Legislator Case Law & Legislation
1127/2022 AI generated

Appeal dismissed because the new claim regarding employment status was merely an argument, not a substantive ground for appeal.

Case Number 1127/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his labor dispute claim. The appellant argued that the lower court failed to consider a new claim submitted via written submissions asserting he was a director entitled to specific benefits. The court ruled that this assertion constituted a mere argument rather than a substantive ground for appeal under Article 559 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, para. 8 of the Code of Civil Procedure; An assertion submitted via written submissions that merely supports a party's position without constituting a specific claim or basis for a request does not qualify as a 'matter' for appeal purposes.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive ground written submissions labor dispute employment status legal costs Article 559

Cited Legislation

AI generated
Art. 559, para. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191, para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1127 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1127/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Σ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσιάντο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Παπαϊωάννου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1078/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 624/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 13.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1383/117/19.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών με αριθμό 624/1.4.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε την από 28.3.2019 και με αριθμό κατάθεσης 6030/671/2019 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος με την από 15.10.2019 και με αριθμό κατάθεσης 2984/2581/2019 αντέφεση της εναγομένης - αντεκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος την αντέφεση και, έτσι, επικύρωσε τη με αριθμό 1078/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 27.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης 118909/21346/2017 αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι από τις 9.2.1990 μέχρι και τις 31.7.2017, οπότε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, αυτή τον απασχόλησε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις θέσεις ευθύνης που παραθέτει και με το ωράριο και με τις κυμαινόμενες μηνιαίες αποδοχές που επίσης παραθέτει, χωρίς να του καταβάλει επιδόματα εορτών και αδείας και ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη - αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 84.703,21 ευρώ, στο οποίο περιλαμβάνονται:

α) η αποζημίωση απόλυσής του, ύψους 53.132,70 ευρώ και β) τα επιδόματα Πάσχα ύψους 7.651,15 ευρώ, τα επιδόματα Χριστουγέννων ύψους 15.398,99 ευρώ και τα επιδόματα αδείας ύψους 8.520,37 ευρώ, που αφορούν στη χρονική περιόδου από 1.8.2012 έως 31.7.2017. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (μέσα στη διετή προθεσμία), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 19.5.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν προκύπτει ότι έχει επιδοθεί με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων, δημοσιεύθηκε την 1.4.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, ενώ ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.

Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και χωρίς να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι` αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.

η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 2242/2013, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 666/2009).

Η ένταξη στην οργανωμένη επιχείρηση του εργοδότη ναι μεν αποτελεί σοβαρή ένδειξη της προσωπικής εξάρτησης του απασχολούμενου, πλην όμως δεν συνιστά αποκλειστικό και ασφαλές κριτήριο τέτοιας εξάρτησης και δεν έχει ως αυτοδίκαιη συνέπεια την εξάρτηση αυτή (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 1034/2020, ΑΠ 997/2017). Σημειώνεται, ακόμη, ότι δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του απασχολουμένου, η ασφάλιση αυτού στο ΙΚΑ, η ασφάλισή του σε Ταμείο Ασφάλισης ελευθέρων επαγγελματιών, ή η χορήγηση σε αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 608/2014).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (β.δ. 174/1963), 31 Εμπ. Νόμου [όπως η τελευταία ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 79 παρ.13 του Ν. 3604/2007, με τον οποίο (νόμο) αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκαν διατάξεις του κ.ν. 2190/1920] και ήδη 19 παρ.2 του κ.ν 2190/1920, όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του Ν.2339/1995 (ΦΕΚ Α 204), [όπως αυτές ίσχυαν, πριν την κατάργηση του κ.ν. 2190/1920 με το Ν. 4548/2018 (ΦΕΚ Α' 104)], 713, 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, προκύπτει ότι το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας συνδέεται με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας με σχέση εντολής.

Αν, όμως, για τις υπηρεσίες που προσφέρει, λαμβάνει αμοιβή, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού, λόγω της ιδιότητάς του, ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της ανώνυμης εταιρείας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το διοικητικό συμβούλιο.

Η σχέση αυτή, είτε ως εντολή, είτε ως μίσθωση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, μπορεί να λυθεί οποτεδήποτε με καταγγελία (άρθρα 669, 672 ΑΚ) και δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 544/2010, ΑΠ 87/2009, ΑΠ 45/1997). Δεν αποκλείεται, όμως, το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας, σε εκτέλεση σύμβασης να παρέχει, παράλληλα προς τα καθήκοντα που έχει από τον νόμο ή το καταστατικό της εταιρείας υπό την ιδιότητά του αυτή, και υπηρεσίες με αμοιβή, τακτικώς προσδιορισμένη με εργασιακή σύμβαση, οπότε, αν η τελευταία προϋπήρχε του διορισμού του ως μέλους του διοικητικού συμβουλίου δεν απαιτείται έγκριση της συναφθείσας εργασιακής σύμβασης με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης.

Ο χαρακτηρισμός δε της σύμβασης αυτής, ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, εξαρτάται, πέραν από την καταβαλλόμενη αμοιβή, από το αν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου [για τα καθήκοντα δηλαδή που ασκεί πέραν από τα συνηθισμένα και από το νόμο ή το καταστατικό καθορισμένα καθήκοντά του], υποβάλλεται ή όχι σε νομική εξάρτηση από τα αρμόδια όργανα της εταιρείας (εργοδότη), αν δηλαδή αυτά έχουν δικαίωμα να ασκούν έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του και να παρέχουν δεσμευτικές για τον μετέχοντα στο διοικητικό της συμβούλιο, εντολές και οδηγίες για την επιμελή εκτέλεση τούτων, οπότε πρόκειται για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1989/2017).

Εξ άλλου για τον ορθό χαρακτηρισμό μιας σύμβασης ως σύμβασης εργασίας ή έργου ή εντολής ή σύμβασης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ο οποίος αποτελεί κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ερευνώνται οι όροι και οι πραγματικές συνθήκες εκτέλεσης της εργασίας, αφού ληφθεί υπόψη (για την ερμηνεία των δικαιοπρακτικών δηλώσεων) η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία κατά την ερμηνεία της δήλωσης αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ επίσης δεν ασκεί επιρροή ο νομικός χαρακτηρισμός που δίνεται σε αυτήν από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 171/2016, ΑΠ 465/2013, ΑΠ 2242/2013).

Στο άρθρο 2 της διεθνούς σύμβασης εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες (=επιχειρήσεις), δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνον μιας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία.

Τούτο διότι στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επ' αυτού και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης.

Σε αντιστάθμισμα της μη εφαρμογής των διατάξεων για τα χρονικά όρια εργασίας, οι διευθύνοντες υπάλληλοι αμείβονται, συνήθως, με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις αποδοχές που καταβάλλονται στους άλλους μισθωτούς. Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως "διευθύνοντος υπαλλήλου" δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει απέναντι τόσο στον εργοδότη, όσο και στους λοιπούς εργαζόμενους.

Εφ' όσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θωρηθεί αντικειμενικά ως "διευθύνων υπάλληλος", τότε, αν και εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει, ρητώς, η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβασή τους (ΑΠ 935/2017, ΑΠ 478/2014).

Ωσαύτης ο διευθύνων υπάλληλος δεν δικαιούται άδεια αναψυχής (εκτός αν υπάρχει αντίθετη συμφωνία) (ΑΠ 249/2019, ΑΠ 1891/2017, ΑΠ 980/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εκτίμηση όλων των με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα ως προς την έρευνα των λόγων της ένδικης αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη, έχει ως κύριο εμπορικό σκοπό την μεταπώληση αυτοκινήτων VOLKSWAGEN και AUDI, τα οποία προμηθεύεται από την γενική εισαγωγέα στην Ελλάδα KOSMOCAR/KARENTA ΑΕ, την παροχή υπηρεσιών επισκευής τους και την μεταπώληση ανταλλακτικών αυτοκινήτων.

Ιδρυτές της εναγομένης ήταν οι Κ. Τ., Χ. Τ., Γ. Ι. και Ι. Ε. και κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής, ποσοστό 50% των μετοχών της εταιρίας, κατέχει η ..., 2,98% η Ε. Τ., 2,98% η Χ. Τ., θυγατέρες του ενός από τους ιδρυτές, 12,50% ο Β. Ε., 12,50% ο Δ. Ε., γιοι ιδρυτή Ι. Ε., 8,33% η εταιρία ..., 2,75% ο Ι. Ε. και 7,96% η Μ. Ι.. Κατά τα έτη 1987-2002 πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και διευθύνων σύμβουλος αυτής, ήταν ο Κ.

Τ. με συνδιευθύνοντες συμβούλους μέχρι το 1992 τους Γ. Ι., Χ. Τ. και Ι. Ε., την επόμενη πενταετία τους Δ. Ε. και Χ. Τ. και από 30-6-1997 τους Δ. Ε. και Ε. Τ., σύζυγο του ενάγοντος από το έτος 1988. Το ίδιο συμβούλιο παρέμεινε και την επόμενη πενταετία. Από την 30-6-2007 για μία πενταετία, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος ήταν η Ε.

Τ. και στην επόμενη ένδικη πενταετία, από 30-6-2012 έως και την 30-6-2017, πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος της εναγομένης παρέμεινε η σύζυγος του ενάγοντος, Ε. Τ., αντιπρόεδρος η Χ. Τ. και μέλος του δ.σ., ο ενάγων Κ. Π.. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι μέχρι το έτος 1998, ο ενάγων, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, προμήθευε την εναγομένη εταιρία έναντι αμοιβής, εξαρτήματα (αξεσουάρ), με τα οποία η τελευταία εξόπλιζε τα αυτοκίνητα που πωλούσε, όπως ραδιοκασετόφωνα, συστήματα κλιματισμού, συναγερμούς κλπ.

Στην συνέχεια, από το έτος 1998, άλλαξε η εμπορική τακτική της εναγομένης και πλέον πωλούσε τα αυτοκίνητα, που διέθετε, με όλο τον προαναφερόμενο εξοπλισμό "στάνταρ", οπότε έπαυσε να ισχύει η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και καταρτίστηκε μεταξύ τους άτυπη αρχικά συμφωνία, κατά την οποία ο ενάγων, προσλήφθηκε από την εναγομένη ως επόπτης των πωλήσεών της, ενώ από το 2006 υπογράφηκαν μεταξύ του ενάγοντος και της συζύγου του Ε.

Τ., ως εκπροσώπου της εναγόμενης με την ιδιότητά της ως διευθύνουσας συμβούλου αυτής, αλλεπάλληλα ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία συμφωνήθηκε ο ενάγων να αμείβεται με ποσοστό επί της προμήθειας, που αντιστοιχούσε στην εναγομένη έναντι της προμηθεύτριάς της KOSMOCAR/KARENTA ΑΕ, για κάθε αυτοκίνητο, που πωλούσε η εταιρία, αναγράφηκε δε στα συμφωνητικά ότι η αμοιβή αυτή καταβαλλόταν για τη διαμεσολάβηση στην πώληση των αυτοκινήτων.

Σημειώνεται ότι τέτοια διαμεσολάβηση εκ μέρους του ενάγοντος δεν πραγματοποιούταν, αντίθετα αυτή διενεργούταν από τους υπαλλήλους-πωλητές της εναγομένης, που εργάζονταν σ' αυτή με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Στα καθήκοντα του ενάγοντος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, ήταν η επιλογή και πρόσληψη των πωλητών, η εποπτεία αυτών στην άσκηση των καθηκόντων τους και η εκπαίδευσή τους με συμμετοχή στα σχετικά εκπαιδευτικά σεμινάρια που διοργάνωνε η KOSMOCAR.

Στην άσκηση των καθηκόντων του αυτών ο ενάγων, μέλος και του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, [...], δεν υπόκειτο στον έλεγχο της εναγομένης, τόσο κατά τον χρόνο εργασίας, όσο και κατά τον τρόπο διεκπεραίωσής της. Τα ίδια καθήκοντα ασκούσε ο ενάγων από το έτος 2001 παράλληλα και στο νέο κατάστημα που λειτούργησε η εναγομένη επί της λεωφόρου Γεωργικής Σχολής για τα αυτοκίνητα AUDI.

Για την άσκηση των καθηκόντων του, η εναγομένη παραχώρησε στον ενάγοντα αντίστοιχα γραφεία και στα δύο καταστήματα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, ενώ όλοι οι εργαζόμενοι που απασχολούνταν από την εναγομένη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, προσέρχονταν αρχικά μέχρι το έτος 2004 στις 07.00 και στη συνέχεια στις 08.00 και παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά κανόνα επί πενθήμερο εβδομαδιαία και επί εννέα ώρες ημερησίως, ο ενάγων προσερχόταν στο γραφείο του μετά τις 10.00 το πρωί και αποχωρούσε όταν ολοκλήρωνε την άσκηση των καθηκόντων του, εργαζόμενος αν υπήρχε ανάγκη Σάββατα, Κυριακές και αργίες.

Η απασχόλησή του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν του επιβλήθηκε από την εναγομένη, αντίθετα, αποτέλεσε δική του επιλογή, στα πλαίσια της ελευθερίας που είχε στον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Η έλλειψη ελέγχου από πλευράς εναγομένης ως προς το χρόνο απασχόλησης του ενάγοντος αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος δεν "κτυπούσε" κάρτα, σε αντίθεση με το απασχολούμενο από την εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προσωπικό. [...].

Αποδείχθηκε ακόμη ότι στην κατάσταση προσωπικού, που η εναγομένη το έτος 2002 δια της διευθύνουσας συμβούλου της Ε. Τ., συζύγου του ενάγοντος, υπέβαλε προς το ΣΕΠΕ, στην οποία έχουν καταχωρηθεί όλα τα ονόματα των εργαζομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, μεταξύ των οποίων και της ίδιας της συζύγου του, διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης, δεν περιλαμβάνεται το όνομα του ενάγοντος.

Ο τελευταίος συμπεριφερόταν στο προσωπικό "ως αφεντικό" [...], ενώ ουδέποτε προγραμμάτισε άδεια, αλλά απουσίαζε όποτε επιθυμούσε, χωρίς να δέχεται σχετικό έλεγχο από την εναγομένη. Άλλωστε, τις περισσότερες φορές απουσίαζε από κοινού με τη σύζυγό του, διευθύνουσα σύμβουλο της εναγομένης. Για το επίδικο χρονικό διάστημα (1-8-2012 έως 31-7-2017), ο ενάγων, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγομένη, έλαβε το συνολικό ποσό των 176.283 ευρώ για αμοιβές και εξέδωσε γι' αυτές τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 13.772 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 31-8-12 έως 31-12-2012, 30.877 ευρώ για το έτος 2013, 37.227 ευρώ για το έτος 2014, 38.858 ευρώ για το έτος 2015, 34.312 ευρώ για το έτος 2016 και 21.237 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και τον Ιούλιο του έτους 2017.

Σημειώνεται ότι, το έτος 2016 ο ανώτερος μηνιαίος μισθός του υψηλότερα αμειβόμενου μισθωτού, απασχολούμενου στην εναγομένη με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ανερχόταν σε 1.892 ευρώ, πλην της συζύγου του ενάγοντος, Ε. Τ., η οποία αμειβόταν τόσο ως διευθύνουσα σύμβουλος όσο και ως απασχολούμενη προσθέτως με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, με το ποσό των 6.996 ευρώ, ενώ η μέση μηνιαία αμοιβή του ενάγοντα, όπως και ο ίδιος στην αγωγή του προσδιορίζει, ανερχόταν σε 2.938,05 ευρώ.

Υπό τα προεκτιθέμενα περιστατικά, η μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενης σύμβαση, ήταν αυτή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι της εξαρτημένης εργασίας, τα αντίθετα δε, που υποστηρίζει ο ενάγων, κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα. Τούτο διότι [...] ο ενάγων πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη χωρίς καμία νομική, προσωπική εξάρτηση από αυτή, ασκούσε τα καθήκοντά του με πλήρη ελευθερία και αυτονομία ως προς τον χρόνο, τρόπο και τόπο παροχής των υπηρεσιών του και ουδέποτε δεσμεύτηκε από εντολές και οδηγίες κάποιου ιεραρχικά προϊσταμένου του.

Μόνο το γεγονός, ότι κάποιες φορές ενημέρωνε τη διευθύνουσα σύμβουλο της εναγομένης και σύζυγό του, αναφορικά με το έργο του, χωρίς να το πράττει και σε άλλα όργανα της εναγομένης, δηλαδή στο διοικητικό της συμβούλιο, ή ακόμη και την γενική συνέλευση των μετόχων, δεν είναι ικανή να προσδώσει στην σχέση του ενάγοντος με την εναγομένη, τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Ούτε αποδείχθηκε ότι η σύζυγός του, με την ιδιότητα της διευθύνουσας συμβούλου της εναγομένης, ασκούσε παρεμβάσεις, έλεγχο στο έργο του, ή του παρείχε οδηγίες. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από τα εξής στοιχεία: α) Μέχρι τον Ιούνιο του 2017, που με την από 29-6-2017 απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης εκλέχθηκε νέο διοικητικό συμβούλιο, αποτελούμενο από τους Ι.

Ε., πρόεδρο, Χ. Τ., διευθύνουσα σύμβουλο, Ε. Τ., Μ. Ι. και Ι. Ε., μέλη, δηλαδή επί 19 έτη, ο ενάγων ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για μη καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, ούτε για μη χορήγηση κανονικής άδειας και μη ασφάλισή του στο ΙΚΑ. β) Για τις αμοιβές που λάμβανε ο ενάγων εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών, τα οποία μάλιστα συνέτασσε ιδιόχειρα η σύζυγός του Ε.

Τ., διευθύνουσα σύμβουλος της εναγομένης, ενώ για τους απασχολούμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δεν συνηθίζεται κάτι τέτοιο, αλλά για τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους συντάσσονται από το λογιστήριο της εργοδότριας τα αντίστοιχα έντυπα και όχι χειρόγραφα παραστατικά, γ) Τις περισσότερες φορές που ο ενάγων προσερχόταν στο γραφείο του, συνοδευόταν από τον οικόσιτο σκύλο του, τον οποίο είχε για παρέα, κάτι που αποκλείεται σε εργαζόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Τα οργανογράμματα, που συνέτασσε η εναγομένη καθ' όλη τη διάρκεια απασχόλησης του ενάγοντος, στα οποία ο τελευταίος εμφανιζόταν ως προϊστάμενος πωλήσεων και υπεύθυνος εκπαίδευσης πωλήσεων, σε ορισμένα δε εξ αυτών και ως υπεύθυνος μάρκας επαγγελματικών οχημάτων, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν στην κρίση ότι τον συνέδεε με την εναγομένη σχέση εξαρτημένης εργασίας, αφού τα οργανογράμματα συντάσσονταν από σχετική υποχρέωση της εναγομένης, λόγω υπαγωγής της στο πρόγραμμα ISO, χωρίς να αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα [...].

Ούτε το γεγονός ότι είχε παραχωρηθεί στον ενάγοντα τόσο στο κατάστημα επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως αρ. 126 στην Καλαμαριά, όσο και στο κατάστημα επί της λεωφόρου Γεωργικής Σχολής, προσωπικό γραφείο, μπορεί να οδηγήσει σε κρίση περί ύπαρξης μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης σχέσης εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι τούτο ήταν αναγκαίο για την αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων του.

Άλλωστε η ύπαρξη σχέσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης δεν αναιρείται από την επικοινωνία του πρώτου με την προμηθεύτρια εταιρία KOSMOCAR ΑΕ και την ενημέρωσή του από αυτή για τα συστήματα εκπαίδευσης, καθώς και από διάφορες δημοσιεύσεις στον τύπο για την πορεία των πωλήσεων της εναγομένης, αφού ο ενάγων ήταν επόπτης πωλήσεων, παρά την εμφανιζόμενη στα οργανογράμματα της εναγομένης ιδιότητά του ως προϊσταμένου πωλήσεων και υπευθύνου εκπαίδευσης σε ζητήματα πωλήσεων, με καθήκοντα που δεν διαφοροποιούνται από τα αντίστοιχα των ως άνω ιδιοτήτων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δεν δικαιούται ο ενάγων επιδόματα εορτών και άδειας, καθώς και αποζημίωση απόλυσης λόγω καταγγελίας της σύμβασής του, που έλαβε χώρα στις 27-7- 2017 και πρέπει η υπό κρίση αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στα ίδια ακριβώς καταλήγοντας η εκκαλουμένη απόφαση, δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένης της έφεσης με την οποία ο εκκαλών υποστηρίζει τα αντίθετα, ως ουσιαστικά.".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με τη φύση της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και κατέληξε σε ορθό διατακτικό περί της μη εφαρμογής στη σύμβαση αυτή των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και ειδικότερα των διατάξεων που αφορούν την αποζημίωση απόλυσης [άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920, (όπως η παρ. 3 τροποποιήθηκε με την παρ.10 του άρθρου 34 Ν.4111/2013,ΦΕΚ Α 18/25.1.2013,διόρθ.σφαλμάτων ΦΕΚ Α 33/7.2.2013 και με την παρ. 4 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12-11-2012) και άρθρα 2 και 5 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955], το επίδομα αδείας [άρθρο 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966] και τα επιδόματα εορτών [άρθρο 3 παρ. 2 της με αριθμό 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας "Χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (ΦΕΚ Α' 742), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν. 1082/1980].

Κατά συνέπεια δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Επίσης δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, καθώς και των άρθρων 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (β.δ. 174/1963), 31 Εμπ.

Νόμου [όπως η τελευταία ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 79 παρ.13 του Ν. 3604/2007, με τον οποίο (νόμο) αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκαν διατάξεις του κ.ν. 2190/1920] και ήδη 19 παρ.2 του κ.ν 2190/1920, όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του Ν.2339/1995 (ΦΕΚ Α 204), οι οποίες αναπτύσσονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη και τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Τούτο διότι με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, πράγματι η σύμβαση που υπήρχε μεταξύ του αναιρεσείοντος αφενός και της αναιρεσίβλητης εταιρείας αφετέρου είχε, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη διαλαμβάνονται, όχι τα χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αλλά το χαρακτήρα σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού, πάντοτε κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων, ο οποίος ήταν μέλος και του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, κατά την παροχή των υπηρεσιών του, που συνίσταντο στην επιλογή και πρόσληψη των πωλητών, την εποπτεία αυτών στην άσκηση των καθηκόντων τους και στην εκπαίδευσή τους με συμμετοχή στα σχετικά εκπαιδευτικά σεμινάρια που διοργάνωνε η "KOSMOCAR" δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο της αναιρεσίβλητης τόσο κατά το χρόνο απασχόλησης όσο και κατά τον τρόπο διεκπεραίωσής της, ο τρόπος δε απασχόλησής του ήταν δική του επιλογή και δεν του επιβλήθηκε από την αναιρεσίβλητη, όπως δική του επιλογή ήταν ο χρόνος και το διάστημα (δηλαδή το πότε και το πόσο) που θα απουσίαζε από την εργασία του.

Ο χαρακτήρας δε της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ως τέτοιας ανεξαρτήτων υπηρεσιών δεν ανατρέπεται και δεν αλλοιώνεται, ώστε η σύμβαση αυτή να καθίσταται τέτοια εξαρτημένης εργασίας, ούτε από το ότι το Εφετείο δέχεται περαιτέρω ότι ο αναιρεσείων του προσερχόταν στο γραφείο του μετά τις 10:00 το πρωί και αποχωρούσε όταν ολοκλήρωνε την εργασία του, εργαζόμενος, αν υπήρχε ανάγκη, Σάββατα, Κυριακές και αργίες, καθόσον ο χρόνος της απασχόλησής του ήταν στα πλαίσια εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση.

Αλλά ούτε, η παραδοχή του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων προσέφερε τις σχετικές του υπηρεσίες στα δύο καταστήματα της αναιρεσίβλητης, όπου η τελευταία του είχε παραχωρήσει γραφεία και ότι κάποιες φορές ενημέρωνε τη διευθύνουσα σύμβουλο της αναιρεσίβλητης και σύζυγό του αναφορικά με το έργο του, χωρίς να το πράττει και σε άλλα όργανα της αναιρεσίβλητης, δηλαδή στο διοικητικό της συμβούλιο, ή ακόμη και στη γενική συνέλευση των μετόχων της ανατρέπει την κρίση του ότι οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, διότι το ως άνω γεγονός καταδεικνύει απλώς χαλαρή εξάρτηση του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη, που δεν έφθανε μέχρι το σημείο να καθιστά τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ως τέτοια εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων κατά την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του δεν υπέκειτο σε εξάρτηση νομική και προσωπική από την αντισυμβαλλόμενή του αναιρεσίβλητη.

Επιπρόσθετα, δεν περιέχει αντιφάσεις η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "η αναγραφή στα οργανογράμματα αναιρεσίβλητης του αναιρεσείοντος ως προϊστάμενου πωλήσεων και ως υπεύθυνου μάρκας επαγγελματικών οχημάτων δεν είναι ικανή να οδηγήσει στην κρίση ότι τον συνέδεε με την αναιρεσίβλητη σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον τα οργανογράμματα συντάσσονταν από σχετική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης λόγω υπαγωγής της στο πρόγραμμα ISO, χωρίς να αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα", διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, η ένταξη του εργαζόμενου στην επιχείρηση του εργοδότη δεν συνιστά αποκλειστικό και ασφαλές κριτήριο της προσωπικής εξάρτησης του απασχολούμενου από τον εργοδότη και δεν έχει ως αυτοδίκαιη συνέπεια την εξάρτηση αυτή (ΑΠ 1792/2006).

Εξάλλου, από τις ως άνω κατά λέξη παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδαμώς προκύπτει ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της ως άνω κρίσης του περί της φύσης της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης το γεγονός ότι αυτός ήταν και σύζυγος της διευθύνουσας συμβούλου της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Τέλος, δεν συνέτρεξε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 2 της διεθνούς σύμβασης εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 2269/1920 και σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις της για τα χρονικά όρια εργασίας δεν εφαρμόζονται για πρόσωπα που κατέχουν θέση εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εν λόγω διάταξη, ούτε προσέδωσε σε αυτή έννοια διαφορετική από την αληθινή, αλλά ούτε και εφάρμοσε ή παρέλειψε να εφαρμόσει αυτήν, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του, η ως άνω διάταξη δεν είναι εφαρμοστέα στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού επρόκειτο περί σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, και όχι εξαρτημένης εργασίας ως διευθύνοντος υπαλλήλου.

Ενόψει αυτών είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, 23α παρ. 2 και 24 παρ. 3 του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών" (β.δ. 174/1963), 31 Εμπ.

Νόμου [όπως η τελευταία ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 79 παρ.13 του Ν. 3604/2007, με τον οποίο (νόμο) αντικαταστάθηκαν και συμπληρώθηκαν διατάξεις του κ.ν. 2190/1920] και ήδη 19 παρ.2 του κ.ν 2190/1920, όπως η παρ.2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του Ν.2339/1995 (ΦΕΚ Α 204) τις οποίες εσφαλμένως εφάρμοσε, και της διάταξης του άρθρου 2 της διεθνούς σύμβασης εργασίας, που καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν. 2269/1920, την οποία (διάταξη) δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 139/2014).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 237/2019), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 237/2019).

Με το δεύτερο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, τον οποίο είχε προβάλει με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε και σύμφωνα με τον οποίο ήταν διευθύνων υπάλληλος της εταιρείας (εννοείται της αναιρεσίβλητης) με συνέπεια να δικαιούται όλες τις αγωγικές του αξιώσεις πλην των αξιώσεών του που αναφέρονται στα επιδόματα αδείας.

Ο ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν συνιστά "πράγμα" κατά την ως άνω εκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν αποτελεί αγωγική βάση και δεν στηρίζει ορισμένο αίτημα. Αντίθετα, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, που προβλήθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων που κατατέθηκε στο Εφετείο, συνιστά επιχείρημα του αναιρεσείοντος υπέρ των απόψεών του ότι η μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβαση είχε το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ως άνω λόγος είναι και αβάσιμος, διότι από τις εκτεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης εναργώς συνάγεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε τον χαρακτήρα της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν προβάλλεται με το αναιρετήριο άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη, από 13.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1383/117/2021 αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1383/117/2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 624/1.4.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ