Legislator Case Law & Legislation
1127/2015 AI generated

1127/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1127/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1127/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 33θ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Keywords

AI generated
benefit fraud false statements regarding commercial business stock exchange transaction European Economic Interest Grouping trade negotiations stock exchange reporting obligation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1127 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1127/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Μ., κατοίκου ... και 2. Ι. Δ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Δημητρούκα. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο .Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2012 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-5-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 5-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις .../15.1.2014 και 7937β/2.10.2014 εκθέσεις επιδόσεως (του δικαστικού επιμελητή Κορίνθου Δ. Γ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της από 28/3/2014 κλήσεως προς συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο, για την ορισθείσα δικάσιμο της 14ης Οκτωβρίου 2014, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, χωρίς να απαιτείται γι αυτήν νέα κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, εφόσον η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεώς του (άρθρ. 226 παρ.4, εδ.3 και4 ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την μετ' αναβολή συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 33θ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 386 του ΠΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων αναγομένων στο παρόν, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε.

Από δε τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 του ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος των εναγομένων στην από 15-3-2004 αγωγή Γ. Κ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, διατηρεί στην ... γραφείο χρηματοοικονομικών και χρηματιστηριακών συναλλαγών,...Στα πλαίσια της δραστηριότητας του αυτής ανέλαβε έναντι της εναγόμενης/εκκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "NATIONAL ENERGY ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη ..., καθώς και της εδρεύουσας στο Λονδίνο επίσης εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία "NATIONAL ENERGY HOLDINGS (UK)" την προώθηση στο κοινό του επενδυτικού προγράμματος της τελευταίας και την προσέλκυση επενδυτών, προκειμένου οι τελευταίοι να δεχθούν να αγοράσουν τις προσφερόμενες μετοχές της...

Στις αρχές Απριλίου του έτους 2004 και στα πλαίσια της προαναφερόμενης προώθησης του επενδυτικού προγράμματος των πιο πάνω εναγόμενων εταιριών, ο Γ. Κ. και η σύζυγος του Π. προσέγγισαν, μέσω τρίτου (κοινού γνωστού τους), τον ενάγοντα/εφεσίβλητο Κ. Μ. (ήδη αναιρεσίβλητο) και του παρουσίασαν το πιο πάνω επενδυτικό πρόγραμμα.

Ειδικότερα, στις αλλεπάλληλες προσωπικές επαφές τους κατά τον μήνα Απρίλιο 2004, κυρίως στο γραφείο του Κ. Μ., στην ..., ενημέρωσαν τον τελευταίο ότι η εναγόμενη/εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "NATIONALE ENERGY ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." είναι θυγατρική της αγγλικής εταιρίας "NATIONALE ENERGY HOLDINGS (UK) PLC", ότι και οι δύο αυτές εταιρίες είναι νεοσύστατες, ότι η δεύτερη από αυτές έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την αγορά, διύλιση και εμπορία καυσίμων, δραστηριοποιούμενη γενικότερα στο χώρο της ενέργειας και των καυσίμων, έχει δε σημαντικό μετοχικό κεφάλαιο, ανερχόμενο σε 40.000.000 λίρες Αγγλίας, ότι μετέχουν σ' αυτή σημαντικοί οικονομικοί και επιχειρηματικοί παράγοντες, ενώ για την πρώτη από τις πιο πάνω εταιρίες ενημέρωσαν τον πιο πάνω ενάγοντα ότι έχει συμβληθεί με την προαναφερόμενη αγγλική εταιρία και την εκπροσωπεί στην Ελλάδα αφενός για την προώθηση του επενδυτικού της σχεδίου αφετέρου για τη διαμεσολάβηση στην αγορά των μετοχών της από ενδιαφερομένους επενδυτές.

Επίσης, οι εναγόμενοι αυτοί ενημέρωσαν τον Κ. Μ. ότι η πιο πάνω αγγλική εταιρία παρουσίασε σημαντικά κέρδη κατά το προηγούμενο έτος, μισθώνει μεγάλα ακίνητα στο Λονδίνο προς στέγαση των γραφείων και λοιπών υπηρεσιών της, ότι εκπληρώνει όλες τις προϋποθέσεις κατά το αγγλικό δίκαιο για την εισαγωγή των μετοχών της στο χρηματιστήριο αξιών του Λονδίνου, η οποία (εισαγωγή) επρόκειτο να πραγματοποιηθεί τους αμέσως επόμενους μήνες, με μεγάλη πιθανότητα αύξησης της τιμής των μετοχών της και δυνατότητα άμεσης μεταβίβασης αυτών (μετοχών) προς τρίτους.

Μετά το αρχικό ενδιαφέρον, που έδειξαν ο Κ. Μ. αλλά και Ι. Κ., συνεργάτης και φίλος του πρώτου, που ήδη ενημερώθηκε για την πιο πάνω επένδυση από τον Κ. Μ., και προκειμένου αυτοί να επενδύσουν σημαντικό χρηματικό ποσό στην πιο πάνω αγγλική εταιρία, οι εκ των εναγόμενων Γ. και Π. Κ. έφεραν σε επαφή, στις αρχές Απριλίου 2004 τον Κ.

Μ. και τον Ι. Κ. με τον Κ. Σ. (4° εναγόμενο στην ανωτέρω αγωγή και νυν 2° εκκαλούντα), πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της τρίτης εναγόμενης εταιρίας και μέλος του Δ.Σ. της εκπροσωπούμενης από τον ένατο εναγόμενο αγγλικής εταιρίας, τον Ι. Δ. (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) μέλος του Δ.Σ. της τρίτης εναγόμενης, καθώς και τον Β.

Τ. (3° εκκαλούντα), ο οποίος παρουσιάστηκε ως οικονομικός διευθυντής της τρίτης εναγόμενης εταιρίας. Οι τέταρτος, πέμπτος και όγδοος εναγόμενοι κατά τη συνάντηση τους με τον Κ. Μ. (και τον Ι. Κ.) επανέλαβαν στους τελευταίους όλες, τις πιο πάνω πληροφορίες σχετικά με την τρίτη εναγόμενη και την αλλοδαπή εταιρία και την καλή οικονομική τους πορεία.

Μάλιστα, προκειμένου να πείσουν τον Κ. Μ. (και τον Ι. Κ.) να επενδύσουν στην αγγλική εταιρία, τους επέδειξαν και τους παρέδωσαν μία σειρά από ενημερωτικά φυλλάδια, που αποτύπωναν την καλή οικονομική κατάσταση της αγγλικής εταιρίας και παρείχαν πληροφορίες σχετικά με τα μελλοντικά σχέδια και τις προοπτικές της.

Επίσης, τους επέδειξαν σειρά συμφωνητικών που υπέγραψε η πιο πάνω εναγόμενη αγγλική εταιρία με διάφορες εταιρίες Πετρελαιοειδών (όπως η ..., η ..., κλπ.) και τα οποία αφορούσαν εμπορική συνεργασία για διύλιση και μεταφορά μεγάλης ποσότητας καυσίμων. Στη συνέχεια στην 25.4-2004 ακολούθησε και νέα συνάντηση όλων των προαναφερόμενων εναγόμενων με τον Κ.

Μ. (και τον Ι. Κ.), στην οποία συμμετείχε και ο ένατος των εναγομένων και νυν 2ος εκκαλών Σ. Μ. (ήδη πρώτος αναιρεσείων) υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της αγγλικής εταιρίας, όπου επαναλήφθηκαν όλες οι προαναφερόμενες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των δύο εναγόμενων εταιριών και τον κύκλο εργασιών τους.

Με βάση τις πληροφορίες αυτές και τις διαβεβαιώσεις των προαναφερόμενων προσώπων, ο Κ. Μ. (και ο Ι. Κ.) αποφάσισαν να προβούν στην κρίσιμη επένδυση αγοράζοντας μετοχές της εναγόμενης αγγλικής εταιρίας. Ειδικότερα, συμβλήθηκαν με την αγγλική εταιρία, εκπροσωπούμενη από τον ένατο εναγόμενο και κατάρτισαν στην Κόρινθο τις ακόλουθες έξι (6) συμβάσεις υπογράφοντας αντίστοιχα συμφωνητικά.

Την 29-4-2004 συμφωνήθηκε η αγορά 772.72.7 μετοχών της αγγλικής εταιρίας, έναντι τιμήματος ο,88 λιρών Αγγλίας η καθεμία, την 3-5-2004 συμφωνήθηκε η αγορά 46.364 μετοχών της αγγλικής εταιρίας, έναντι τιμήματος 0,88 λιρών Αγγλίας η καθεμία, την 4-5-2004 συμφωνήθηκε η αγορά 54-090 μετοχών της αγγλικής εταιρίας, έναντι τιμήματος 0,88 λιρών Αγγλίας η καθεμία, την 5-5-2004 συμφωνήθηκε η αγορά 42-500 μετοχών της αγγλικής εταιρίας, έναντι τιμήματος 0,88 λιρών Αγγλίας η καθεμία, την 6.5.2004 συμφωνήθηκε η αγορά 54-090 μετοχών, της αγγλικής εταιρίας, έναντι τιμήματος ο,88 λιρών Αγγλίας η καθεμία και τέλος την 18.5.2004 συμφωνήθηκε η αγορά 30.909 μετοχών της αγγλικής εταιρίας, έναντι τιμήματος 0,88 λιρών Αγγλίας η καθεμία.

Μετά την υπογραφή των πιο πάνω συμφωνητικών εκδόθηκαν από την εταιρία "NATIONALE ENERGY HOLDINGS SA" τρεις τίτλοι μετοχών, ήτοι οι υπ' αριθμό 45, 51 και 53 τίτλοι από κοινού στο όνομα τόσο του Κ. Μ. όσο και του Ι. Κ.. Το τίμημα από την αγορά των πιο πάνω μετοχών συμφωνήθηκε να καταβληθεί είτε σε μετρητά με κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς της τρίτης εναγόμενης εταιρίας, η οποία δυνάμει συμβάσεως εκπροσωπούσε την ως άνω αλλοδαπή εταιρία στην Ελλάδα, είτε με την έκδοση και οπισθογράφηση προς αυτή τραπεζικών επιταγών.

Σε εκτέλεση των πιο πάνω συμφωνιών καταβλήθηκαν σε μετρητά (σε λογαριασμούς της τρίτης εναγόμενης εταιρίας) τα ακόλουθα ποσά:.. Επομένως, το συνολικό ποσό που κατατέθηκε σε μετρητά ανήλθε σε 581.500,00 ΕΥΡΩ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση των προαναφερόμενων έξι (6) συμβάσεων αγοράς μετοχών οπισθογραφήθηκαν και παραδόθηκαν οι ακόλουθες τραπεζικές επιταγές προς τους εκπροσώπους της τρίτης εναγόμενης εταιρίας, η οποία όπως ήδη αναφέρθηκε ενεργούσε ως εκπρόσωπος της αγγλικής εταιρίας και οι οποίες επιταγές εξοφλήθηκαν κατά τη λήξη τους από την πληρώτρια τράπεζα...

Επομένως, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε με την εξόφληση των πιο πάνω επιταγών ανέρχεται σε 142.603,12 ΕΥΡΩ. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι...όλες οι προαναφερόμενες καταβολές σε τραπεζικούς λογαριασμούς της τρίτης των εναγόμενων έχουν γίνει αποκλειστικά από τον Κ. Μ. και όχι από τον Ι. Κ., η εμπλοκή του οποίου στην προαναφερόμενη συμφωνία με τους εναγόμενους ήταν η υπογραφή και από αυτόν των επιδίκων έξι (6) ιδιωτικών συμφωνητικών αγοράς των μετοχών της αλλοδαπής εταιρίας και η έκδοση και στο δικό του όνομα των τριών μετοχικών τίτλων αυτής.

Με βάση ειδικότερη συμφωνία του Κ. Μ.υ με τους εκπροσώπους των δύο εταιριών (τρίτης και ένατης) ο πρώτος θα ελάμβανε υπό τη μορφή προμήθειας έκπτωση από το συνολικό τίμημα, το οποίο καταβλήθηκε για την αγορά των επιδίκων μετοχών. Έτσι, σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο Κ. Μ. έλαβε (με κατάθεση από τις εναγόμενες εταιρίες σε λογαριασμό του τελευταίου) τα ακόλουθα, ποσά:

Έτσι, συνολικά επιστράφηκαν στον Κ. Μ. υπό μορφή "προμήθειας" 147-000,00 ΕΥΡΩ. Όλα τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που παρέστησαν στον Κ. Μ. ο πρώτος, η δεύτερη, ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο όγδοος και ο ένατος των εναγομένων ήταν απολύτως ψευδή. Εδώ σημειώνεται μόνο ότι ο τέταρτος και ο πέμπτος των εναγομένων εμφανίστηκαν και συμβλήθηκαν με τον Κ.

Μ. υπό την προαναφερόμενη ιδιότητα τους των εκπροσώπων της τρίτης εναγόμενης εταιρίας, ενώ ο ένατος συμβλήθηκε, με την ιδιότητα του ως εκπροσώπου της αγγλικής εταιρίας "NATIONALE ENERGY HOLDINGS (UK) PLC". Έτσι, οι εναγόμενοι αυτοί ενήργησαν στα πλαίσια της εκπροσωπευτικής τους εξουσίας για λογαριασμό των προαναφερόμενων δύο εναγόμενων εταιριών.

Ειδικότερα, η εκπροσωπούμενη από τον ένατο εναγόμενο και επίσης εναγόμενη αγγλική εταιρία δεν έχει μέχρι και σήμερα καμία εμπορική ή άλλη δραστηριότητα ούτε εμφανίζει κερδοφορία. Και τούτο διότι παρά τους σαφείς ισχυρισμούς του ενάγοντος, αλλά και τη σχετική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, η πιο πάνω εναγόμενη εταιρία δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει έστω και μία εμπορική της συναλλαγή ούτε ένα παραστατικό τέτοιας συναλλαγής.

Επίσης, δεν προσκομίζεται ισολογισμός της εταιρίας αυτής, ώστε να προκύψει η οικονομική της κατάσταση. Αντίθετα, η εταιρία αυτή περιορίζεται στην απλή αναφορά των συμβάσεων που κατά τα προαναφερόμενα είχε συνάψει το έτος 2004 με εταιρίες διύλισης πετρελαίου, δίχως όμως να επικαλείται οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι οι συμβάσεις αυτές υλοποιήθηκαν και επακολούθησε πραγματική συνεργασία μεταξύ των εταιριών αυτών.

Επίσης, δεν προσκομίζεται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η πιο πάνω εναγόμενη εταιρία έχει πράγματι καταβεβλημένο κεφάλαιο ή οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο, παρά το ότι ρητά αμφισβητείται από τον ενάγοντα και ο μάρτυρας απόδειξης με σαφήνεια κατέθεσε ότι η εναγόμενη αυτή εταιρία στερείται περιουσιακών στοιχείων και εμπορικής δραστηριότητας.

Εξάλλου, ούτε ή εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο Αξιών του Λονδίνου επιτεύχθηκε μέχρι σήμερα παρά το ότι οι εναγόμενοι αυτοί είχαν υποσχεθεί στον Κ. Μ. ότι τούτο επρόκειτο να συμβεί εντός του έτους 2004. Επομένως, αποδεικνύεται ότι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί των εναγομένων, πού ήταν αποφασιστικοί για την κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων αγοράς των μετοχών από τον Κ.

Μ. και αποτέλεσαν τον μοναδικό λόγο για τον τελευταίο να προβεί στην επίδικη επένδυση, ήταν ψευδείς. Επίσης, αποδείχθηκε ότι το ψευδές των ισχυρισμών αυτών ήταν γνωστό σε όλους τους προαναφερόμενους εναγόμενους, οι οποίοι στόχευαν στην εξαπάτηση του Κ. Μ.υ και στην απόσπαση από αυτόν μεγάλου χρηματικού ποσού.

Ειδικότερα, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων (Γ. και Π. Κ.) είχαν αναλάβει την προώθηση του (φερόμενου) επενδυτικού προγράμματος της ένατης εναγόμενης και είχαν λάβει γνώση όλων των οικονομικών της στοιχείων, αλλά και των εγγράφων που παρουσίασαν στον Κ. Μ.. Από τα έγγραφα αυτά, αλλά και τις επαφές τους με τους εκπροσώπους των δύο εναγόμενων εταιριών οι δύο πρώτοι, εναγόμενοι (στην πρώτη από τις συνεκδικασθείσες αγωγές) γνώριζαν ότι οι εταιρίες αυτές δεν είχαν καμία εμπορική δραστηριότητα ούτε παρουσίαζαν κερδοφορία.

Επίσης, γνώριζαν ότι η αγγλική εταιρία δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για την εισαγωγή των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών του Λονδίνου, όπως ψευδώς ανέφεραν στον Κ. Μ.. Τα ίδια πραγματικά περιστατικά γνώριζαν και ο τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων, οι οποίοι μάλιστα μετείχαν και στο Δ.Σ. των δύο αυτών εταιριών κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσας.

Επίσης, το ψευδές των ισχυρισμών του προς τον Κ. Μ. γνώριζε και ο όγδοος των εναγόμενων, ο οποίος ήταν οικονομικός διευθυντής της τρίτης εναγόμενης εταιρίας και είχε εκπονήσει το (φερόμενο) επενδυτικό πρόγραμμα, που παρουσιάστηκε στον Κ. Μ.. Τέλος, και ο ένατος των εναγόμενων γνώριζε τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, δεδομένου ότι αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ένατης των εναγόμενων αγγλικής εταιρίας.

Κατά συνέπεια, θεμελιούται ευθύνη του πρώτου, της δεύτερης, της τρίτης εταιρίας (για λογαριασμό της οποίας συμβλήθηκαν οι προαναφερόμενοι εκπρόσωποι της), του τέταρτου, του πέμπτου, του όγδοου, του ένατου, καθώς και της εκπροσωπούμενης από τον ένατο εναγόμενης αγγλικής εταιρίας (για λογαριασμό της οποίας συμβλήθηκαν οι πιο πάνω νόμιμοι εκπρόσωποι της).

Συντρέχον πταίσμα του εφεσίβλητου δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχει, καθόσον αυτός πείστηκε από τις σαφείς και κατηγορηματικές βεβαιώσεις των εναγόμενων περί της συνδρομής των ως άνω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν ψευδείς. Το ότι η αγορά μετοχών εμπεριέχει κίνδυνο σαφώς το γνώριζε ο ενάγων/εφεσίβλητος.

Εκείνο όμως που δεν μπορούσε να γνωρίζει ήταν η πραγματική οικονομική κατάσταση της 9ης εναγόμενης αλλοδαπής εταιρίας, την οποία αν γνώριζε δεν θα προέβαινε στη σύναψη των ως άνω συμβάσεων και η οποία υπήρξε η βάση για την ανάπτυξη των επενδυτικών προγραμμάτων...Σχετικά με τη ζημία του Κ. Μ. αποδείχθηκε ότι οι μετοχές της αγγλικής εταιρίας, που αυτός αγόρασε, δεν είχαν καμία οικονομική αξία, αφού η αγγλική αυτή εταιρία δεν έχει εμπορική δραστηριότητα ούτε περιουσιακά στοιχεία, αλλά ούτε και πράγματι κατατεθειμένο μετοχικό κεφάλαιο.

Εξάλλου, με βάση τα δεδομένα αυτά οι μετοχές της εταιρίας αυτής δεν μπορούν να μεταβιβαστούν προς τρίτους, αφού δεν υπάρχει κανένα απολύτως αγοραστικό ενδιαφέρον. Τα έγγραφα που οι εκκαλούντες προσκομίζουν δεν είναι ικανά να αποδείξουν το αντίθετο. Επομένως, ο ενάγων/εφεσίβλητος Κ. Μ. υπέστη θετική ζημία από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των πιο πάνω εναγομένων, η οποία συνίσταται στο χρηματικό ποσό που κατέβαλε για την αγορά τους.

Το χρηματικό αυτό ποσό, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ανέρχεται σε [581.500 (μετρητά που καταβλήθηκαν) + 142.603,12 (επιταγές που πληρώθηκαν)=] 714.103.12 ΕΥΡΩ, αφαιρουμένου του ποσού των 147.000,00 ΕΥΡΩ, το οποίο επιστράφηκε υπό μορφή προμήθειας στον ενάγοντα από τις εναγόμενες εταιρίες. Έτσι, η τελική θετική ζημία του ενάγοντος Κ.

Μ. ανέρχεται στο ποσό των (714.103,12 - 147.000,00 =) 567.103,12 ΕΥΡΩ, το οποίο πρέπει κατά τα προαναφερόμενα να αναγνωριστεί ότι οφείλουν να τον καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας οι πρώτος, δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, πέμπτος, όγδοος, ένατος και η εκπροσωπούμενη από τον τελευταίο εναγόμενη αγγλική εταιρία, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής του και μέχρι την εξόφληση.

Εκτός από την αποκατάσταση της κατά τα ανωτέρω θετικής ζημίας του ενάγοντας (Κ. Μ.) πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν εις ολόκληρο ο καθένας και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που του προξένησε η αδικοπρακτική τους συμπεριφορά και η απόσπαση από αυτόν μεγάλου χρηματικού ποσού, η οποία (χρηματική ικανοποίηση) αφού ληφθεί υπόψη ο βαθμός υπαιτιότητας τον εναγόμενων και γενικότερα η οικονομική και κοινωνική κατάσταση τον διαδίκων πρέπει να οριστεί στο ποσό των 50.000 ΕΥΡΩ.

Τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά δεχθέν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως αβασίμων των λοιπών λόγων της υπό κρίση έφεσης, όπως και αυτής στο σύνολο της".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση των αναιρεσειόντων και την έφεση των υπέρ ως αυτοί άσκησαν την πρόσθετη παρέμβαση τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση (όλων) τους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία, διέλαβε στην απόφαση του με σαφήνεια και επάρκεια, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, το αποδεικτικό του πόρισμα: 1) αναφορικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της απατηλής (με ψευδείς παραστάσεις) συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και της εξ αυτής προκληθείσας περιουσιακής ζημίας του αναιρεσιβλήτου, ισόποσης με το ποσό που κατέβαλε για την αγορά των επίμαχων μετοχών, οι οποίες δεν είχαν καμία οικονομική αξία, με αναφορά των απαραίτητων περιστατικών προς συναγωγή της κρίσης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων η επίμαχη συμπεριφορά ήταν πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση και 2) αναφορικά με τη γνώση των αναιρεσειόντων, σχετικά με την οικονομική κατάσταση των ως άνω εταιρειών, με προσδιορισμό των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση καθενός τούτων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος του (στοιχ. β', γ'), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη αιτιολογιών, σχετικών με τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, είναι αβάσιμος. Επίσης, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, αποδίδεται στο Εφετείο η ίδια ως άνω πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει καμία αιτιολογία, σχετική με τις ενασχολήσεις του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς τους, ασχολείται με τα χρηματοοικονομικά ζητήματα, τελούσε σε επίγνωση του κινδύνου, απέβλεψε στο μεγάλο κέρδος και ενεργούσε από κοινού με το φίλο και συνεργάτη του Ι.

Κ., ειδικό στα χρηματοοικονομικά θέματα, γεγονότα που αποκλείουν την εξαπάτηση του, καθώς και ότι δεν δικαιολογεί η αναιρεσιβαλλομένη την επανειλημμένη υπογραφή συμβάσεων και τη μεγάλη διάρκεια των συναλλαγών τους, καταστάσεις που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τις αιτιάσεις τους, δεν δικαιολογούν την εξαπάτηση ενός όχι μόνο ειδικού στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, αλλά ούτε και του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Όμως, οι επικαλούμενες ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και σε μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, δεν ιδρύουν την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ώστε ο προκείμενος λόγος κατά το παραπάνω μέρος του είναι απαράδεκτος. Ωσαύτως, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως (στοιχ.

δ') ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι δημιουργεί ασάφεια και αβεβαιότητα ως προς την ταυτότητα του κριθέντος δικογράφου η παραδοχή του Εφετείου ότι η αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση φέρει χρονολογία συντάξεως 15/3/04" ενώ κατά την ίδια απόφαση γίνεται δεκτό πως η επαφή τους με τον αναιρεσίβλητο έγινε αρχές Απριλίου 2004.

Όμως, η προβαλλόμενη αιτίαση δεν ιδρύει την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται η παραδοχή ότι συνεπαγομένη υπήρξε και η αλλοδαπή εταιρεία NATIONAL ENERGY HOLDING S.A (που δεν είναι διάδικος, ούτε ήταν διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη), κατά την προσήκουσα και ορθή εκτίμηση από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του δικογράφου της αγωγής (με την οποία εναγόταν ο Σ.

Μ. ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας NATIONAL ENERGY HOLDING S.A). Οι αναιρεσείοντες, με το τελευταίο μέρος του δεύτερου λόγου της αιτήσεως (στοιχ. ε'), υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιλέγουν για την ιδιότητα της εταιρείας αυτής, ως εναγομένης. Όμως, η εν λόγω αιτίαση είναι απαράδεκτη, προεχόντως διότι οι αναιρεσείοντες δεν νομιμοποιούνται, ούτε έχουν έννομο συμφέρον για την προβολή της.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως και υπό την επίκληση της ευθείας παράβασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 147, 149, 297, 298, 299, 914, 932 ΑΚ και 386 ΠΚ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Προς τούτο ισχυρίζονται, ότι αυτοί, εκπροσωπώντας τις ως άνω εταιρείες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και την καλή πίστη, όχι μόνο δεν ήσαν υποχρεωμένοι να καταστήσουν γνωστή την περιουσιακή κατάσταση των εταιρειών και μάλιστα αυτής που αγόρασε μετοχές ο αναιρεσίβλητος, αλλά σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές ήσαν υποχρεωμένοι να προωθήσουν στην αγορά τις μετοχές, άλλως θα διέπρατταν απιστία έναντι αυτών, ότι δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών τους και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου, που προήλθε ύστερα από υπογραφή έξι κερδοσκοπικών συμβάσεων, αυτοί δε, ως εκπρόσωποι εταιρειών, καλόπιστα προωθούσαν την πώληση των μετοχών, ενώ ο αναιρεσίβλητος προέβη στην αγορά αποβλέποντας σε κέρδη, ότι δεν ήταν δυνατόν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να τον εξαπατήσουν, ως άνθρωπο των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, που προέβη στις συμβάσεις από τις οποίες υπέστη ζημία αναλαμβάνοντας ο ίδιος τον κίνδυνο, γιατί απέβλεπε σε μεγάλα κέρδη, ότι ήταν συμμέτοχος στο πρόγραμμα προώθησης των μετοχών, καθώς και ότι δεν του είπαν κανένα ψεύδος, αλλά αυτός όταν είδε ότι "έπαιξε και έχασε", σκέφτηκε να στραφεί εναντίον τους.

Οι εν λόγω αιτιάσεις, προβαλλόμενες υπό το πρόσχημα της παράβασης κανόνων δικαίου, πλήττουν τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, συναπτόμενες με αποδεικτικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και ως τέτοιες είναι απαράδεκτες, όπως και ο προκείμενος λόγος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του συντρέχοντος πταίσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Για να υπάρχει συντρέχον πταίσμα, πρέπει η πράξη του ζημιωθέντος να έχει συντελέσει στην πρόκληση της ζημίας και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας πράξης του ζημιωθέντος με την πρόκληση ή την έκταση της ζημίας. Τέτοια αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πιο πάνω πράξη ή η παράλειψη του ζημιωθέντος, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικά ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη ή μη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, που ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Όμως, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς. Αντιθέτως, αν η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας γίνεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε την ένσταση των εναγομένων-αναιρεσειόντων από το άρθρο 300 ΑΚ, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, συνιστάμενη στο ότι αυτός καθόλα έμπειρος στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, πριν προβεί στην αγορά των μετοχών της αλλοδαπής εταιρείας είχε σαφή γνώση του αντικειμένου της οικείας επενδύσεως (υπό την έννοια των ειδικότερων γνωρισμάτων της εν λόγω αλλοδαπής εταιρείας, των χρονικών προθεσμιών για την εισαγωγή της στην αγγλική χρηματιστηριακή αγορά, των τυπικών διαδικασιών που έπρεπε να προηγηθούν, καθώς και επίσης των σε επίπεδο υποκειμενικών και άρα διαβλητών και σε πολλές περιπτώσεις μη επαληθευόμενων προβλέψεων για τη στο μέλλον χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση της) και εκ του ασφαλούς γνώριζε ότι η σχετική επένδυση δεν ήταν εξασφαλισμένη, ούτε εγγυημένη, όπως άλλωστε γινόταν μνεία στο σχετικό φυλλάδιο το οποίο του δόθηκε πριν υπογράψει τις αντίστοιχες συμβάσεις και πριν προβεί στις καταβολές του τιμήματος των μετοχών, ούτε ήταν βέβαιη η άμεση εισαγωγή των μετοχών της αλλοδαπής εταιρείας στο Χ.Α του Λονδίνου.

Η απόρριψη αυτή επαρκώς αιτιολογείται με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης ότι πταίσμα του εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσιβλήτου) δεν αποδείχτηκε ότι υπάρχει, καθόσον αυτός πείστηκε από τις σαφείς και κατηγορηματικές βεβαιώσεις των εναγομένων περί της συνδρομής των ως άνω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν ψευδείς, καθώς και ότι σαφώς γνώριζε ο ενάγων πως η αγορά μετοχών εμπεριέχει κίνδυνο, εκείνο όμως που δεν μπορούσε να γνωρίζει ήταν η πραγματική οικονομική κατάσταση της αλλοδαπής εταιρείας, την οποία αν γνώριζε δεν θα προέβαινε στη σύναψη των ως άνω συμβάσεων.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για ελλιπή, ασαφή και αόριστη αιτιολογία επί του ανωτέρω ζητήματος, ώστε να μην καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου (άρθρο 300 AK), είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι αμέσως παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αρκούσαν για να αποκρουστεί από το Εφετείο η εφαρμογή του άρθρου 300 ΑΚ, το οποίο ως εκ τούτου δεν παραβιάστηκε ευθέως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τη σχετική ένσταση των αναιρεσειόντων. Επομένως, ο τρίτος λόγος και κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Η δε προβολή, στον ίδιο λόγο, από τους αναιρεσείοντες της αιτίασης ότι ο ενάγων δεν γνώριζε την οικονομική κατάσταση της αλλοδαπής εταιρείας, αντίκειται στα διδάγματα της κοινής πείρας για ένα άτομο που τελείωσε το αμερικάνικο κολέγιο DEREE, γνώριζε άριστα την αγγλική γλώσσα, είναι ιδιοκτήτης και μέτοχος ΕΛΔΕ και ασχολείται επαγγελματικά με χρηματοοικονομικά ζητήματα, είναι απαράδεκτη, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται αναιρετικώς από τον Άρειο Πάγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως. Η εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ με το άρθρο 5 ν 2195/2001, περιορίζεται μόνο στην περίπτωση που παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους αποδείξεως των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.13 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως και συγκεκριμένα, ότι αξίωσε από αυτούς να αποδείξουν, ως εναγόμενοι, τα στοιχεία που θεμελιώνουν την υποχρέωση τους προς αποζημίωση του ενάγοντος και ειδικότερα τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η αλλοδαπή εταιρεία δεν είχε καμία εμπορική ή άλλη δραστηριότητα, ούτε εμφανίζει κερδοφορία.

Όμως, από τις ως άνω αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι στην παραδοχή της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας μετά το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως για τη βασιμότητα των θεμελιωτικών αυτής πραγματικών περιστατικών, με βάση τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, κάνοντας μάλιστα ειδική αναφορά στην κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ο οποίος με σαφήνεια κατάθεσε (κατά τις ίδιες παραδοχές) ότι η εν λόγω εταιρεία στερείται περιουσιακών στοιχείων και εμπορικής δραστηριότητας.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του και πλεοναστικές παραδοχές, προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με το ότι η αλλοδαπή εταιρεία (που εκτιμήθηκε ως 9η εναγομένη και όχι οι αναιρεσείοντες) δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτουν οι εμπορικές της συναλλαγές, το καταβεβλημένο κεφάλαιο της ή οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό της στοιχείο.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που αυτοί, μεταξύ άλλων, νόμιμα επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους και προσκόμισαν στη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς ανταπόδειξη της αγωγής, αλλά και προς απόδειξη της ενστάσεως τους περί συντρέχοντος πταίσματος του εφεσίβλητου και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη: 1) την από 22/9/03 συμφωνία αγοράς αργού πετρελαίου που συνήψε η αγγλική εταιρεία με την ..., 2) την από 15/7/04 επιστολή της νομικής δικηγορικής εταιρείας D.

S. προς την αγγλική εταιρεία, σχετική με την ύπαρξη, τη λειτουργία, τη δραστηριότητα της, το μετοχικό της κεφάλαιο, τα μέλη της διοίκησης της και τις οδηγίες που έχουν δοθεί για να προχωρήσει η υποβολή μίας αίτησης για εγγραφή στο αγγλικό χρηματιστήριο αξιών του Λονδίνου, και 3) το από 9/1/4 ενημερωτικό φυλλάδιο που εξέδωσε επενδυτική τράπεζα και τέθηκε υπόψη του ενάγοντος κατά τις διαπραγματεύσεις.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μεταξύ άλλων γίνεται αναφορά σε συμβάσεις της αγγλικής εταιρείας με διάφορες εταιρείες (..., ... κλπ) για διύλιση και μεταφορά μεγάλης ποσότητας καυσίμων που επιδείχτηκαν στον αναιρεσίβλητο κατά τις παραπάνω συναντήσεις του με τους αναιρεσείοντες και οι οποίες κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης δεν αποδείχτηκε ότι υλοποιήθηκαν, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες παραπάνω έγγραφα.

Συνεπώς, ο προκείμενος πέμπτος λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Μαΐου 2013 αίτηση των ι) Σ. Μ. και 2) Ι. Δ., για αναίρεση της 66/2012 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Αυγούστου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ