1127/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ από 15-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 4676/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 1557/2018 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από τους διαδίκους έφεσης και αντέφεσης κατά της 3681/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 11-10-2011 (με αριθμό κατάθεσης 171780/2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Legislator headnote
AI generated1127/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 Α.Κ.) πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1127 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1127/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην .... 2) Σ. Θ. του Θ., κατοίκου ... και 3) Α. Α. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν (αφού ανακάλεσαν την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή τους) δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Πολυξένης Μπαλτά και Ιωάννη Πίκουλα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Σ. Θ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Ματθαίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3681/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1557/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-5-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 15-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 4676/2018 αίτηση αναίρεσης κατά της 1557/2018 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί των ασκηθεισών από τους διαδίκους έφεσης και αντέφεσης κατά της 3681/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 11-10-2011 (με αριθμό κατάθεσης 171780/2011) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Kατά το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 ν. 2556/1997 και όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθ.48 Ν.4611/2019, η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 ν. 2112/1920 και 669 Α.Κ., θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρισθεί η απασχόληση του απολυομένου στα τηρούμενα για το Ι.Κ.Α.
μισθολόγια ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή με ποινή την ακυρότητα (άρθρο 174 Α.Κ.) πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει τον έγγραφο τύπο ως συστατικό της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη. Ο τύπος περιορίζεται στην έγγραφη διατύπωση, χωρίς τυποποιημένο περιεχόμενο, της σαφούς βουλήσεως του εργοδότη να επιφέρει από καθορισμένη ημέρα τη λύση της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου μισθωτού, το σχετικό δε έγγραφο πρέπει να περιέλθει στον εργαζόμενο με οποιονδήποτε τρόπο, από τότε δε που θα περιέλθει σ' αυτόν επέρχονται και τα αποτελέσματα της καταγγελίας (Α.Π. 368/2013).
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 361 και 669 παρ. 2 ΑΚ, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (ως μονομερής απευθυντέα δικαιοπραξία), ασκείται με δήλωση του καταγγέλλοντος, η οποία γνωστοποιείται σε αυτόν που απευθύνεται, χωρίς να χρειάζεται να τύχει αποδοχής από αυτόν, παράγει δε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της σύμβασης εργασίας, κατά την υπό του άρθρου 167 ΑΚ θεωρία της λήψης, ευθύς ως περιέλθει σύννομα σε αυτόν στον οποίο απευθύνεται και ανεξάρτητα από τη γνώση του τελευταίου, αρκεί μόνο να ήταν δυνατόν υπό κανονικές συνθήκες αυτός να λάβει γνώση αυτής (ΑΠ 1322/2017,ΑΠ 162/1983 ).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και ότι δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής. Σε περίπτωση αρνήσεως του μισθωτού να την εισπράξει, ο εργοδότης οφείλει να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της, μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει την ακυρότητα.
Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου, σε μια τέτοια περίπτωση, είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (κατά κανόνα: ο απολύτως αναγκαίος χρόνος για τη συντέλεση των απαιτουμένων διατυπώσεων) και των συντρεχουσών σε κάθε περίπτωση περιστάσεων, όπως η συμπεριφορά του εργαζόμενου, που δικαιολογεί τη δημόσια κατάθεση ή τυχόν έκτακτες εξωτερικές συνθήκες.
Από τις ίδιες διατάξεις, όμως, συνάγεται ότι δεν αποκλείεται το να προκαταβληθεί η αποζημίωση σε σχέση με το χρόνο επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας ή το να κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό, του οποίου δικαιούχος είναι ο εργαζόμενος και στον οποίο, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, είχε συμφωνηθεί να κατατίθεται η μισθοδοσία του ( 1338/2014, ΑΠ 105/2009).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).
3. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων με την ως άνω αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι συνδεόταν με την πρώτη εναγομένη από την 1.11.2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι λόγω των γνώσεών του και της εμπειρίας κατείχε διευθυντική θέση στο τμήμα διεθνών αγορών μετάλλου.
Ότι ο συμφωνηθείς μισθός του ανήρχετο διαδοχικά το 2007 σε 2.555 €, το 2008 σε 2.800 €, το 2009 σε 3.300 € και από 1.1.2010 σε 4.000 € με πρόσθετο ποσό (bonus) 12 ο/οο (τοις χιλίοις) επί του καθαρού κέρδους των εξαγωγών. Ότι για τις υπηρεσιακές και προσωπικές ανάγκες του του παραχωρήθηκε η χρήση κινητού τηλεφώνου και εταιρικού αυτοκινήτου.
Ότι την 5.7.2011 οι εναγόμενοι (οι β' και γ' ως νόμιμοι εκπρόσωποι της α' εναγομένης) δεν του κατέβαλαν το προφορικά συμφωνηθέν bonus για το έτος 2011, το οποίο ανήρχετο στο ποσό των 44.400 €, αλλά έναντι αυτού το ποσόν των 20.000 €. Ότι όχλησε επανειλημμένα τους εναγομένους για την καταβολή του οφειλομένου ποσού, οι οποίοι στις 15.7.2011 κατάγγειλαν τη σύμβαση εργασίας του.
Ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη λόγω μη τήρησης του εγγράφου τύπου καθώς και καταβολής πλήρους αποζημίωσης και ότι υπαγορεύθηκε από λόγους προσωπικής εμπάθειας και συνεπώς είναι καταχρηστική. Ότι λόγω της παράνομης συμπεριφοράς των εναγόμενων, όπως αναλυτικά εκτίθεται, υπέστη ηθική βλάβη. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής 100 € για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους και προσωπικής κράτησης έως 1 έτος, να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν εις ολόκληρον το ποσό των 124.000 ΕΥΡΩ ως μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 15.7.2011 - 15.1.2014, να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν ως χρηματική ικανοποίηση για τις αναφερόμενες αιτίες το ποσό των 20.000 και 30.000 ΕΥΡΩ, να υποχρεωθούν να του καταβάλουν για οφειλόμενο bonus 2010 24.400 € και οφειλόμενο ποσό αδείας 2006 νομιμότοκα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά σημεία.
Επικουρικά δε να αναγνωρισθεί ότι του οφείλουν εις ολόκληρο το ποσόν των 9.333.82 € ως συμπλήρωση του ποσού αποζημίωσης, άλλως δε τα παραπάνω ποσά (μισθοί υπερήμερίας, bonus, άδεια, αποζημίωση λόγω καταγγελίας) κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επίσης ζητούσε να απαγγελθεί σε βάρος των β' και γ' εναγόμενων ως μέσου εκτέλεσης προσωπική κράτηση διάρκειας έως ένα έτος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 3681/2014 απόφαση του Μον Πρωτ Αθηνών , με την οποία απορρίφτηκε η αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη των εναγομένων αναγνωρίστηκε ότι η πρώτη των εναγομένων υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των επτακοσίων ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (700,53 ευρώ) ως υπόλοιπο αποζημίωσης απόλυσης.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 23-4-2015 έφεση του ενάγοντος και η από 28-12-2015 αντέφεση της εναγομένης επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Με αυτή έγιναν δεκτές κατ'ουσίαν η έφεση και αντέφεση ,αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η γενόμενη στις 15/7/2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις υπηρεσίες του ενάγοντα με τους ίδιους όρους που ίσχυαν στις 15/7/2011, με απειλή χρηματικής ποινής 100 ΕΥΡΩ και προσωπικής κράτησης είκοσι (20) ημερών (ως προς τους β' και γ' εναγομένους) για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του και αναγνωρίστηκε ότι η α' εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των εκατόν δεκατεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα επτά (114.667) ευρώ.
4. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: Ο ενάγων συνδεόταν με την α' εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 1.11.2007 με αρχικό μηνιαίο μισθό 2.555 ΕΥΡΩ. Είχε προϋπηρεσία 15 έτη στον όμιλο ..., στον οποίο ανήκε η α εναγόμενη, ως υπεύθυνος στο τμήμα μετάλλου με την αρμοδιότητα στην επιχειρηματική ανάπτυξη κυρίως στις αγορές της Ανατολικής Ευρώπης.
Από την πρόσληψή του τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος του εξαγωγικού εμπορίου. Ο συμφωνηθείς μηνιαίος μισθός του ανήλθε σε 2.800 € το 2008, το 2009 σε 3.300 € και από 1.1.2010 σε 4.000 ΕΥΡΩ. Δεν αποδείχθηκε ότι τα κατά καιρούς λαμβανόμενα ποσά bonus είχαν μόνιμο και σταθερό χαρακτήρα, αφού η καταβολή τους ανήκε στη πρωτοβουλία της α' εναγομένης και δεν υπήρχε συμφωνία για την καταβολή τους και συνεπώς δεν είχαν το χαρακτήρα μισθού αλλά το χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής.
Στις 15.7.2011 η α' εναγόμενη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση . Εκ των υστέρων η α' εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα στις 21.7.2011 το ποσό των 9.333 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση, ενώ στις 25.7.2011 κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία με ημερομηνία απόλυσης όμως την 15.7.2011 (βλ.
την υπ'αριθμ. ....49/25.7.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ Ψ.). Οι εκ των υστέρων αυτές ενέργειες δεν μπορούν να ισχυροποιήσουν την εγκυρότητα της καταγγελίας που ανατρέχει στις 15.7.2011, αφού αυτό είναι το χρονικό σημείο που η α' εναγομένη θεωρούσε ως χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας.
Ο ισχυρισμός της α' εναγομένης ότι ο ενάγων με τη συμπεριφορά του προκάλεσε τη καθυστέρηση σύνταξης του εγγράφου της καταγγελίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η α εναγομένη ως εργοδότρια είναι υποχρεωμένη να τηρήσει τις διατάξεις του νόμου και ήταν ευχερής η καταβολή της αποζημίωσης στο λογαριασμό του ενάγοντα, στον οποίο κατεβάλλετο ο μισθός του.
Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία οφείλεται σε λόγους εμπαθείας προς τον ενάγοντα εκ μέρους των νομίμων εκπροσώπων της α' εναγομένης β' και γ' εναγομένων, αλλά έγινε στα πλαίσια αναδιοργάνωσης των αρμοδίων τμημάτων τους, που σαφώς εμπίπτουν στη νόμιμη άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έκανε χρήση εταιρικού τηλεφώνου, εταιρικού υπολογιστή και εταιρικού αυτοκινήτου τα οποία του είχαν δοθεί προς εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της α' εναγόμενης και ήσαν απαραίτητα για την ομαλή διεξαγωγή των ανατεθέντων σ'αυτόν καθηκόντων. Το εν λόγω ως άνω αυτοκίνητο παρέδωσε στις 15-7-2011 και συνεπώς ως ανήκον στην κυριότητα της α' εναγόμενης δεν νοείται παράνομη επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, αφού τα δεδομένα του ηλεκτρονικού υπολογιστή και του κινητού τηλεφώνου εμπίπτουν στο πλαίσιο της εργοδοτικής σφαίρας (Ολομ.
ΑΠ 1/2017 ΝΟΜΟΣ).
Συνεπώς, οι εναγόμενοι δεν προέβησαν σε καμμία παράνομη πράξη σε βάρος του ενάγοντος όσον αφορά την επεξεργασία προσωπικών του δεδομένων ούτε οι συνθήκες απόλυσής του έγιναν κατά τρόπο προσβλητικό της προσωπικότητάς του, αφού δεν αποδείχθηκε καμία επιλήψιμη συμπεριφορά σε βάρος του και τα σχετικά αγωγικά κονδύλια περί χρηματικής ικανοποίησης είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμα. Επίσης ως ουσία αβάσιμα είναι απορριπτέα τα αγωγικά κονδύλια για διαφορά bonus 2010 ποσού 24.400 €, αφού το bonus είχε τον χαρακτήρα οικειοθελούς παροχής και συνακόλουθα το ποσόν των 2.000 ΕΥΡΩ, που αφορά διαφορά επιδόματος αδείας 2011 (λόγω του bonus) ύψους 2.000 ΕΥΡΩ. Η βάση δε της αγωγής περί καταβολής του bonus βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη αφού δεν αποδείχθηκε ποιοι εργαζόμενοι ελάμβαναν αυτό το ποσό και τους όρους και συνθήκες εργασίας τους. Αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, που έλαβε χώρα στις 15.7.2011 είναι άκυρη, η α' εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 15.7.2011 - 15.1.2014: 30 μήνες X 4.000 = 120.000 + επίδομα αδείας 2012 + επίδομα αδείας 2013 4.000 (2.000 + 2.000)=124000 124.000 ΕΥΡΩ. Η ένσταση του άρθρου 656 εδ. β ΑΚ που πρότειναν οι εναγόμενοι είναι απορριπτέα ως
αόριστη καθόσον δεν αναφέρουν συγκεκριμένες ευκαιρίες απασχόλησης που ο ενάγων απέρριψε, όπως εργασίας, χρόνο κ.λ.π. Πρέπει, λοιπόν, η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη εν
μέρει, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας την 15.7.2011, να
υποχρεωθούν οι
εναγόμενοι να αποδέχονται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής 100 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης και προσωπική κράτηση 20 ημερών σε έκαστο των β' και γ' εναγομένων, ως νομίμων εκπροσώπων της α' εναγόμενης. Επίσης πρέπει ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση της α' εναγομένης ως εργοδότριας, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού αιτήματος ως προς τους β' και γ' εναγομένους, να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 114.667 (124.000 - 9.333€) που έλαβε ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας κατά παραδοχή της
ένστασης συμψηφισμού κατ' άρθρο 440 ΑΚ, που πρότεινε παραδεκτά η α' εναγομένη), νομιμότοκα αφότου κάθε ειδικότερο κονδύλιο έπρεπε να καταβληθεί (οι μηνιαίοι μισθοί από το τέλος εκάστου μηνός που ήσαν καταβλητέοι κατ' άρθρο 656 ΑΚ, τα δε επιδόματα αδείας από το τέλος του αντίστοιχου έτους, που ήσαν καταβλητέα κατ' άρθρο 1 επ. Ν. 1346/1983).
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη εν μέρει και αναγνώρισε την υποχρέωση της α' εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 700,53 ΕΥΡΩ νομιμότοκα από 15.7.2011 έσφαλε ως προς την ερμηνεία του νόμου και την ορθή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Πρέπει, λοιπόν, η έφεση και αντέφεση να γίνουν δεκτές ως ουσία βάσιμες, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και αφού διακρατηθεί η αγωγή να ερευνηθεί κατ'ουσία από το Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη εν μέρει η αγωγή.
Aκολούθως, το Εφετείο αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η γενόμενη στις 15/7/2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, υποχρέωσε τους εναγόμενους να αποδέχονται τις υπηρεσίες του ενάγοντα με τους ίδιους όρους που ίσχυαν στις 15/7/2011, με απειλή χρηματικής ποινής 100 ΕΥΡΩ και προσωπικής κράτησης είκοσι (20) ημερών (ως προς τους β' και γ' εναγομένους) για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών του και αναγνώρισε ότι η α' εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των εκατόν δεκατεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα επτά (114.667). 5.
Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των προπαρατεθεισών στην σκέψη με αριθ. 2 διατάξεων. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι <<στις 15.7.2011 η α' εναγόμενη κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Εκ των υστέρων η α' εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα στις 21.7.2011 το ποσό των 9.333 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση ενώ στις 25.7.2011 κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία με ημερομηνία απόλυσης όμως τη 15.7.2011.
Όμως οι εκ των υστέρων αυτές ενέργειες δεν μπορούν να ισχυροποιήσουν την εγκυρότητα της καταγγελίας που ανατρέχει στις 15.7.2011, αφού αυτό είναι το χρονικό σημείο που η α' εναγομένη θεωρούσε ως χρόνο λύσης της σύμβασης εργασίας>>. Αντίθετα, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με τις οποίες η εναγομένη εταιρία κατέβαλε στις 21-7-2011 το ποσό των 9.333 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και ότι στις 25-7-2011 κοινοποίησε σ'αυτόν έγγραφη καταγγελία της ένδικης σύμβασης η εναγομένη εγκύρως προέβη εγγράφως στις 25-7-2011 στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης έχοντας προηγουμένως την 21-7-2011 καταθέσει στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης, η οποία επέφερε τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή τη λύση της συμβάσεως από τις 25-7-2011 και όχι από τις 15-7-2011, ανεξαρτήτως του ότι η εναγομένη θεωρούσε ως χρόνο καταγγελίας της σύμβασης την 15-7-2011.
Συνεπώς, έπρεπε να δεχτεί την αγωγή ως και κατ'ουσίαν βάσιμη μόνο κατά το μέρος με το οποίο ο ενάγων ζητά μισθούς υπερημερίας και μόνο για το χρονικό διάστημα από 15-7-2011, ημερομηνία κατά την οποία ανακοίνωσε προφορικά στον ενάγοντα το γεγονός της καταγγελίας, έως τις 25-11-2007, διάστημα κατά το οποίο κατέστη υπερήμερη σχετικά με την αποδοχή των προσφερομένων υπηρεσιών του ενάγοντος και να απορρίψει την αγωγή κατά τα λοιπά. Επομένως, o 1ος από τους λόγους της αναίρεσης, κατά το σκέλος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του αρθ 559 παρ 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3), προκειμένου το Εφετείο να προβεί μόνο στην εκκαθάριση των οφειλομένων στον ενάγοντα αποδοχών υπερημερίας για το ως άνω δεκαήμερο χρονικό διάστημα. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1557/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στους αναιρεσείοντες δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2019.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ