποσοστό της επ' αυτών με την υπ. αρίθμ. 8.400/27-9-2001 δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Λευκάδας Χαρίκλειας Γράψα και δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ.

αρίθμ. 107/2007 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας στον συγκληρονόμο κατά ποσοστό 15% εξ αδιαιρέτου επί των κληρονομιαίων ακινήτων, αδερφό του ενάγοντος, Α. Σ., με αποτέλεσμα αυτός να καταστεί κύριος των ως άνω ακινήτων κατά ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου. Ακολούθως στις 14-3-2010 απεβίωσε στην Λευκάδα ο Α.

Σ., ο οποίος με τις από 15-9-2008 και 18-6-2009 ιδιόγραφες διαθήκες που δημοσιεύτηκαν νόμιμα με τα υπ. αρίθμ. 61 και 62/2010 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας κατέστησε κληρονόμο επί του ιδανικού μεριδίου επί των ως άνω ακινήτων το Ελληνικό Δημόσιο, πλην μιας οικίας, την οποία κατέλειπε στο "Χαμόγελο του Παιδιού".

Εν προκειμένω τα επίδικα ακίνητα είναι τα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ... τα οποία βρίσκονται εντός της κτηματικής περιφέρειας του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκάδας και στην περιοχή της Απόλπαινας και κατά τις πρώτες εγγραφές έχουν καταχωρηθεί ως ανήκοντα στην αποκλειστική κυριότητα του Α.. Σ..υ του Α.-αδερφού του ενάγοντος.

Όπως ήδη προαναφέρθηκε η Μ. Σ. με την ως άνω αναφερόμενη διαθήκη της εγκατέστησε αποκλειστικό της κληρονόμο τον υιό της, Α. Σ. του Α. χωρίς να καταλείπει οτιδήποτε στα υπόλοιπα τέσσερα τέκνα της, τα οποία, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ίδια ως άνω διαθήκη της, τα έχει τακτοποιήσει αναφέροντας ειδικότερα τα περιουσιακά στοιχεία που καθένας εξ αυτών έλαβε με τις εν ζωή παραχωρήσεις της.

Εν συνεχεία στην διαθήκη της αναφέρει ότι είχε συμφωνήσει με τον σύζυγο της, ο οποίος είχε πωλήσει την προίκα που αυτή έλαβε να πάρει ανάλογα χωράφια από τα χωράφια της Απόλπαινας, χωρίς όμως καμία εξειδίκευση σχετικά με την παραχώρηση κάποιου ακινήτου από τα ως άνω κληρονομιαία. Από τα ανωτέρω δεν αποδείχτηκε ότι πράγματι υπήρχε κάποια άτυπη διανομή ή παραχώρηση ακινήτων της περιουσίας του Α..

Σ. το έτος 1968 ή μετέπειτα προς τα τέκνα του ή την σύζυγο του. Στο ανωτέρω συμπέρασμα συνηγορεί και το γεγονός ότι το έτος 1989 η Μ. Σ. και τα τέκνα της προκειμένου να μεταβιβάσουν ένα εκ των ακινήτων τους προέβησαν στην σύνταξη της υπ. αρίθμ. 4406/1989 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Σοφίας Τσάκαλου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λευκάδας (τόμος 150 και με αριθμό 27).

Περαιτέρω δε και στην από 15-9-2018 ιδιόγραφη διαθήκη του ο Α. Σ. για να δικαιολογήσει την αποκλειστική κυριότητα του επί των ακινήτων αναφέρει ότι η μητέρα του δικαιούται να λάβει την προίκα της από την περιουσία του πατέρα του Α.. Σ., σύμφωνα με την διαθήκη της. Από τα ανωτέρω όμως αποδειχθέντα προκύπτει ότι τα επίδικα ακίνητα δεν ανήκαν στην αποκλειστική κυριότητα του Α.

Σ.υ, αλλά αντίθετα αυτά αποτελούσαν κληρονομιαία περιουσία του Α.. Σ., η οποία μετά τον θάνατο του ιδίου και της συζύγου του περιήλθε στον Α. Σ. κατά ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω. Περαιτέρω αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι δεν ελήφθη υπόψη η υπ. αρίθμ. 79/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας με την οποία απερρίφθη η υπ.

αριθμ. 53/2010 αγωγή του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου κατά του Ελληνικού Δημοσίου και η οποία επικυρώθηκε εν συνεχεία με την υπ. αρίθμ. 103/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας για την ακύρωση των από 15- 9-2008 και 15-9-2009 ιδιόγραφων διαθηκών του αδερφού του Α. Σ.υ καθώς αφενός μεν ελήφθησαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφετέρου δε κρίσιμο είναι εν προκειμένω το ποσοστό της μερίδας του Α.

Σ.υ επί της κληρονομιαίας περιουσίας, την εγκυρότητα άλλωστε των οποίων δέχτηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ενώ επιπροσθέτως η ως άνω αναφερόμενη αγωγή είχε διαφορετική ιστορική και νομική βάση από την παρούσα. Περαιτέρω σχετικά με την προσκομιζόμενη υπ. αρίθμ. 44/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εξεδόθη επί αγωγής που είχε ασκήσει ο Α.

Σ. για το ακίνητο με ΚΑΕΚ ... και στρεφόταν εναντίον των Γ. Κ. του Ν. και A. G. συζ. Γ. Κ. παρατηρητέα τυγχάνουν τα ακόλουθα: με την απόφαση αυτή ο Α. Σ. αναγνωρίστηκε κύριος ενός γεωτεμαχίου μεγαλύτερου σε έκταση από το ανωτέρω κατόπιν άτυπης παραχώρησης από το πατέρα του Α. Σ. το έτος 1965 αφενός μεν δεν παράγει δεδικασμένο καθώς στην δίκη αυτή δεν συμμετείχε ο ενάγων αφετέρου και με την ως άνω απόφαση δεν γίνεται δεκτό ότι ο Α.

Σ., ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι ασκούσε πράξεις νομής επί του ως άνω ακινήτου είχε γνωστοποιήσει στους συγκληρονόμους και συγκυρίους αυτού, ήτοι και στον ενάγοντα, την πρόθεσή του να νέμεται αυτό αποκλειστικά και μόνο στο όνομα του και ως αποκλειστικός κύριος αυτού.

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις".

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 περίπτ. α' του Κ.Πο.λΔ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλομένη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (Α.Π. 55/2022, Α.Π. 591/2017, Α.Π. 542/2017).

Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 1037/2023, Α.Π. 1089/2017, Α.Π. 1345/2011, Α.Π. 1442/2009).

Το δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 του Κ.Πολ.Δ. λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημοδία τάξη και, συνεπώς, ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 16 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 562§2 του Κ.Πολ.Δ., να έχει προβληθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης αποφάσεως, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (Α.Π. 1131/2015, Α.Π. 541/2014, Α.Π. 294/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις δε των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει επίσης ότι το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσεως που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, εφόσον η έρευνα αυτού ήταν νομικώς αναγκαία γιατί αποτελούσε αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος και έπρεπε να προηγηθεί της ορισμένης κρίσεως του αντικειμένου της διαφοράς και αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (Α.Π. 135/2016, Α.Π. 644/2015).

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, δεδομένου ότι η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει μόνο από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι της αγωγής (Α.Π. 156/2013, Α.Π. 1135/2012), όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ.

προϋποθέσεων του δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561§2 του ιδίου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 257/2016, Α.Π. 449/2015).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως εγένοντο δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (Α.Π. 877/2018, Α.Π. 713/2011, Α.Π. 1164/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 περίπτ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν και τούτο (αναιρεσείον) είχε προβάλλει νομοτύπως τον ισχυρισμό ότι, σε σχέση με το αντικείμενο της ένδικης υποθέσεως υπάρχει δεδικασμένο, απορρέον από την υπ' αριθμ. 103/ 15.07.2014 τελεσίδικη, και ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, αποφάνθηκε, παρά τον νόμο, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο και απέρριψε τον ισχυρισμό του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβλήθηκε, αλλά είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της άνω αποφάσεως αντικείμενο της δίκης στην οποία εκδόθηκε η απόφαση αυτή ήταν η εγκυρότητα δύο ιδιογράφων διαθηκών του αδελφού του αναιρεσιβλήτου Α.

Σ.υ, ο οποίος, στις διαθήκες αυτές, ανέφερε ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκαν, κατά πλήρη κυριότητα, σε αυτόν (κληρονόμο), ως προερχόμενα από την κληρονομία της μητέρας του, της οποίας ήταν μοναδικός κληρονόμος. Όμως, το ζήτημα της κυριότητας, και μάλιστα κατά ποσοστό 100%, των κληρονομουμένων και ήδη επιδίκων ακινήτων δεν υπήρξε, ούτε καν παρεπιπτόντως, κριθέν θέμα στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η άνω απόφαση, εφόσον η έλλειψη κυριότητας του κληρονομουμένου επί των καταλειπομένων πραγμάτων δεν καθιστά άκυρη την τυχόν υπάρχουσα διαθήκη (Α.Π. 392/2023).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118§4, 562§2, 566§1, 577§3 και 578 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας (ευθεία ή) εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 559 αριθμ. (1 και) του 19 Κ.Πολ.Δ], η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήσαν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδομένη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και άνευ αντιφάσεων στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και ακολούθως της ορθότητας του διατακτικού.

Εξάλλου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλομένη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. Α.Π. 27/1998, Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 1720/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της αναιρετικής πλημμελείας συνισταμένης στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία αναφορικά με ουσιώδη ισχυρισμό αυτού (αναιρεσείοντος).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κρίνεται, προεχόντως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας και τούτο, διότι, στοαναιρετήριο δεν διαλαμβάνεται η διάταξη (ή οι διατάξεις) του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται (φέρονται) ως εκ πλαγίου παραβιασθείσα (παραβιασθείσες). Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.11.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 71/19.08.2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ