Legislator Case Law & Legislation
1127/2018 AI generated

1127/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1127/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1127/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1.- Με την κρινόμενη από 10-11-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6557/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 718/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία απορρίφθηκε η από 19-3-2010 αγωγή αυτής (αναιρεσείουσας) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1127 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1127/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ό. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσιώστα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." η οποία εκπροσωπήθηκε από την καθολική της διάδοχο ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γεωργαντίδη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 718/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 6557/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/11/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την κρινόμενη από 10-11-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6557/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 718/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία απορρίφθηκε η από 19-3-2010 αγωγή αυτής (αναιρεσείουσας) ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.- Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της, από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται και η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνεται και η αγωγή, για την οποία η εσφαλμένη, ως προς τη νομιμότητα και την εν γένει θεμελίωσή της, κρίση ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, γιατί ανάγεται στη μη προσήκουσα εφαρμογή και ερμηνεία του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε.

Η νομική δε αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα από το ουσιαστικό δικαστήριο, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας δικαίου, για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά, ενώ η περαιτέρω ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή αυτή που ανάγεται στην ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής, που συνεπάγεται την αοριστία του ίδιου του δικογράφου της αγωγής και την εξαιτίας τούτου απόρριψη αυτής ως αόριστης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.(Α.Π.1972/2013).

Ειδικότερα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, αν τυχόν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας, ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.(ΑΠ8/2017).

Από το συνδυασμό των άρθρων 648,652,656 και 349-351 ΑΚ, 7 Ν.2112/1920 και 5 παρ.3 ν 1955 προκύπτει ότι ο εργοδότης, ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να εξειδικεύει εκάστοτε την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τον τόπο, το χρόνο, τον τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση. (Α.Π. 927/2013).

Αποτελεί, όμως, παραλλήλως το δικαίωμα αυτό και εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις, της εξουσίας του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο (Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π. 927/2013,). Έχει δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής εκμετάλευσης, την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τον κρινόμενα από αυτόν ως πλέον αποτελεσματικά γι’ αυτή κριτήρια (ΑΠ 1/2012).

Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, υπό την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικά. Δεν επιτρέπεται δηλαδή κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική βλάβη στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλ.

κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στον μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα είτε να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και ν’ αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση είτε, εμμένοντας στη σύμβαση, ν’ απαιτήσει από τον εργοδότη ν’ αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας αυτής (βλ.

ΑΠ 355/2009 ΕλλΔνη 51,444). Τέλος, αν η βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως υπό τις περιστάσεις, υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος ν’ αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη, που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (βλ.

ΑΠ 251/2008 ΕλλΔνη 49,1665,).Δεν είναι όμως καταχρηστική, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να τοποθετεί συγκεκριμένο εργαζόμενο ως προϊστάμενο ενός τμήματος η ενός καταστήματος της επιχειρήσεώς του κατά παράλειψη άλλου μισθωτού, ο οποίος υπερέχει, έστω και καταφανώς, σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος .Και τούτο διότι δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώ μενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεώς.

Για να είναι καταχρηστική, στη περίπτωση αυτή, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολομ.

ΑΠ 25/2003, ΝΟΜΟΣ , ΑΠ 1/2012, ΝΟΜΟΣ, βλ. και ΑΠ 927/2013 , ΝΟΜΟΣ ). Τέτοια πραγματικά περιστατικά είναι η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επιλύσεώς τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 927/2013 , ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, ο κανονισμός εργασίας που εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν.δ. 3789/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας" πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 1767/1988 "περί συμβουλίων εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις" καταρτίζεται από τον επιχειρηματία - εργοδότη και ελέγχεται από ορισμένα όργανα της δημόσιας διοίκησης ως προς τη νομιμότητά του και τη σκοπιμότητά του, εφόσον δε εγκριθεί από αυτά, αναρτάται σε σημεία των εργασιακών χώρων που είναι εμφανή και προσιτά για τους μισθωτούς.

Η παραπάνω έγκριση του κανονισμού συνιστά πράξη διοικητική και όχι νομοθετική. Δεν δύναται δε να θεωρηθεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού αυτού έχουν χαρακτήρα κανονιστικό, διότι, σύμφωνα με τους συνταγματικούς κανόνες που αφορούν στη συλλογική αυτονομία, στην ελευθερία αναπτύξεως της προσωπικότητας και στο κοινωνικό δικαίωμα εργασίας, δεν επιτρέπεται στον εργοδότη να επιβάλλει κανόνες δικαιϊκού χαρακτήρα χωρίς τη σύμπραξη των εργαζομένων στην επιχείρηση, ακόμη και αν οι κανόνες αυτοί έχουν εγκριθεί με διοικητική πράξη.

Για το λόγο αυτό ο Κανονισμός αυτός δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αλλά εφόσον γίνει αποδεκτός από τους εργαζομένους, με τις ατομικές συμβάσεις εκάστου, αποκτά συμβατικό χαρακτήρα (ΑΠ 27/2007, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο από Μάρτιο 1983 εγκεκριμένος Κανονισμός Εργασίας που καταρτίσθηκε κατά τη διαδικασία του ν.δ 3789/1957, εγκρίθηκε από το Νομάρχη Αττικής και διέπει τις σχέσεις της εφεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και του προσωπικού της, έχει συμβατική ισχύ, εφόσον δεν εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, ούτε κυρώθηκε με νόμο ή με υπουργική απόφαση (ΑΠ 1390/2008, ΝΟΜΟΣ) .

Για τον ίδιο λόγο συμβατική ισχύ έχει και ο "Κανονισμός Τοποθετήσεων ή Πλήρωσης θέσεων ευθύνης με προκήρυξη" που ισχύει από 8/12/1998 ,αναθεωρήθηκε από 2001 (πρακτικό συμφωνίας 17.1.2001), διέπει τις σχέσεις της εφεσίβλητης εναγομένης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας και του προσωπικού. Με τις διατάξεις του κεφαλαίου III "ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΩΝ" του προαναφερθέντος Κανονισμού Τοποθετήσεων ή Πλήρωσης θέσεων ευθύνης της εναγομένης, όπως αυτός αναθεωρήθηκε από 2001 (πρακτικό συμφωνίας 17.1.2001), ορίζονται τα ακόλουθα : "Η τοποθέτηση σε κενή θέση ευθύνης ή προβλεπόμενη να κενωθεί εντός του έτους της προκήρυξης, προϋποθέτει την κατοχή από τους ενδιαφερόμενους για τη θέση υπαλλήλους της εταιρίας, βαθμού ανάλογου με το επίπεδο της προκηρυσσόμενης θέσης και το νέο βαθμολόγιο.

Συγκεκριμένα ισχύουν τα εξής : Α. Οι υπάλληλοι που έχουν το βαθμό του ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ, με επτά (7) χρόνια υπηρεσίας βαθμολογικά αναγνωρισμένης και άνω, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, για θέσεις προϊστάμενων γραφείων, τμημάτων ή αντίστοιχες θέσεις ελεγκτών. Επίσης υπάλληλοι με το βαθμό του Επόπτη για θέσεις απόλυτα συγκεκριμένες που μπορούν να καταληφθούν από βοηθητικό προσωπικό.

Β. Οι υπάλληλοι με το βαθμό του ΤΜΗΜΑΤΑΡΧΗ Β και άνω, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για θέσεις μέχρι και Προϊσταμένου Υποδιεύθυνσης . Ειδικά για τις Π/Μ/ μέχρι και Προϊσταμένου Διεύθυνσης. Γ. Οι υπάλληλοι που έχουν το βαθμό του ΤΜΗΜΑΤΑΡΧΗ Α και άνω, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για θέσεις μέχρι και Προϊσταμένου Διεύθυνσης.

Δ. Οι υπάλληλοι με το βαθμό του Υποδιευθυντή και Διευθυντή, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για θέσεις μέχρι και Προϊσταμένου Συντονιστή Διευθύνσεων. Ε. Οργανικές θέσεις απόλυτα συγκεκριμένες, σε επίπεδο Τμήματος ή Γραφείου, μπορούν να καταλαμβάνονται από υπαλλήλους του βοηθητικού προσωπικού, οι οποίοι έχουν τον βαθμό του Επόπτη.

Κατ’ εξαίρεση και μόνο για την αρχική εφαρμογή του συστήματος των τοποθετήσεων, καθιερώνεται μεταβατικό στάδιο (διετία), όπου συγκεκριμένα και αποκλειστικά θα ισχύσουν τα εξής: Υπάλληλοι με τον βαθμό του Επόπτη και του Βοηθού Α του βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για εκδήλωση ενδιαφέροντος προς πλήρωση απόλυτα συγκεκριμένων οργανικών θέσεων, όπως παραπάνω.

Εκτός των παραπάνω αναφερόμενων προϋποθέσεων, που σχετίζονται με την κατοχή συγκεκριμένου βαθμού από τους υποψήφιους , θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη τα εξής: α . Δεν δικαιούται να είναι υποψήφιος επομένως δεν συμμετέχει στη διαδικασία επιλογής, υπάλληλος που την τελευταία τριετία του έχει επιβληθεί τελεσίδικη πειθαρχική ποινή, μεγαλύτερη της έγγραφης επίπληξης β.

Υπάλληλοι που ευρίσκονται σε γονική άδεια ή άδεια άνευ αποδοχών ή ασθένεια, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, με τη δέσμευση ότι αν επιλεγούν, θα πρέπει να παρουσιαστούν αμέσως για να αναλάβουν τα καθήκοντα τους Σε περίπτωση αδείας τοκετού, η ανάληψη καθηκόντων θα γίνεται με τη λήξη της Σε περίπτωση αδείας λόγω ασθένειας η ανάληψη καθηκόντων θα γίνεται με την λήξη της ασθένειας και την επάνοδο του υπαλλήλου στην εταιρία, σε χρονικό διάστημα από την ανάθεση των καθηκόντων, που δεν θα ξεπερνά τα όρια της βραχείας ασθένειας όπως αυτά κάθε φορά καθορίζονται από τον Νόμο.

Επίσης οι υπάλληλοι που έχουν τεθεί με απόφαση της εταιρίας σε διαθεσιμότητα, ή εκκρεμεί η απόφαση πειθαρχικού οργάνου της, μπορούν να υποβάλλουν αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Οι υπάλληλοι που ευρίσκονται σε διαθεσιμότητα αν επιλεγούν, αναλαμβάνουν τα καθήκοντα τους με την άρση του λόγου της διαθεσιμότητας και εντός τριμήνου το πολύ από την επιλογή τους.

Οι υπάλληλοι για τους οποίους εκκρεμεί απόφαση για πειθαρχικό παράπτωμα αναλαμβάνουν τα καθήκοντα τους εφόσον δεν τους επιβληθεί τελεσίδικη πειθαρχική ποινή μεγαλύτερη της έγγραφης επίπληξης. Η σχετική απόφαση θα πρέπει να ληφθεί εντός τριμήνου το πολύ από την επιλογή τους και από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα της Εταιρίας .

Διαφορετικά, και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις, η εταιρία αποφασίζει την ανάκληση της τοποθέτησης........" Ακολούθως με τον ίδιο "Κανονισμό Τοποθετήσεων ή Πλήρωσης θέσεων ευθύνης " της εναγομένης, όπως αυτός αναθεωρήθηκε από 2001 (πρακτικό συμφωνίας 17.1.2001), ορίζονται τα ακόλουθα "Κριτήρια τοποθετήσεων" : "Οι τοποθετήσεις των υπαλλήλων σε θέσεις ευθύνης γίνονται με καθορισμένη διαδικασία, εισήγηση των αρμοδίων εισηγητικών οργάνων και απόφαση των εγκριτικών κλιμακίων , αφού ληφθούν υπόψη τα παρακάτω κριτήρια, που με τη σταθμισμένη μοριοδότησή τους, δίνουν μια "αντικειμενική εικόνα" του υποψήφιου" (Ακολουθεί "ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΡΙΤΗΡΙΩΝ " με τον οποίο ορίζονται κριτήρια μοριοδότησης (μέχρι 360 μόρια συνολικά), όπως επαγγελματική επίδοση, σπουδές και ξένες γλώσσες, επίπεδο κατεχόμενης θέσης ευθύνης, έτη σε θέση ευθύνης, επαγγελματική επιμόρφωση (σεμινάρια), και έτη παραμονής στην περιφέρεια, προσδιορίζονται επίσης ανώτατος αριθμός μορίων από προσωπική συνέντευξη καθώς και κριτήρια με αφαιρετικά μόρια (όπως άδειες άνευ αποδοχών, πειθαρχικές ποινές), όπως ειδικότερα στο παράρτημα).

Από όλα όσα παραπάνω εκκτίθενται συνάγεται με σαφήνεια ότι, προκειμένου περί αγωγής υπαλλήλου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί (εκτός των άλλων) ότι είναι καταχρηστική και παράνομη η απόφαση του εργοδότη, με την οποία αυτός, κατ’ ενάσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος, τοποθέτησε σε θέση ευθύνης άλλον υπάλληλο της επιχειρήσεως, παραλείποντας τον ενάγοντα και ότι συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής του σχέσης, για να είναι ορισμένη η αγωγή αυτή, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στο οικείο δικόγραφο τόσον τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υπαλλήλου που παραλείφθηκε σε αντιπαραβολή με εκείνα του τοποθετηθέντος σε θέση ευθύνης, όσον και επιπρόσθετα να εκτίθενται και άλλες συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις, όπως είναι η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επιλύσεώς τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, τα οποία, σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (βλ.

και Ολ. ΑΠ 25/2003 (που αφορά τραπεζική εταιρεία και ΑΠ 927/2013, ΑΠ 1/2012, που αφορούν την Δ.Ε.Η,), ήτοι να καθιστούν καταχρηστική τη μη τοποθέτηση αυτού στη συγκεκριμένη θέση ευθύνης, ως καταφανώς ικανότερου και πλέον κατάλληλου για τη θέση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων εκτιμά ο Άρειος Πάγος (αρθρ.561 παρ. 2 KΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει στην αγωγή της:

Ότι προσελήφθη από την εναγομένη στις 20-7-1981 ως υπάλληλος με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών (Τμήμα Γεν. Λογιστηρίου - Γραμματεία) μέχρι την 8-7- 1983, οπότε τοποθετήθηκε στο Τμήμα Γεν. Λογιστηρίου της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών μέχρι την 2-3-1984, ημερομηνία κατά την οποία αποσπάσθηκε στην Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών - Τμήμα Προσωπικού, για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών και συγκεκριμένα μέχρι την 2-9-1984, οπότε τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Διοικητικού - Τμήμα Προσωπικού.

Ότι με την από 11-3-1985 απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης τοποθετήθηκε στη θέση της Προϊσταμένης του Γραφείου Μισθοδοσίας Τμήματος Προσωπικού, ότι από 1-4-1986 με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου τοποθετήθηκε στη θέση της Αναπληρωτή Προϊσταμένης του Τμήματος Οικονομικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών, ότι από 9-1-1989 με απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου τοποθετήθηκε στη θέση της Προϊστάμενης του ίδιου Τμήματος, ότι με την από 14-5-1999 απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου τοποθετήθηκε στη θέση της Προϊσταμένης στο Τμήμα Διαχείρισης Θεμάτων Προσωπικού της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικών Υπηρεσιών, ότι η τοποθέτησή της αυτή παρατάθηκε αρχικά μέχρι την 30-9-2001 με την από 20-7-2001 απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου και στη συνέχεια μέχρι την τακτική προκήρυξη των θέσεων.

Ότι δυνάμει των αναφερόμενων στην αγωγή αποφάσεων του Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγομένης, η ενάγουσα τοποθετήθηκε από τις 25-9-2003 στη θέση της Προϊσταμένης του Τμήματος Διαχείρισης Οικονομικών Θεμάτων Προσωπικού της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης, θέση την οποία κατέχει μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής .

Ότι η ενάγουσα ότι είναι πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Σχολής ΣΕΛΕΤΕ με ειδικότητα στα Οικονομικά και του ΕΙΑΣ (Ελληνικό Ινστιτούτο Ασφαλιστικών Σπουδών), ότι κατά την διάρκεια της υπηρεσίας της στην εναγόμενη από το 1981 έχει παρακολουθήσει δεκάδες (μη αναφερόμενα αναλυτικά στην αγωγή) σεμινάρια επιμόρφωσης στους αναφερόμενους στην αγωγή κλάδους ,ότι συμμετείχε σε πολλές Επιτροπές της εναγομένης, ότι οι εκθέσεις αξιολόγησής της, ως υπαλλήλου, από την πρόσληψή της μέχρι το έτος 1998 ήταν άριστες, από δε το έτος 1998 και εφεξής έως το 2007 στα Δελτία Αξιολόγησης και Ανάπτυξης είχε εξαιρετική έως άριστη βαθμολόγηση σύμφωνα με τα στην υπό κρίση αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα.

Ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 7 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο 1983 και είχε συμβατική ισχύ, εντάχθηκε με βάση τα προσόντα της (πτυχίο Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, γνώση Αγγλικής Γλώσσας - επιπέδου LOWER από το 1974) στο βαθμό του Ασφαλιστή Γ’ από την 24-5-1983, στη συνέχεια δε και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ως άνω Κανονισμού προήχθη στους βαθμούς του Ασφαλιστή Β’ την 24-5-1985, Ασφαλιστή Α’ την 24-5-1988, Τμηματάρχη την 24-5-1991, Τμηματάρχη Β’ την 24-5-1994 και Τμηματάρχη Α’ την 24-5-1997, κατ’ απόλυτο εκλογή και κατόπιν συμπλήρωσης ευδόκιμης πραγματικής υπηρεσίας τριών (3) ετών στον προηγούμενο κάθε φορά βαθμό.

Ιστορούσε ότι η επόμενη βαθμολογική προαγωγή της στον βαθμό του Υποδιευθυντή ορίσθηκε για την 24-5- 1999, λόγω της βαθμολογικής αναγνώρισης ενός (1) έτους από την κτήση πτυχίου ΕΙΑΣ και ότι ο βαθμός της κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής είναι αυτός του Τμηματάρχη Α’ , τον οποίο κατέχει από 24-5-1997. Εξέθετε ακολούθως η ενάγουσα ότι με την υπ’ αριθμ. ...-7-2009 απόφαση του Δ.

Σ. της εναγομένης (αριθμ. πρωτ. .../15-7-2009) αποφασίσθηκε η μετακίνηση του συναδέλφου της υπαλλήλου της εναγομένης Ν. Π. από την Υποδιεύθυνση Ομαδικών Ασφαλίσεων Ζωής και Υγείας, στην οποία υπηρετούσε , ως υπάλληλος παρά τη Υποδιευθύνσει, στη θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, που ανήκει στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης, με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή, ότι έτσι τοποθετήθηκε σε ιεραρχικά ανώτερη θέση σε σχέση με την θέση της Προϊσταμένης Τμήματος Διαχείρισης Οικονομικών Θεμάτων Προσωπικού, στην οποία υπηρετούσε η ενάγουσα από την 25-9-2003 και η οποία ανήκει στην ίδια Διεύθυνση στην οποία τοποθετήθηκε ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή ο ανωτέρω συνάδελφος της ενάγουσας .

Ότι έτσι με την ως άνω απόφαση του Δ.Σ. της εναγομένης τοποθετήθηκε σε ιεραρχικά ανώτερη θέση υπάλληλος, ο οποίος είναι κατώτερος από αυτήν (ενάγουσα) ως προς τον βαθμό που κατέχει, καθόσον ο ανωτέρω υπάλληλος κατέχει τον βαθμό του Τμηματάρχη Β’ , έναντι του βαθμού του Τμηματάρχη Α’ , που η ενάγουσα κατέχει από την 24-5-1997.

Ότι ο ως άνω υπάλληλος είχε κριθεί μη προακτέος στον βαθμό του Τμηματάρχη Α’ το 2002 και 2003. Εξέθετε ακολούθως η ενάγουσα ότι η παραπάνω τοποθέτηση του προαναφερόμενου υπαλλήλου της εναγομένης με ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος για τη ρύθμιση των θεμάτων οργάνωσης και λειτουργίας της, συνιστά μονομερή και βλαπτική τροποποίηση των όρων της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας με αυτήν (εναγομένη) , σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, επικαλούμενη ότι το γεγονός πως δεν τοποθετήθηκε η ενάγουσα ως Υποδιευθύντρια στην ως άνω Υποδιεύθυνση, αλλά τοποθετήθηκε ο προαναφερθείς υπάλληλος που είχε κατώτερο βαθμό από την ενάγουσα ,όπως και μηδαμινή εμπειρία και εξειδίκευση στις θέσεις που υπηρέτησε, συνιστά μεταβολή παράνομη, αντισυμβατική και χωρίς την συγκατάθεση της που επιφέρει άμεση υλική και ηθική βλάβη της και πρωτίστως την μη αύξηση των αποδοχών της σε σχέση με τις αποδοχές της θέσης του Υποδιευθυντή , στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έπρεπε να την τοποθετήσει η εναγομένη.

Ισχυρίσθηκε στη συνέχεια η ενάγουσα ότι από την προαναφερόμενη παράνομη ναι καταχρηστική παράλειψη της εναγομένης την τοποθετήσει στη θέση του Υποδιευθυντή αυτή (ενάγουσα) υπέστη α) υλική ζημία ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 5.025,53 ευρώ από 16-7- 2009 έως 28-2-2010, λόγω της απώλειας των αποδοχών της θέσης του Υποδιευθυντή και ειδικότερα 1)του επιδόματος διοικητικών καθηκόντων ποσού 3.750,53 ευρώ και 2) των εξόδων περιποίησης πελατείας ποσού 1.275 ευρώ, καθώς και β) ηθική βλάβη, ανεχόμενη στο ποσό των 30.000 ευρώ, καθόσον μειώθηκε η προσωπικότητά της απέναντι στους συναδέλφους της στην εναγομένη και ζήτησε, αφού περιόρισε νομίμως σε αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, να αναγνωρισθεί για τους στο ιστορικό της αγωγής αναφερόμενους λόγους ότι η παράλειψη της εναγομένης να τοποθετήσει αυτήν (ενάγουσα) στη θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης, με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή, και η τοποθέτηση στη θέση αυτή του προαναφερόμενου υπαλλήλου της με την υπ’ αρ. ...-7-2009 απόφαση του Δ.Σ.

αυτής, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή της εργασιακής σχέσης της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τοποθετήσει αυτή στην θέση του Υποδιευθυντή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει για τις αναφερόμενες στο ιστορικό αιτίες το συνολικό ποσό των 35.025,53 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα επικαλέστηκε μόνο τα δικά της τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, καθώς και ότι ο επιλεγείς, δυνάμει της υπ’ αρ. ...-7-2009 απόφασης του Δ.Σ. της εναγομένης, για την επίδικη θέση ευθύνης, και κατονομαζόμενος στην αγωγή συνάδελφός της και υπάλληλος της εναγομένης, I) ενώ ήταν κατώτερος της ενάγουσας ιεραρχικά , εν τούτοις τοποθετήθηκε σε θέση ανώτερη από αυτήν (ενάγουσα), II ) ότι μέχρι την ως άνω τοποθέτησή του υπηρετούσε στην Υποδιεύθυνση Ομαδικών Ασφαλίσεων Ζωής και Υγείας, III), ότι ο ανωτέρω υπάλληλος κατείχε, κατά τον χρόνο της ως άνω τοποθέτησής του στην ως άνω θέση ευθύνης, τον βαθμό του Τμηματάρχη Β’ , έναντι του βαθμού του Τμηματάρχη Α’ , το οποίο κατείχε από τις 24-5-1997 η ενάγουσα, και IV) ότι ο προαναφερόμενος επιλεγείς για την ως άνω θέση ευθύνης υπάλληλος είχε κριθεί μη προακτέος στον βαθμό του Τμηματάρχη Α’ το 2002 και 2003.

Ότι η ενάγουσα στο αγωγικό της δικόγραφο δεν προσδιόρισε κατά τρόπο ορισμένο, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του επιλεγέντος αντ’ αυτής για την επίδικη θέση ευθύνης συναδέλφου της, ούτε επικαλέστηκε η ενάγουσα και δη κατά τρόπο ορισμένο, καταφανή υπεροχή της ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του ως άνω επιλεγέντος συναδέλφου της, και δή ουδόλως ανέφερονται στην αγωγή τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του, ούτε ο χρόνος πρόσληψής του στην υπηρεσία της εναγομένης (Γενική Αρχαιότητα), ούτε τα απαιτούμενα από τον Κανονισμό κριτήρια αντικειμενικής μοριοδότησης τούτου για την πλήρωση θέσεων ευθύνης και συγκεκριμένα οι σπουδές αυτού, οι ξένες γλώσσες, οι θέσεις ευθύνης στις οποίες αυτός υπηρέτησε, τα έτη κατά τα οποία αυτός υπηρέτησε σε θέσεις ευθύνης, η επαγγελματική του επίδοση, οι εκθέσεις αξιολόγησής του, η επαγγελματική του επιμόρφωση (σεμινάρια) και τα τυχόν έτη παραμονής τούτου στην περιφέρεια, ισχυριζόμενη μόνο όλως αορίστως ότι ο επιλεγείς από την εναγομένη για την ως άνω θέση υπάλληλος αυτής είχε μηδαμινή εμπειρία και εξειδίκευση στις θέσεις που υπηρέτησε, ότι οι προαναφερόμενες ελλείψεις, καθιστούν αόριστη την υπό κρίση αγωγή και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, ότι για να είναι καταχρηστική, στη περίπτωση αυτή, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την (μη επικαλούμενη στην αγωγή κατά τρόπο ορισμένο) καταφανή υπεροχή της παραλειφθείσας ενάγουσας, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετωπίσεως υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επιλύσεώς τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, ή ακόμη και η κακοπιστία της εργοδότριάς εταιρείας, (εμπάθεια ή εχθρότητα κ.λπ.), ήτοι πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν επικαλείται η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή ότι συντρέχουν στο πρόσωπό της, και τα οποία σε συνδυασμό με την καταφανή (επίσης μη επικαλούμενη και δη κατά τρόπο ορισμένο από την ενάγουσα στην ένδικη αγωγή της) υπεροχή της σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ότι δεν αναφέρεται καθόλου στην υπό κρίση αγωγή ούτε ότι ο τοποθετηθείς στην θέση ευθύνης της εναγομένης υπάλληλος ήταν απόφοιτος Λυκείου, ούτε ότι αυτός δεν είχε γνώσεις αγγλικής, ούτε ότι την ίδια χρονική περίοδο, κατά την οποία του ανατέθηκε η ως άνω θέση ευθύνης (2009), ο συγκρινόμενος κρίθηκε μη προακτέος στον βαθμό του Τμηματάρχη Α’ .

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. Και αυτό διότι οι προαναφερόμενες ελλείψεις καθιστούν αόριστη την υπό κρίση αγωγή και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, εφόσον δεν προσδιορίζονται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αντί της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας προαχθέντος υπαλλήλου ώστε συγκρινόμενα να φαίνεται η καταφανής υπεροχή της ενάγουσας έναντι αυτού και η καταχρηστική, εκ του λόγου αυτού, άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για απλή βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, που εντάσσεται στα εκ της εργασίας δικαιώματα του μισθωτού, τα οποία ευλόγως συνδέονται με τις αντικειμενικώς εκτιμώμενες ικανότητες αυτού, αλλά για επιλογή του έχοντος την εκμετάλλευση εργοδότη που αφορά αποφασιστικώς την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησής του.

Ως εκ τούτου για να είναι καταχρηστική, στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών, τα οποία, σε συνδυασμό με την (μη επικαλούμενη στην αγωγή κατά τρόπο ορισμένο) καταφανή υπεροχή της παραληφθείσας ενάγουσας , να θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όπως η εξειδικευμένη γνώση του αντικειμένου, η εξαιρετική κρίση και αντίληψη, η αδιαμφισβήτητη ικανότητα αντιμετώπισης υπηρεσιακών προβλημάτων και η μεθοδικότητα επίλυσής τους, η πολύχρονη εμπειρία και το συντονιστικό πνεύμα συνεργασίας, ή ακόμη και η κακοπιστία του εργοδότη (εμπάθεια ή εχθρότητα κ.λπ.), ήτοι πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν επικαλείται η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή ότι συντρέχουν.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. είναι ως αβάσιμος. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚπολΔ με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος διότι οι διατάξεις αυτές ως δικονομικές, δεν υπάγονται στους κανόνες δικαίου η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον, από την παραπάνω διάταξη, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1972/2013). Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το αριθμό 8 του ιδίου άρθρου πλημμέλεια, με την οποία πλήττει την προσβαλλόμενη η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα και δή ότι η προαγωγή και η τοποθέτηση αντί αυτής στη θέση Υποδιευθυντή του αναφερομένου στο δικόγραφο της αγωγής υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, δεν έγινε με βάση τον Κανονισμό Τοποθετήσεων, αλλά με ανάθεση καθηκόντων, διότι από την ίδια την προσβαλλόμενη προκύπτει ότι αυτή δέχεται ότι η τοποθέτηση στη θέση του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Υποδιεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης με ανάθεση καθηκόντων Υποδιευθυντή στον κατονομαζόμενο συνάδελφό της έγινε με ανάθεση (βλ. σελίδα 12 της προσβαλλόμενης), τα όσα δε παρατίθενται στην προσβαλλόμενη περί των ορισμών του Κανονισμού Προαγωγών και Τοποθετήσεων της αναιρεσείουσας αναφέρονται πλεοναστικά. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί.

Τέλος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την αγωγή, ως αόριστη, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 20 του Συντάγματος και 106 του ΚΠολΔ, αφού ο ενάγων στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης, δεν στερήθηκε από το δικαίωμά του της ανεμπόδιστης και αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων του.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 10-11-2016, αίτηση για την αναίρεση της 6557/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ