Legislator Case Law & Legislation
1127/2014 AI generated

1127/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1127/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:243/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5891/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 13-11-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Λαπατά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου των λόγων και την απόρριψη των τετάρτου και πέμπτου λόγων, της από 8-5-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της 5891/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1127/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κρίνοντας λοιπόν το Εφετείο ότι τα αγωγικά αυτά αιτήματα δεν ήσαν νόμιμα, εσφαλμένως δεν υπήγαγε αυτά στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ/τος 34/1995, όπως το άρθρο τούτο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 § 1 του Ν. 3853/2010. Κατά συνέπεια, ο πρώτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1127 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1127/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Α.Ε." που εδρεύει στο Πικέρμι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Χατζηγιαννάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις .

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:243/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5891/2012 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης, ανέγνωσε την από 13-11-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γρηγορίου Λαπατά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και τρίτου των λόγων και την απόρριψη των τετάρτου και πέμπτου λόγων, της από 8-5-2013 αιτήσεως αναιρέσεως της 5891/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από την κατ' άρθρο 561 § 2 του Κ.Πολ.Δ. παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5891/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής :

Η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20.5.2009 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 3416/2009 αγωγή, στρεφομένη κατά του ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., με την οποία ιστορούσε ότι δυνάμει σύμβασης υπεκμίσθωσης, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και εκείνου με το από 5.7.2001 ιδιωτικό συμφωνητικό, υπεκμίσθωσε στο τελευταίο, για το από 10.8.2001 μέχρι 9.8.2006 χρονικό διάστημα και αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 7.336,76 ευρώ, αναπροσαρμοζομένου μετά το πρώτο μισθωτικό έτος σύμφωνα με τα ειδικότερον στην αγωγή εκτιθέμενα, το εις αυτήν ειδικότερα περιγραφόμενο πολυώροφο ακίνητο, μετά του λεπτομερώς περιγραφομένου εξοπλισμού του, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από το εναγόμενο ως ξενώνας για την φιλοξενία δώδεκα (12) ασθενών.

Ότι περαιτέρω, δυνάμει του από 2.2.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του εναγόμενου, η εν λόγω μίσθωση, μετά την λήξη του αρχικού συμβατικού χρόνου διάρκειάς της, παρατάθηκε για μία πενταετία, λήγουσα στις 9.8.2011 και ότι το εναγόμενο, με την από 22.9.2008 εξώδικη δήλωσή του, η οποία της επιδόθηκε στις 24.9.2008, της γνωστοποίησε την απόφασή του να λύσει μονομερώς την μίσθωση στις 26.11.2008, επικαλούμενο προς τούτο τις διατάξεις του άρθρου 36 § 3 του ΠΔ/τος 715/1979 και προβάλλοντας ως λόγο την μεταφορά του σε ιδιόκτητο ακίνητο.

Με βάση δε αυτό το ιστορικό και επικαλούμενη περαιτέρω η ενάγουσα α) ότι η ένδικη μίσθωση υπάγεται στις διατάξεις του ΠΔ/τος 34/1995 και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ως άνω ΠΔ/τος 715/1979 και, συνεπώς, το εναγόμενο έπρεπε να τηρήσει για τη λύση της μίσθωσης τις διατάξεις του άρθρου 43 του ΠΔ/τος 34/1995, οι οποίες, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο της κατά τα άνω καταγγελίας της μίσθωσης, προέβλεπαν καταγγελία προ έξι (6) μηνών και καταβολή αποζημίωσης ίσης με το μίσθωμα τεσσάρων (4) μηνών, το οποίο κατά τον χρόνο της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 8.766,66 ευρώ, και β) ότι το εναγόμενο, κατά την απόδοση του μισθίου, δεν απέδωσε τα μνημονευόμενα στην αγωγή κινητά πράγματα, τα οποία είχαν μισθωθεί μαζί με το μίσθιο ακίνητο, συνολικής αξίας 9.186,80 ευρώ, ζήτησε όπως υποχρεωθεί το τελευταίο να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 79.320,08 ευρώ, εκ του οποίου ποσού μέρος 70.133,28 ευρώ αντιστοιχεί σε μισθώματα τεσσάρων μηνών και αποζημίωση άλλων τεσσάρων μισθωμάτων και μέρος 9.186,80 ευρώ αντιστοιχεί στην αξία των μη αποδοθέντων κινητών πραγμάτων.

Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε αρχικά από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 243/2010 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως μη νόμιμη, καθόσον αφορά το αίτημα για καταβολή της αποζημίωσης του άρθρου 43 του ΠΔ/τος 34/1995, ενώ κατά τα λοιπά κρίθηκε νόμιμη και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διευκρινισθούν τα αναφερόμενα σ' αυτήν θέματα.

Στη συνέχεια δε εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1916/2011 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ένδικη μίσθωση υπάγεται στις διατάξεις του ΠΔ/τος 34/1995, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 37.916,64 ευρώ, τμήμα του οποίου, ύψους 35.066,64 ευρώ, αντιστοιχεί σε οφειλόμενα μισθώματα τεσσάρων μηνών, που είναι το χρονικό διάστημα το οποίο, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην ως άνω απόφαση, απαιτείτο για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, δηλαδή την λύση της μίσθωσης, και τμήμα, ύψους 2.850 ευρώ, αντιστοιχεί στην αξία των μη αποδοθέντων από το εναγόμενο στην ενάγουσα, ή και φθαρέντων, κινητών πραγμάτων.

Κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 1916/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών άσκησαν έφεση αμφότερα τα διάδικα μέρη και ειδικότερα η μεν ενάγουσα την από 15.2.2012 και με αριθμό κατάθεσης 1603/2012 έφεση, το δε εναγόμενο την από 4.4.2012 και με αριθμό κατάθεσης 3137/2012 τοιαύτη. Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 5891/2012 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της ενάγουσας ως αβάσιμη κατ' ουσία, έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η έφεση του εναγόμενου και στη συνέχεια, αφού εξαφανίσθηκε στο σύνολό της η ως άνω εκκληθείσα απόφαση, κρατήθηκε και δικάσθηκε η υπόθεση κατ' ουσία και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 1290 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αξία των μη αποδοθέντων από το εναγόμενο στην ενάγουσα κινητών πραγμάτων, τα οποία παραδόθηκαν στο εναγόμενο μαζί με το μίσθιο ακίνητο και τα οποία είτε καταστράφηκαν είτε αφαιρέθηκαν από το εναγόμενο.

Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα ενάγουσα - νυν αναιρεσείουσα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους, ο οποίοι και ερευνώνται στη συνέχεια κατά τα παρακάτω για ένα έκαστο τούτων ειδικότερον εκτιθέμενα.-

ΙΙ.- Ο νόμος 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", ο οποίος κωδικοποιήθηκε στο ΠΔ 34/1995, εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας και ως εκ τούτου οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικώς τη συμβατική διάρκεια των υπαγομένων στη ρύθμισή του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων, από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου.

Ειδικότερα οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ειδική κατηγορία των εμπορικών μισθώσεων, στις οποίες κατά το άρθρο 1 § 1 στοιχ. γ' του ΠΔ/τος 34/1995 περιλαμβάνονται και τα κάθε φύσης νοσηλευτικά ιδρύματα και ειδικότερα εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 43 του εν λόγω ΠΔ/τος (που κωδικοποίησε τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 813/1978 και 3 του ν. 2041/1992), με την οποία ορίζονται οι προϋποθέσεις και οι συνέπειες της καταγγελίας της εμπορικής μίσθωσης από το μισθωτή, (πάροδος διετίας, έγγραφη καταγγελία, επέλευση των αποτελεσμάτων μετά εξάμηνο, αποζημίωση τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων, όπως οι προϋποθέσεις και οι συνέπειες αυτές ίσχυαν πριν την αντικατάσταση του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 17 § 1 του Ν. 3853/2010), πριν από τη συμπλήρωση του συμβατικού χρόνου, κατισχύουν και των διατάξεων του ΠΔ/τος 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ν.π.δ.δ.

προμηθειών, μισθώσεων, εκμισθώσεων εν γένει κλπ" και συγκεκριμένως και της διάταξης του άρθρου 36 § 3 του τελευταίου τούτου ΠΔ/τος που ρυθμίζει την αζήμια μονομερή λύση της μίσθωσης από τα ν.π.δ.δ. σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 885/2009, ΑΠ 1429/2000). Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη του άρθρου 36 § 3 του ΠΔ/τος 715/1979 "Το Ν.Π.Δ.Δ., ως μισθωτής, δύναται να προέλθη διαρκούσης της μισθώσεως άνευ ουδεμιάς αποζημιώσεως του εκμισθωτού, εις μονομερή λύσιν της μισθώσεως, εάν α)...β) μεταφέρη στεγαζομένην υπηρεσίαν εις ακίνητον ιδιοκτησίας του....Δια την κατά τα ανωτέρω λύσιν της μισθώσεως απαιτείται έγγραφος ειδοποίησις προς τον εκμισθωτήν εξήκοντα τουλάχιστον ημέρας προ της εν τη σχετική ειδοποιήσει καθοριζομένης ημερομηνίας λύσεως της μισθώσεως, αφ' ης παύει και πάσα υποχρέωσις του Ν.Π.Δ.Δ.

προς καταβολήν μισθώματος". Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 8/2006).- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ερευνώντας και αξιολογώντας από νομική άποψη την προαναφερόμενη στην υπ' αριθμ.

ένα λατινικό (Ι) σκέψη της παρούσας ένδικη αγωγή, αρχικά παρέθεσε την ιστορική βάση αυτής, στη συνέχεια προέβη σε παράθεση των διατάξεων των ως άνω άρθρων 43 και 36 § 3 των ΠΔ/των 34/1995 και 715/1979, αντίστοιχα, το πρώτο των οποίων μάλιστα παρέθεσε και ανέλυσε τόσο όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 § 1 του Ν. 3853/2010 όσο και μετά από αυτήν, και μετά ταύτα έκρινε ότι : "..με το παραπάνω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα ως προς τα αιτήματά της για καταβολή της ίσης προς τέσσερα μηνιαία μισθώματα αποζημίωσης και των έξι μηνιαίων μισθωμάτων, που η ενάγουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στο άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995, γιατί κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφό της, το εναγόμενο με την από 24.9.2008 έγγραφη καταγγελία του κατήγγειλε τη μίσθωση όχι κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, αλλά κατά το άρθρο 36 § 3 του Π.Δ. 715/1979, στις ρυθμίσεις του οποίου, έστω και εσφαλμένα, το τελευταίο υπολάμβανε ότι υπάγεται η επίμαχη μίσθωση και έτσι η ως άνω καταγγελία δεν επέφερε τις έννομες συνέπειες που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν έρεισμα στο άρθρο αυτό οι σχετικές αξιώσεις της ενάγουσας για καταβολή της ως άνω αποζημίωσης και των έξι μηνιαίων μισθωμάτων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του με σωστή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημά της για καταβολή της αποζημίωσης τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων κατά το άρθρο 43 του Π.Δ. 34/1995 και είναι αβάσιμα και απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της.

Έσφαλε όμως ως προς το στηριζόμενο στην ίδια διάταξη αίτημα της αγωγής για καταβολή έξι μηνιαίων μισθωμάτων, ως προς το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια τη δέχθηκε ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

Συνεπώς, είναι βάσιμα τα παράπονα του εναγομένου, που συγκροτούν τους σχετικούς (πρώτο και τρίτο) λόγους της έφεσης, κατά παραδοχή των οποίων, πρέπει να εξαφανιστεί κατά τούτο η εκκαλούμενη απόφαση". Περαιτέρω και λαμβανομένου υπόψη α) ότι ο έλεγχος της νομικής βασιμότητας της αγωγής γίνεται με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν και β) ότι το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο της αγωγής, υπάγει αυτήν στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, προκύπτει, από την επιτρεπτώς γενομένη κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.

από το Δικαστήριο τούτο επισκόπηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, το οποίο και προεκτέθηκε, ότι αυτή στηριζόταν και στη διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ/τος 34/1995, όπως τούτο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 § 1 του Ν. 3853/2010, και, συνεπώς, τα προαναφερόμενα αιτήματά της, ήτοι α) της καταβολής έξι μηνιαίων μισθωμάτων (που περιόριζε σε τέσσερα), τα οποία αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα που απαιτείτο να μεσολαβήσει μεταξύ της επίδοσης της καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και της επέλευσης των εννόμων συνεπειών αυτής (λύση της μίσθωσης) και β) των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων, τα οποία απαρτίζουν την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο αποζημίωση για την πρόωρη λύση της σύμβασης μίσθωσης, ήσαν νόμιμα.

Κρίνοντας λοιπόν το Εφετείο ότι τα αγωγικά αυτά αιτήματα δεν ήσαν νόμιμα, εσφαλμένως δεν υπήγαγε αυτά στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 43 του ΠΔ/τος 34/1995, όπως το άρθρο τούτο ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 § 1 του Ν. 3853/2010. Κατά συνέπεια, ο πρώτος κατά σειρά λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ.

α' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου του, προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης μη εφαρμογής του ως άνω άρθρου 43 ΠΔ/τος 34/1995, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου τούτου της αναίρεσης εκτείνεται στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα στηριζόμενα στο εν λόγω άρθρο παραπάνω αγωγικά αιτήματα, καθίσταται αλυσιτελής η εξέταση των αυτό επιδιωκόντων δευτέρου, τρίτου και τετάρτου κατά σειρά λόγων της αναίρεσης από τους αριθμούς 19 (δεύτερος), 8 και 10 (τρίτος) και 20 (τέταρτος) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.-

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος αν βεβαιώνεται με την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση (ΑΠ 1223/2008, ΑΠ 438/2008).- Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ.

γ' Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο των 9.186,80 ευρώ, το οποίο ζήτησε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα υπό την μορφή αποζημίωσης για την μη απόδοση από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα των μνημονευομένων στην ένδικη αγωγή κινητών πραγμάτων, τα οποία είχαν παραδοθεί μαζί με το μίσθιο ακίνητο στο εναγόμενο, δεν έλαβε υπόψη του τα από 19.10.2008 και 6.11.2008 δύο (2) "πρακτικά - πρωτόκολλα παραλαβής και παράδοσης του μισθίου μετά του εξοπλισμού του", τα οποία είναι ουσιώδη για την απόδειξη της καταστροφής δεκαπέντε (15) κλιματιστικών μηχανημάτων και της εντεύθεν ζημίας της αναιρεσείουσας.

Από το όλο περιεχόμενο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και την παράλληλη βεβαίωσή της ότι την περί πραγμάτων κρίση της στήριξε, πλην άλλων και στο περιεχόμενο όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αντιθέτως δε καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος αναφορικά με το προαναφερόμενο αγωγικό κονδύλιο, το οποίο, σημειωτέον, πρωτοδίκως έγινε δεκτό για το ποσό των 2.850 ευρώ και κατ' έφεση για το ποσό των 1290 ευρώ, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εν λόγω έγγραφα, για το δεύτερο μάλιστα των οποίων γίνεται ρητή αναφορά σ' αυτή (βλ.

β' σελίδα 6ου φύλλου) και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης ελέγχεται ως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.- IV.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων πρέπει α) να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά ένα μέρος, β) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το κονδύλιο των 70.133,28 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε μισθώματα τεσσάρων μηνών και αποζημίωση άλλων τεσσάρων μισθωμάτων και το οποίο εδράζεται επί του άρθρου 43 ΠΔ/τος 34/1995, και κατά την συναρτωμένη με την όλη έκβαση της δίκης διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, γ) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 Κ.Πολ.Δ.), δ) να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσείουσας (άρθρ. 106, 178 § 1, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, και ε) να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 3490197, σειρά Η, παράβολο της Δ' Δ.Ο.Υ.

Αθηνών (άρθρο. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η § 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα ειδικότερον στο σκεπτικό εκτιθέμενα, την υπ' αριθμ. 5891/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.-

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.-

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.- Και

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του εκ τριακοσίων (300) ευρώ παραβόλου, το οποίο κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης και για το οποίο εκδόθηκε το με αριθμό 3490197, σειρά Η, παράβολο της Δ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ