Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling arguments were not independent legal issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific claims regarding evidence content and a delay in proceedings, but the court found these were not independent legal issues under the relevant statute. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 para. 5 KPolD; An appeal argument based on a claim not treated as an independent legal issue or a procedural delay not mandated by law does not constitute a valid ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1127 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1127/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φ. Λ. του Σ., κατοίκου … Βεροίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Φωτάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Λ., κατοίκου ... Βεροίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Δεληγιάννη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.08.2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βεροίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 143/ΤΜ/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/6/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 143/ΤΜ/2016 τελεσίδικη απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, το οποίο, δεχόμενο την από 03.12.2015 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 181/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Βέροιας, που είχε απορρίψει την από 12.08.2008 αγωγή του εναντίον του αναιρεσείοντος ως αόριστη, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας την υπόθεση, δίκασε επί της ανωτέρω αγωγής, δέχτηκε εν μέρει αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.591,50 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, προς αποκατάσταση της ζημίας (θετικής - αποθετικής) και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά του αντιδίκου του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, «κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
(1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
[...].
(5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης».
Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ. 5 β' ΚΠολΔ, ως «πράγματα», κατά την έννοια της άνω διάταξης, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 1225/2004). Δηλαδή, οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 864/2003, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 354/2011), γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1446/2003, και ΑΠ 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 539/2003,ΑΠ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτά, κατά το άρθ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, για να ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, ο κρίσιμος ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, να προτάθηκε εκεί ευθέως ως ισχυρισμός, του ίδιου του αναιρεσείοντος και δεν αρκεί αντίθετα να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα απ’ αυτόν με επίκληση έγγραφα (ΑΠ 354/2011). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, η επίκληση ή το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί – αιτήματα (ΑΠ 2166/2009, 2176/2009).
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 5Β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996 ΑΠ 1363/2008).
Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ,όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, ταυτόσημο με εκείνον του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
[III] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Βεροίας, αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή ως στηριζόμενη στις περί αδικοπραξίας διατάξεις, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της από 03.12.2015 έφεσης του αναιρεσιβλήτου, ερευνώντας στη συνέχεια κατ’ ουσία την ένδικη υπόθεση, δέχτηκε, μετά την εκτίμηση των νομίμως προσκομιζόμενων αποδείξεων που αναφέρονται σε αυτή, κατά την αναιρετική ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα:
«| Με τα 17.10.2003 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, ο ενάγων και ήδη εκκαλών μίσθωσε από τον Κ. Λ., αδερφό του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, έναν αγρό, εκτάσεως 4,5 στρεμμάτων, που αποτελεί τμήμα του με αριθμό 261 μείζονος αγρού, ολικής εκτάσεως 9 στρεμμάτων περίπου και βρίσκεται στη θέση ... στην ... Ν. Ημαθίας, για χρονικό διάστημα 12 ετών, ήτοι από 01.01.2004 έως 31.12.2015, αντί ετήσιου μισθώματος ποσού 200,00 ευρώ για την πρώτη τριετία, 265,00 ευρώ τη δεύτερη τριετία και 330,00 ευρώ για τα υπόλοιπα μισθωτικά έτη.
Δυνάμει της ανωτέρω μισθωτικής σχέσης, ο εκκαλών εγκαταστάθηκε στον μίσθιο αγρό, στον οποίο φύτεψε σπαράγγια ποικιλίας «Νταριάνα», προβαίνοντας αρχικά σε ιδιαίτερη προετοιμασία του εδάφους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 30.11.2005, ο ανωτέρω αγρός εκτέθηκε σε εκούσιο πλειστηριασμό, στον οποίο υπερθεμάτισε ο εναγόμενος, ο οποίος γνώριζε την υφιστάμενη μίσθωση, καθώς ο ενάγων την είχε γνωστοποιήσει, με την από 28.11.2005 εξώδικη δήλωσή του, στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο συμβολαιογράφο Βέροιας Βασιλική Αχτσή (βλ.
τη με αριθμό .../30-11-2005 έκθεση εκούσιου πλειστηριασμού ακινήτου της ως άνω συμβολαιογράφου). Μετά την κατακύρωση του αγρού στο όνομα του εναγομένου, ο οποίος υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκμισθωτή, ο ενάγων παρέμεινε στη χρήση του μισθίου, προσδοκώντας να αποκομίσει καρπούς για πρώτη φορά τη χρονιά εκείνη (έτος 2006), πλην όμως ο εναγόμενος, παραλείποντας να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια ώστε να λυθεί η αγρομίσθωση, εισήλθε στις 22.02.2006 παράνομα και αυθαίρετα στο μίσθιο, καταστρέφοντας με άροση την υπάρχουσα καλλιέργεια.
Συνέπεια της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, ο οποίος δεν αρνείται ότι προέβη στην καταστροφή της καλλιέργειας του ενάγοντος, ήταν να υποστεί ο τελευταίος περιουσιακή ζημία, η οποία συνίσταται στις δαπάνες στις οποίες προέβη τόσο κατά το χρόνο πριν τη φύτευση και στα πλαίσια προετοιμασίας του αγρού για την καλλιέργεια, όσο και κατά τα επόμενα δύο έτη, πριν την πρώτη συγκομιδή.
Συγκεκριμένα, κατά την προετοιμασία του αγρού για τη φύτευση, ο ενάγων δαπάνησε για δύο οργώματα το ποσό των 180,00 ευρώ (4,5 στρέμματα Χ 20 ευρώ ανά στρέμμα), για μία ισοπέδωση του αγρού το ποσό των 90,00 ευρώ και για έναν ψεκασμό το ποσό των 60,00 ευρώ και συνολικά δαπάνησε το ποσό των 330,00 ευρώ Κατά τη φύτευση του αγρού, ο ενάγων κατέβαλε το ποσό των 300,00 ευρώ για την αγορά φυτοφαρμάκων, ενώ περαιτέρω εργασίες δεν αποδείχθηκαν.
Κατά τον πρώτο χρόνο μετά τη φύτευση, δαπάνησε το ποσό των 500,00 ευρώ για ψεκασμούς και κατά το δεύτερο χρόνο μετά τη φύτευση δαπάνησε το ποσό των 695,00 ευρώ για φυτοφάρμακα και αγορά λιπασμάτων. (Επίσης, για αγορά ριζωμάτων δαπάνησε το ποσό των 3.016,50 ευρώ. Έτσι, η θετική ζημία που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 4.841,50 ευρώ.
Περαιτέρω, ο ενάγων εξαιτίας της προπεριγραφόμενης υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του εναγομένου, απώλεσε εισοδήματα, τα οποία με βεβαιότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ελάμβανε από τη συγκομιδή των σπαραγγιών, κατά το τρίτο έτος από την έναρξη εκμετάλλευσης του αγρού. Ειδικότερα, τα ακαθάριστα• έσοδα του ενάγοντος ανέρχονται στο ποσό των 6.750,00 ευρώ κατ' έτος (1.000 κιλά Χ 4,5 στρ Χ 1,5 ευρώ το κιλό), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθούν οι δαπάνες παραγωγής, οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 3.000,00 ευρώ.
Έτσι, το καθαρό εισόδημα του ενάγοντος από την εκμετάλλευση του επιδίκου αγρού, τον τρίτο χρόνο εκμετάλλευσης του, ανέρχεται στο ποσό των 3.750,00 ευρώ. Δεν πιθανολογήθηκε όμως, περαιτέρω απώλεια εισοδημάτων του ενάγοντος και κατά τα επόμενα εννέα έτη για τα οποία είχε συμφωνηθεί η μίσθωση με τον αρχικό εκμισθωτή, διότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα συνεχιζόταν η αγρομίσθωση, καθώς ο εναγόμενος, ως νέος εκμισθωτής δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της σύμβασης και αν δεν προέβαινε στην ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά, με βεβαιότητα θα προσέφευγε στα αρμόδια δικαστήρια για τη λύση της μίσθωσης.
Τέλος, ο ενάγων από την ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου υπέστη ηθική βλάβη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις συνθήκες της αδικοπραξίας που τέλεσε ο εναγόμενος σε βάρος του ενάγοντος, τη φύση και την έκταση της ζημίας που υπέστη ο τελευταίος, την υπαιτιότητα του εναγομένου και την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1.000,00 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εις βάρος του αδικοπραξία.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα:
(α) το ποσό των 4.841,50 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη από την εις βάρος του αδικοπραξία,
(β) το ποσό των 3.750,00 ευρώ ως αποζημίωση για την αποθετική ζημία και
(γ) το ποσό των 1.000,00 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό των 9.591,50 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση. Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, έσφαλε. Επομένως, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης, πρέπει να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο, να δικαστεί η αγωγή από το ίδιο και να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό|».
[IV] Έτσι που έκρινε με βάση όσα ανωτέρω δέχτηκε ως αποδειχθέντα για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα και την προκληθείσα από αυτή ζημία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 789 ΑΚ ή εκείνες του άρθρου 281 ΑΚ με τη μη εφαρμογή τους, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να επικαλείται, αλλά ούτε να προκύπτει από την επισκόπηση των έγγραφων προτάσεων αυτού στο ίδιο Δικαστήριο της ουσίας η νόμιμη επαναφορά των στηριζόμενων στις διατάξεις αυτές ισχυρισμών του, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και επιπλέον να προσδιορίζει επακριβώς στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία ή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, καθώς και την επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του, ενόψει των προαναφερόμενων παραδοχών του (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 683/2005, ΑΠ 1401/2008, ΑΠ 114/2009).
Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας (560 αρ. 1 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικών γεγονότων ή μη προταθέντων ενώπιόν του ισχυρισμών από τον αναιρεσείοντα είναι απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, που περιέχονται στον ίδιο λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τις οποίες έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, κατά παραδοχή των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, δεν αφορούν στις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ο Άρειος Πάγος ελέγχει την παραβίαση ή όχι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου για τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο, αλλά με αυτές επιχειρείται απαραδέκτως η ανατροπή της ακυρωτικά ανέλεγκτης κρίσης του Δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα.
Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές στο σύνολό τους και όχι όσες αποσπασματικά, κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντα, διαλαμβάνονται στην κρινόμενη αίτηση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σε αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την παραδοχή της στηριζόμενης στην αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου αναιρεσείοντα ένδικης αγωγής και αντίστοιχα την απόρριψη των προβαλλόμενων περί του αντιθέτου ισχυρισμών του τελευταίου (αναιρεσείοντος), σύμφωνα με τις αναφερόμενες σε αυτή ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αδικοπραξιών που εφάρμοσε.
Διέλαβε δε το Δικαστήριο της ουσίας στην απόφασή του αυτή, αναφορικά με τα ζητήματα της συνδρομής των απαιτούμενων προϋποθέσεων εφαρμογής των ως άνω διατάξεων επαρκείς, σαφείς, χωρίς λογικά κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής τους και δεν απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, τις οποίες άλλωστε ούτε προσδιορίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατά τα υπό στοιχ. β' έως δ' σκέλη του, που ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του (ΟλΑΠ 20/2005), είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (559 αρ. 6 ΚΠολΔ), πλήττεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, καθώς και στην αιτιολολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές ή στη σχετική επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου ή του αναιρεσείοντα, δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, το αποδεικτικό πόρισμα του Δικαστηρίου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του και επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Περαιτέρω, με το υπό στοιχ. α' σκέλος του ίδιου ως άνω τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησής του, ο αναιρεσείων αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζει ότι «στερείται νομίμου βάσεως και επαρκούς αιτιολογίας», επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, εσφαλμένως και αναιτιολογήτως το Εφετείο που την εξέδωσε συνάγει ότι:
«Η αναβίωση όμως της εκκρεμοδικίας προϋποθέτει την άσκηση παραδεκτής έφεσης, ενώ εν προκειμένω η παραπάνω έφεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος και εδώ εφεσιβλήτου, καθώς η επικαλούμενη από αυτόν ύπαρξη εκκρεμοδικίας, η οποία προκαλεί κατά τους ισχυρισμούς του βλάβη στα συμφέροντά του, έχει διακοπεί ήδη με την έκδοση της ως άνω οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Βέροιας», πλην όμως, όπως υποστηρίζει, είχε έννομο συμφέρον να απορριφθεί η εναντίον του αγωγή ως νόμω και ουσία αβάσιμη, όχι ως απαράδεκτη (αόριστη).
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωσή του στοιχεία, όπως είναι: (α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, (β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, (γ) τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, (δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, (ε) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογιών, το ελάττωμα αυτό ή αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποία αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητα τους, ποια δηλαδή επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, δεδομένου ότι γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 148/2008, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 1401/2010).
Εξάλλου, με το δεύτερο λόγο της αίτησης του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποστηρίζοντας ότι: (α) κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η ετήσια πρόσοδος, που απολαμβάνει ο καλλιεργητής σπαραγγιών, στην αρδευομένη πεδινή ζώνη του Νομού Ημαθίας είναι 234,78 ευρώ/στρέμμα, προς απόδειξη είχε προσκομίσει μετ’ επικλήσεως την αρμόδια και ειδική για την πεδινή ζώνη Ν.
Ημαθίας ΠΟΛ 1043, αρ. πρωτ. 10225/420Α 0012/2-3-2007 Απόφαση Υφ. Οικονομίας, σχετικώς με την οικονομική ανά στρέμμα απόδοση σπαραγγοπαραγωγής, οπότε σύμφωνα με τον ευαπόδεικτο ισχυρισμό του, η αποθετική ζημία του ήδη αναιρεσιβλήτου δεν υπερέβαινε τα 1.000 ευρώ ετησίως, πλην όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, δεχόμενη ανελέγκτως τον αντίθετο ισχυρισμό του αντιδίκου και (β) συναφώς, δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναβολής της υποθέσεως, λόγω εκκρεμοδικίας της προγενέστερης, ερειδομένης στα αυτά βιοτικά περιστατικά 242/ΜΙΣΘ/2006 αγωγής και της ηρτημένης 87/2008 εφέσεως, αν και η εκκρεμοδικία εκείνη ασκούσε ουσιώδη επιρροή, διότι από την έκβαση της εφέσεως εκείνης θα διακρινόταν η ακυρότητα της ισχυριζόμενης μισθώσεως και να αναδεικνυόταν η κατοχή του επικοίνου 261 κληροτεμαχίου ως υπό κακοπίστου νομέως, καθόσον η εσφαλμένη προσέγγιση της πληττόμενης, (έλλειψη δήθεν εννόμου συμφέροντος σε άσκηση εφέσεως κατά της 29/2008 αποφάσεως Ειρηνοδικείου Βεροίας), ισοδυναμεί με την μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού έχοντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμοί, δεν αποτελούν «πράγματα» υπό την εκτιθέμενη στη μείζονα σκέψη της παρούσας έννοια του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αλλά ο πρώτος τούτων αφορά το περιεχόμενο του επικαλούμενου αποδεικτικού μέσου, καθώς και το συναγόμενο συμπέρασμα ή επιχείρημα από αυτό, το οποίο όμως δεν συνιστά «πράγμα», δηλαδή αυτοτελή ισχυρισμό με την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, ώστε να στοιχειοθετείται η συγκεκριμένη αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 2104/2007). Ενώ ο δεύτερος, περί αναβολής της υποθέσεως λόγω εκκρεμοδικίας, μη επιβαλλόμενης από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης (ΑΠ 509/2008). Σε κάθε όμως περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι και αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης στο σύνολό της, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε ασφαλώς υπόψη τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα εναγομένου, αλλά απέρριψε αυτούς ως αβάσιμους, ρητώς το δεύτερο και «εκ των πραγμάτων» τον πρώτο, αφού δέχτηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα, προς εκείνα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή του.
[V] Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 87/ΑΝΡ/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.06.2017 αίτηση του Φ. Λ. για αναίρεση της 143/ΤΜ/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Υπογράφει η
Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
ως Προϊσταμένη του καθόσον
ο διευθύνων τη συζήτηση και
όλα τα μέλη του Δικαστηρίου
που αναφέρονται στην αρχή της
παρούσης έπαψαν να είναι
τοποθετημένα στο Δικαστήριο
τούτο λόγω συνταξιοδότησης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ